Δευτερονόμιο

Κεφάλαιο: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34


-Reset+

Κεφάλαιο 1

1 ΑΥΤΑ είναι τα λόγια, που ο Μωυσής μίλησε σε ολόκληρο τον Ισραήλ, από την εδώ πλευρά τού Ιορδάνη, στην έρημο, στην πεδιάδα απέναντι της Σουφ, ανάμεσα στη Φαράν, και την Τοφέλ, και τη Λαβάν, και την Ασηρώθ, και τη Διζαάβ.
2 Από το Χωρήβ είναι 11 ημέρες, διαμέσου του δρόμου τού βουνού Σηείρ, μέχρι την Κάδης-βαρνή.
3 Και τον 40ό χρόνο, τον 11ο μήνα, την πρώτη τού μήνα, ο Μωυσής μίλησε στους γιους Ισραήλ, σύμφωνα με όλα όσα ο Κύριος τον είχε προστάξει γι' αυτούς·
4 αφού πάταξε τον Σηών, τον βασιλιά των Αμορραίων, που κατοικούσε στην Εσεβών, και τον Ωγ, τον βασιλιά τής Βασάν, που κατοικούσε στην Ασταρώθ, στην περιοχή Εδρεϊ·
5 από την εδώ πλευρά τού Ιορδάνη, στη γη Μωάβ, ο Μωυσής άρχισε να εξηγεί τούτον τον νόμο, λέγοντας:
6 Ο Κύριος ο Θεός μας μίλησε σε μας στο Χωρήβ, λέγοντας: Αρκεί όσο μείνατε σε τούτο το βουνό·
7 στρέψτε, και ακολουθήστε τον δρόμο σας, και πηγαίνετε στο βουνό των Αμορραίων, και σε όλους τους περιοίκους του, στην πεδιάδα, στο βουνό, και στην κοιλάδα, και στα μεσημβρινά και στα παράλια, τη γη των Χαναναίων, και τον Λίβανο, μέχρι τον μεγάλο ποταμό, τον ποταμό Ευφράτη·
8 Δέστε, εγώ παρέδωσα μπροστά σας τη γη· μπείτε μέσα και κυριεύστε τη γη, που ο Κύριος ορκίστηκε στους πατέρες σας, στον Αβραάμ, στον Ισαάκ, και στον Ιακώβ, να τη δώσει σ' αυτούς, και στο σπέρμα τους ύστερα απ' αυτούς.
9 Και κατά τον καιρό εκείνο είπα σε σας, λέγοντας: Δεν μπορώ εγώ μόνος μου να σας βαστάζω·
10 ο Κύριος ο Θεός σας σάς πλήθυνε, και δέστε, σήμερα είστε όπως τα αστέρια τού ουρανού σε πλήθος·
11 ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας να σας κάνει 1.000 φορές περισσότερους από ό,τι είστε, και να σας ευλογήσει, καθώς μίλησε σε σας!
12 Πώς θα μπορέσω εγώ μόνος μου να βαστάξω την ενόχλησή σας, και το φορτίο σας, και τις αντιλογίες σας;
13 Πάρτε άνδρες σοφούς, και συνετούς, και γνωστούς μεταξύ των φυλών σας, και θα τους καταστήσω αρχηγούς επάνω σας.
14 Και αποκριθήκατε σε μένα, λέγοντας: Καλός είναι ο λόγος, που μίλησες, για να τον κάνουμε.
15 Τότε, πήρα τους αρχηγούς των φυλών σας, άνδρες σοφούς, και γνωστούς, και τους κατέστησα αρχηγούς επάνω σας, χιλίαρχους, και εκατόνταρχους, και πεντηκόνταρχους, και δέκαρχους, και επιστάτες των φυλών σας.
16 Και πρόσταξα τους κριτές σας κατά τον καιρό εκείνο, λέγοντας: Ακούτε ανάμεσα στους αδελφούς σας, και κρίνετε δίκαια ανάμεσα σε άνθρωπο και στον αδελφό του, και στον ξένο του.
17 Στην κρίση δεν θα αποβλέπετε σε πρόσωπα· θα ακούτε τον μικρό, όπως τον μεγάλο· δεν θα φοβάστε πρόσωπο ανθρώπου· επειδή, η κρίση είναι του Θεού· και κάθε υπόθεση, που θα ήταν πολύ δύσκολη για σας, να την αναφέρετε σε μένα, κι εγώ θα την ακούω.
18 Και σας πρόσταξα εκείνο τον καιρό όλα όσα έπρεπε να πράττετε.
19 Και αφού σηκωθήκαμε από το Χωρήβ, διαπεράσαμε ολόκληρη εκείνη την έρημο, τη μεγάλη και φοβερή, που είδατε, οδοιπορώντας προς το βουνό των Αμορραίων, καθώς ο Κύριος ο Θεός μας πρόσταξε σε μας, και ήρθαμε μέχρι την Κάδης-βαρνή.
20 Και σας είπα: Ήρθατε στο βουνό των Αμορραίων, που μας δίνει ο Κύριος ο Θεός μας·
21 Δέστε, ο Κύριος ο Θεός σου παρέδωσε μπροστά σου τη γη· ανέβα, κυρίευσε, όπως ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σου μίλησε σε σένα· μη φοβηθείς, μήτε να δειλιάσεις.
22 Και ήρθατε σε μένα όλοι εσείς, και είπατε: Ας αποστείλουμε άνδρες μπροστά μας, και ας κατασκοπεύσουν για μας τη γη, και ας μας αναγγείλουν τον δρόμο, διαμέσου του οποίου πρέπει να ανεβούμε, και τις πόλεις στις οποίες θα πάμε.
23 Και μου άρεσε ο λόγος, και πήρα από σας 12 άνδρες, έναν άνδρα ανά φυλή.
24 Και αφού στράφηκαν, ανέβηκαν το βουνό, και ήρθαν μέχρι τη φάραγγα Εσχώλ, και την κατασκόπευσαν.
25 Και παίρνοντας στα χέρια τους από τους καρπούς τής γης, μας τους έφεραν, και μας ανήγγειλαν, λέγοντας: Η γη, που ο Κύριος ο Θεός μας δίνει σε μας, είναι καλή.
26 Αλλ' εσείς δεν θελήσατε να ανεβείτε, αλλ' απειθήσατε στην προσταγή τού Κυρίου τού Θεού σας.
27 Και γογγύσατε στις σκηνές σας, λέγοντας: Επειδή, ο Κύριος μας μισούσε, μας έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου, για να μας παραδώσει στο χέρι των Αμορραίων, ώστε να εξολοθρευτούμε·
28 πού ανεβαίνουμε εμείς; Οι αδελφοί μας δείλιασαν την καρδιά μας, λέγοντας: Ο λαός είναι μεγαλύτερος και ψηλότερος από μας· οι πόλεις μεγάλες και με τείχη μέχρι τον ουρανό· αλλά είδαμε εκεί και τους γιους των Ανακείμ.
29 Κι εγώ σας είπα: Μη τρομάξετε ούτε να φοβηθείτε απ' αυτούς·
30 ο Κύριος ο Θεός σας, που προπορεύεται μπροστά σας, αυτός θα πολεμήσει για σας, σύμφωνα με όλα όσα έκανε προς υπεράσπισή μας στην Αίγυπτο μπροστά στα μάτια σας·
31 και στην έρημο, όπου είδες με ποιον τρόπο ο Κύριος ο Θεός σου σε κράτησε, όπως ένας άνθρωπος κρατάει τον γιο του, σε ολόκληρο τον δρόμο που περπατήσατε, μέχρις ότου ήρθατε σε τούτο τον τόπο.
32 Κατά τούτο, όμως, δεν πιστέψατε στον Κύριο τον Θεό σας,
33 που προπορευόταν μπροστά σας στον δρόμο, για να σας βρίσκει τόπο στρατοπέδευσης, τη νύχτα μεν σε μορφή φωτιάς, για να σας δείχνει τον δρόμο στον οποίο έπρεπε να βαδίζετε, την ημέρα δε σε μορφή νεφέλης.
34 Και ο Κύριος άκουσε τη φωνή των λόγων σας, και οργίστηκε, και ορκίστηκε, λέγοντας:
35 Κανένας απ' αυτούς τους ανθρώπους τούτης της κακής γενεάς δεν θα δει την καλή γη, που ορκίστηκα να δώσω στους πατέρες σας,
36 εκτός από τον Χάλεβ, τον γιο τού Ιεφοννή· αυτός θα τη δει, και σ' αυτόν θα δώσω τη γη στην οποία πάτησε, και στους γιους του, επειδή αυτός ακολούθησε ολοκληρωτικά τον Κύριο.
37 Και εναντίον μου θύμωσε ο Κύριος εξαιτίας σας, λέγοντας: Ούτε εσύ θα μπεις εκεί μέσα·
38 ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, που παρίσταται μπροστά σου, αυτός θα μπει εκεί μέσα· ενίσχυσέ τον, επειδή αυτό θα την κληροδοτήσει στον Ισραήλ·
39 και τα παιδιά σας, που λέγατε ότι θα γίνουν λάφυρο, και οι γιοι σας, που σήμερα δεν γνωρίζουν καλό ή κακό, αυτοί θα μπουν εκεί μέσα, και σ' αυτούς θα τη δώσω, κι αυτοί θα την κληρονομήσουν·
40 εσείς, όμως, επιστρέψτε, και πηγαίνετε στην έρημο, προς τον δρόμο της Ερυθράς Θάλασσας.
41 Τότε αποκριθήκατε, και μου είπατε: Αμαρτήσαμε στον Κύριο· εμείς θα ανέβουμε και θα πολεμήσουμε, σύμφωνα με όσα μας πρόσταξε ο Κύριος ο Θεός μας. Και αφού ζωστήκατε ο καθένας τα πολεμικά του όπλα, υπήρξατε προπετείς να ανεβείτε στο βουνό.
42 Και ο Κύριος μου είπε: Πες τους: Μη ανεβείτε ούτε να πολεμήσετε, επειδή εγώ δεν είμαι ανάμεσά σας, για να μη συντριφτείτε μπροστά στους εχθρούς σας.
43 Έτσι σας μίλησα· κι εσείς δεν εισακούσατε, αλλά απειθήσατε στην προσταγή τού Κυρίου, και με θρασύτητα ανεβήκατε στο βουνό.
44 Και οι Αμορραίοι, που κατοικούν στο βουνό εκείνο, βγήκαν σε συνάντησή σας, και σας καταδίωξαν, καθώς κάνουν τα μελίσσια, και σας πάταξαν στο Σηείρ, μέχρι την Ορμά.
45 Τότε, αφού γυρίσατε, κλάψατε μπροστά στον Κύριο· ο Κύριος, όμως, δεν εισάκουσε τη φωνή σας ούτε έδωσε σε σας ακρόαση.
46 Και μείνατε στην Κάδης πολλές ημέρες, οσεσδήποτε ημέρες μείνατε.

24 Και αφού ο Μωυσής τελείωσε να γράφει τα λόγια αυτού τού νόμου σε βιβλίο, μέχρι τέλους,
25 τότε, ο Μωυσής έδωσε προσταγή στους Λευίτες, που βάσταζαν την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου, λέγοντας:
26 Πάρτε αυτό το βιβλίο τού νόμου, και βάλτε το στα πλάγια της κιβωτού τής διαθήκης τού Κυρίου τού Θεού σας, και θα είναι εκεί για μαρτυρία εναντίον σου·
27 επειδή, εγώ ξέρω την απείθειά σου, και τον σκληρό τράχηλό σου. Δες, ενώ είμαι σήμερα ζωντανός μαζί σας, απειθήσατε στον Κύριο· πόσο μάλιστα περισσότερο μετά τον θάνατό μου;
28 Συγκεντρώστε σε μένα όλους τους πρεσβύτερους των φυλών σας, και τους άρχοντές σας, για να μιλήσω αυτά τα λόγια, σε επήκοον όλων τους, και να επικαλεστώ τον ουρανό και τη γη ως μάρτυρες εναντίον τους·
29 επειδή, ξέρω ότι, μετά τον θάνατό μου, θα διαφθαρείτε, οπωσδήποτε, και θα παρεκκλίνετε από τον δρόμο που σας πρόσταξα· και θα σας βρουν τα κακά στις έσχατες ημέρες, επειδή θα πράξετε κακά μπροστά στον Κύριο, ώστε να τον παροργίσετε με τα έργα των χεριών σας.
30 Και ο Μωυσής μίλησε, σε επήκοον ολόκληρης της συναγωγής του Ισραήλ, τα λόγια αυτού τού τραγουδιού, μέχρι τέλους.




Κεφάλαιο 32

1 ΠΡΟΣΕΧΕ, ουρανέ, και θα μιλήσω· και ας ακούει η γη τα λόγια τού στόματός μου.
2 Η διδασκαλία μου θα σταλάξει σαν τη βροχή, ο λόγος μου θα κατέβει σαν τη δροσιά. Όπως η ψιχάλα επάνω στη χλόη· και όπως η δυνατή βροχή επάνω στο χορτάρι.
3 Επειδή, θα εξυμνήσω το όνομα του Κυρίου· αποδώστε μεγαλοσύνη στον Θεό μας.
4 Αυτός είναι ο Βράχος, τα έργα του είναι τέλεια· επειδή, όλοι οι δρόμοι του είναι κρίση· είναι Θεός πιστός, και δεν υπάρχει αδικία σ' αυτόν· αυτός είναι δίκαιος, και ευθύς.
5 Αυτοί διεφθάρηκαν· το μόλυσμα της αμαρτίας τους δείχνει ότι δεν ανήκουν στους γιους του· είναι γενεά δύστροπη και διεστραμμένη.
6 Αυτά ανταποδίδετε στον Κύριο, λαέ μωρέ και ασύνετε; Δεν είναι αυτός ο πατέρας σου, που σε εξαγόρασε; Αυτός, που σε έπλασε, και σε διαμόρφωσε;
7 Θυμήσου τις αρχαίες ημέρες, συλλογίσου τα χρόνια πολλών γενεών. Ρώτησε τον πατέρα σου, κι αυτός θα σου αναγγείλει, τους πρεσβυτέρους σου, κι αυτοί θα σου πουν.
8 Όταν ο Ύψιστος διαμέριζε τα έθνη, όταν διέσπερνε τους γιους τού Αδάμ, Έστησε τα όρια των λαών σύμφωνα με τον αριθμό των γιων Ισραήλ.
9 Επειδή, η μερίδα τού Κυρίου είναι ο λαός του, ο Ιακώβ είναι το μέρος τής κληρονομιάς του.
10 Στην έρημο τον βρήκε, και σε ερημιά φρίκης και ολολυγμού. Τον περιοδήγησε, τον διαπαιδαγώγησε, τον διαφύλαξε σαν την κόρη τού ματιού του.
11 Όπως ο αετός σκεπάζει τη φωλιά του, περιθάλπει τους νεοσσούς του, Καθώς απλώνει τις φτερούγες του, τους παίρνει και τους σηκώνει επάνω στα φτερά του,
12 Έτσι, ο Κύριος, μόνος, τον οδήγησε, και δεν ήταν μαζί του ξένος θεός.
13 Τους ανέβασε επάνω στα έξοχα μέρη τής γης, και έφαγαν τα γεννήματα των χωραφιών. Και τους θήλασε μέλι από την πέτρα, και λάδι από τη σκληρή πέτρα,
14 Βούτυρο βοδιών, και γάλα προβάτων, με πάχος αρνιών, και κριαριών, θρεμμάτων τής Βασάν, και τράγων, Μαζί με το εκλεκτό άνθος τού σιταριού· και ήπιες κρασί, αίμα σταφυλιού.
15 Και ο Ιεσουρούν πάχυνε, και κλώτσησε· πάχυνες, πλάτυνες, υπερλιπάνθηκες. Τότε, λησμόνησε τον Θεό, που τον έπλασε, και καταφρόνησε τον Βράχο τής σωτηρίας του.
16 Τον παρόξυναν σε ζηλοτυπία με ξένους θεούς, τον παρόξυναν με βδελύγματα σε θυμό.
17 Θυσίασαν σε δαιμόνια, και όχι στον Θεό· σε θεούς, που δεν γνώριζαν, Σε θεούς καινούργιους, που τους έμπασαν μέσα πρόσφατα, τους οποίους δεν λάτρευαν οι πατέρες σας·
18 και τον βράχο που σε γέννησε, τον εγκατέλειψες, και λησμόνησες τον Θεό, που σε έπλασε.
19 Και ο Κύριος είδε, και τους αποστράφηκε, επειδή τον παρόργισαν, οι γιοι του και οι θυγατέρες του.
20 Και είπε: Θα αποστρέψω το πρόσωπό μου απ' αυτούς, θα δω ποιο θα είναι το τέλος τους. Επειδή, αυτοί είναι διεστραμμένη γενεά, γιοι στους οποίους δεν υπάρχει πίστη.
21 Αυτοί με παρόξυναν σε ζηλοτυπία μ' αυτά που δεν είναι Θεός· με τα είδωλά τους με παρόργισαν. Κι εγώ θα τους παροξύνω σε ζηλοτυπία με εκείνους, που δεν είναι πραγματικός λαός, με έθνος ασύνετο θα τους παροργίσω.
22 Επειδή, φωτιά άναψε μέσα στον θυμό μου, και θα κάψει μέχρι τα κατώτερα μέρη του άδη, Και θα καταφάει τη γη μαζί με τα γεννήματά της, και θα καταφλογίσει τα θεμέλια των βουνών.
23 Θα επισωρεύσω επάνω τους κακά, όλα τα βέλη μου θα τα αδειάσω επάνω τους.
24 Θα αναλωθούν από την πείνα, και θα καταφαγωθούν με φλογώδεις νόσους, και με πικρό όλεθρο. Και θα στείλω επάνω τους δόντια θηρίων, και φαρμάκι εκείνων που σέρνονται επάνω στη γη.
25 Απέξω μάχαιρα, και από μέσα τρόμος θα αφανίζει και τον νέο και την παρθένα, το νήπιο που θηλάζει και τον γέροντα με τα άσπρα μαλλιά.
26 Είπα: Θα τους διασκόρπιζα, θα εξάλειφα την ανάμνησή τους μέσα από τους ανθρώπους.
27 Αν δεν φοβόμουν την οργή τού εχθρού, μήπως οι εναντίοι τους υψηλοφρονήσουν, Και πουν, το δυνατό μας χέρι, και όχι ο Κύριος, τα έκανε όλα αυτά.
28 Επειδή, είναι έθνος ασύνετο, και δεν υπάρχει μέσα τους φρόνηση.
29 Είθε να ήσαν σοφοί, να το καταλάβαιναν, να συλλογίζονταν το τέλος τους!
30 Πώς θα μπορούσε ένας να διώξει 1.000, και δύο να τρέψουν σε φυγή μυριάδες, Αν ο Βράχος τους δεν θα τους πουλούσε, και δεν θα τους παρέδινε ο Κύριος;
31 Επειδή, ο βράχος τους δεν είναι όπως ο Βράχος μας· κι αυτοί οι εχθροί μας ας κρίνουν.
32 Επειδή, από την άμπελο των Σοδόμων είναι η άμπελός τους, και από τα χωράφια τής Γομόρρας. Το σταφύλι τους είναι σταφύλι χολής, τα τσαμπιά τους πικρά.
33 Το κρασί τους φαρμάκι από δράκοντες, και αγιάτρευτο δηλητήριο οχιάς.
34 Δεν είναι αυτό αποταμιευμένο σε μένα, σφραγισμένο στους θησαυρούς μου;
35 Σε μένα ανήκει η εκδίκηση, και η ανταπόδοση· το πόδι τους θα γλιστρήσει στον διορισμένο καιρό. Επειδή, είναι κοντά η ημέρα τής απώλειάς τους, και εκείνα που πρόκειται νάρθουν επάνω τους φτάνουν γρήγορα.
36 Επειδή, ο Κύριος θα κρίνει τον λαό του, και θα μεταμεληθεί για τους δούλους του, Όταν δει ότι η δύναμή τους χάθηκε, και ότι δεν έμεινε τίποτα φυλαγμένο ούτε εγκαταλειμμένο.
37 Και θα πει: Πού είναι οι θεοί τους, ο βράχος στον οποίο είχαν το θάρρος τους;
38 Οι οποίοι έτρωγαν το πάχος των θυσιών τους, και έπιναν το κρασί των σπονδών τους; Ας σηκωθούν και ας σας βοηθήσουν, ας γίνουν σε σας σκέπη.
39 Δείτε, τώρα, ότι εγώ, εγώ είμαι, και, δεν υπάρχει Θεός άλλος, εκτός από μένα. Εγώ θανατώνω και ζωοποιώ· εγώ πληγώνω και ιατρεύω. Και δεν υπάρχει κάποιος που να ελευθερώνει από το χέρι μου.
40 Επειδή, εγώ υψώνω το χέρι μου στον ουρανό, και λέω: Εγώ ζω στον αιώνα.
41 Αν ακονίσω την αστραποφόρα μάχαιρά μου, και βάλω το χέρι μου σε κρίση, Θα κάνω εκδίκηση στους εχθρούς μου, και θα κάνω ανταπόδοση σ' εκείνους που με μισούν·
42 Θα μεθύσω τα βέλη μου από αίμα, και η μάχαιρά μου θα καταφάει κρέατα, Από το αίμα των φονευμένων και των αιχμαλώτων, από το κεφάλι των αρχόντων των εχθρών.
43 Ευφρανθείτε, έθνη, μαζί με τον λαό του· επειδή, θα κάνει εκδίκηση για το αίμα των δούλων του. Και θα αποδώσει εκδίκηση στους εναντίους του, και θα καθαρίσει τη γη του, και τον λαό του.
44 Και ο Μωυσής ήρθε, και μίλησε όλα τα λόγια αυτού τού τραγουδιού σε επήκοον του λαού, αυτός και ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή.
45 Και ο Μωυσής τέλειωσε στο να μιλάει όλα αυτά τα λόγια σε ολόκληρο τον Ισραήλ.
46 Και τους είπε: Βάλτε τις καρδιές σας σε όλα τα λόγια, που εγώ σήμερα διακηρύττω σε σας· τα οποία θα παραγγείλετε στα παιδιά σας να προσέχουν στο να εκτελούν, όλα τα λόγια αυτού τού νόμου.
47 Επειδή, αυτός δεν είναι σε σας ένας μάταιος λόγος· επειδή, αυτή είναι η ζωή σας και με τον λόγο αυτό θα μακροημερεύσετε επάνω στη γη, προς την οποίαν διαβαίνετε τον Ιορδάνη για να την κληρονομήσετε.
48 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή την ίδια εκείνη ημέρα, λέγοντας:
49 Ανέβα σ' αυτό το βουνό Αβαρίμ, το βουνό Νεβώ, που είναι στη γη τού Μωάβ, κατάντικρυ στην Ιεριχώ· και κοίταξε τη γη Χαναάν, που εγώ δίνω στους γιους Ισραήλ για ιδιοκτησία·
50 και να πεθάνεις στο βουνό όπου ανεβαίνεις, και να προστεθείς στον λαό σου, όπως ο αδελφός σου ο Ααρών πέθανε στο βουνό Ωρ, και προστέθηκε στον λαό του·
51 επειδή, απειθήσατε σε μένα ανάμεσα στους γιους Ισραήλ στα νερά τής Μεριβά-κάδης, στην έρημο Σιν· επειδή, δεν με αγιάσατε ανάμεσα στους γιους Ισραήλ·
52 γι' αυτό, θα δεις τη γη από απέναντι, εκεί μέσα όμως δεν θα μπεις, στη γη που εγώ δίνω στους γιους Ισραήλ.




Κεφάλαιο 33

1 ΚΑΙ αυτή είναι η ευλογία, που ο Μωυσής, ο άνθρωπος του Θεού, ευλόγησε τους γιους Ισραήλ, πριν από τον θάνατό του·
2 και είπε: Ο ΚΥΡΙΟΣ ήρθε από το Σινά, και επιφάνηκε σ' αυτούς από το Σηείρ. Επέλαμψε από το βουνό Φαράν, και ήρθε με μυριάδες αγίους. Από το δεξί του χέρι βγήκε γι' αυτούς φωτιά νόμου.
3 Ναι, αγάπησε τον λαό. Κάτω από το χέρι σου είναι όλοι οι άγιοί του· και κάθονταν στα πόδια σου, για να πάρουν τα λόγια σου.
4 Νόμο μάς πρόσταξε ο Μωυσής, την κληρονομιά τής συναγωγής τού Ιακώβ.
5 Και υπήρχε βασιλιάς στον Ιεσουρούν, όταν οι άρχοντες του λαού συγκεντρώθηκαν με τις φυλές τού Ισραήλ.
6 ΑΣ ΖΕΙ ο Ρουβήν, και ας μη πεθάνει, και ας είναι πολυάριθμος ο λαός του.
7 ΚΑΙ αυτή είναι η ευλογία τού Ιούδα· και είπε: Εισάκουσε, Κύριε, τη φωνή τού Ιούδα, και φέρ' τον στον λαό του· τα χέρια του ας είναι σ' αυτόν αυτάρκη· και να είσαι σ' αυτόν βοήθεια ενάντια στους εχθρούς του.
8 ΚΑΙ για τον Λευί είπε: Τα Θουμμίμ σου και τα Ουρίμ σου ας είναι για τον άνθρωπο, τον όσιό σου, που δοκίμασες στη Μασσά, και με τον οποίο αντιλόγησες στα νερά τής Μεριβά·
9 που είπε στον πατέρα του και στη μητέρα του: Δεν τον είδα, και που απαρνήθηκε τα αδέλφια του, ούτε γνώρισε τους γιους του· επειδή, τήρησαν τον λόγο σου, και φύλαξαν τη διαθήκη σου.
10 Θα διδάσκουν τις κρίσεις σου στον Ιακώβ, και τον νόμο σου στον Ισραήλ· θα βάζουν μπροστά σου θυμίαμα, και ολοκαυτώματα επάνω στο θυσιαστήριό σου.
11 Ευλόγησε, Κύριε, τα τάγματά του, και δέξου τα έργα των χεριών του· σύντριψε την οσφύ εκείνων που σηκώνονται εναντίον του, και που τον μισούν, ώστε να μη σηκωθούν πλέον.
12 ΓΙΑ τον Βενιαμίν είπε: Ο αγαπημένος τού Κυρίου θα κατοικεί κοντά του σε ασφάλεια· ο Κύριος θα τον περισκεπάζει όλες τις ημέρες και θα αναπαύεται ανάμεσα στους ώμους του.
13 ΚΑΙ για τον Ιωσήφ είπε: Ευλογημένη ας είναι από τον Κύριο η γη του, από τα πολύτιμα δώρα τού ουρανού, από τη δροσιά, και από την άβυσσο, που βρίσκεται από κάτω,
14 και από τους πολύτιμους καρπούς τού ήλιου, και από τα πολύτιμα δώρα τού φεγγαριού,
15 και από τα εξαίρετα αγαθά των αρχαίων βουνών, και από τα πολύτιμα αγαθά των αιώνιων βουνών,
16 και από τα πολύτιμα αγαθά τής γης και του πληρώματός της· και η ευδοκία εκείνου που φάνηκε στη βάτο, ας έρθει επάνω στο κεφάλι τού Ιωσήφ, κι επάνω στην κορυφή τού εκλεκτού ανάμεσα στους αδελφούς του.
17 Η δόξα του ας είναι σαν τον πρωτότοκο του ταύρου του, και τα κέρατά του, σαν τα κέρατα του μονοκέρατου ζώου· μ' αυτά θα κερατίσει τα έθνη μέχρι τα άκρα τής γης· και αυτές είναι οι μυριάδες τού Εφραϊμ, και αυτές οι χιλιάδες τού Μανασσή.
18 ΚΑΙ για τον Ζαβουλών είπε: Ευφραίνου, Ζαβουλών, στην έξοδό σου· και Ισσάχαρ, στις σκηνές σου.
19 Θα καλέσουν τους λαούς στο βουνό· εκεί θα προσφέρουν θυσίες δικαιοσύνης· επειδή, θα θηλάσουν την αφθονία τής θάλασσας, και τους κρυμμένους θησαυρούς τής άμμου.
20 ΚΑΙ για τον Γαδ, είπε: Ευλογημένος αυτός που πλαταίνει τον Γαδ· κάθεται σαν λιοντάρι, και διασπαράσσει βραχίονα και κεφάλι.
21 Και για τον εαυτό του πρόβλεψε την πρώτη μερίδα· επειδή, εκεί ήταν φυλαγμένο το μερίδιο του νομοθέτη· και ήρθε μαζί με τους άρχοντες του λαού, εκπλήρωσε τη δικαιοσύνη τού Κυρίου, και τις κρίσεις του μαζί με τον Ισραήλ.
22 ΚΑΙ για τον Δαν είπε: Ο Δαν είναι σκύμνος λιονταριού· θα πηδήσει από τη Βασάν.
23 ΚΑΙ για τον Νεφθαλί είπε: Ω, Νεφθαλί, που είσαι χορτασμένος από ευδοκία, και γεμάτος από την ευλογία τού Κυρίου, κληρονόμησε τη δύση και τη μεσημβρία.
24 ΚΑΙ για τον Ασήρ είπε: Ας είναι ευλογημένος από παιδιά ο Ασήρ· ας είναι δεκτός στους αδελφούς του, και ας βυθίσει το πόδι του σε λάδι.
25 Σίδερος και χαλκός ας είναι τα υποδήματά σου, και η δύναμή σου όπως οι ημέρες σου.
26 ΔΕΝ είναι κανένας όπως ο Θεός του Ιεσουρούν, που ιππεύει τους ουρανούς για τη δική σου βοήθεια, και μέσα στη μεγαλοπρέπειά του επάνω στο στερέωμα.
27 Ο αιώνιος Θεός είναι καταφυγή, και υποστήριγμα οι αιώνιοι βραχίονες. Και θα διώξει τον εχθρό από μπροστά σου, και θα πει: Εξολόθρευσε.
28 Τότε, ο Ισραήλ θα κατοικήσει με ασφάλεια, μόνος· το μάτι τού Ιακώβ θα είναι επάνω σε γη σιταριού και κρασιού· και οι ουρανοί του θα σταλάζουν δροσιά.
29 Τρισευτυχισμένος εσύ, Ισραήλ. Ποιος είναι όμοιος με σένα, λαέ που σώζεσαι από τον Κύριο, ο οποίος είναι η ασπίδα τής βοήθειάς σου, και η μάχαιρα της υπεροχής σου! Και οι εχθροί σου θα υποταχθούν σε σένα, κι εσύ θα πατήσεις επάνω στον τράχηλό τους.




Κεφάλαιο 34

1 ΚΑΙ ο Μωυσής ανέβηκε από τις πεδιάδες τού Μωάβ στο βουνό Νεβώ, στην κορυφή Φασγά, που είναι κατάντικρυ στην Ιεριχώ. Και ο Κύριος του έδειξε ολόκληρη τη γη Γαλαάδ μέχρι τη γη τού Δαν,
2 και ολόκληρη τη γη τού Νεφθαλί, και τη γη τού Εφραϊμ, και του Μανασσή, και ολόκληρη τη γη τού Ιούδα, μέχρι την τελευταία θάλασσα,
3 και τη μεσημβρία, και την πεδιάδα της κοιλάδας της Ιεριχώ, πόλης των Φοινίκων, μέχρι τη Σηγώρ.
4 Και ο Κύριος του είπε: Αυτή είναι η γη, που εγώ ορκίστηκα στον Αβραάμ, στον Ισαάκ, και στον Ιακώβ, λέγοντας: Στο σπέρμα σου θα τη δώσω· εγώ σε έκανα να τη δεις με τα μάτια σου, εκεί όμως δεν θα διαβείς.
5 Και ο Μωυσής πέθανε εκεί, ο υπηρέτης τού Κυρίου, στη γη τού Μωάβ, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
6 Και τον έθαψε στην κοιλάδα, στη γη του Μωάβ, κατάντικρυ του Βαιθ-φεγώρ· και κανένας δεν γνωρίζει τον τάφο του μέχρι σήμερα.
7 Και ο Μωυσής ήταν 120 χρόνων, όταν πέθανε· τα μάτια του δεν αμαυρώθηκαν ούτε ελαττώθηκε η δύναμή του.
8 Και οι γιοι Ισραήλ έκλαψαν τον Μωυσή στις πεδιάδες τού Μωάβ για 30 ημέρες· και οι ημέρες τού κλάματος του πένθους τού Μωυσή τελείωσαν.
9 Και ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, ήταν πλήρης πνεύματος σοφίας· επειδή, ο Μωυσής είχε επιθέσει τα χέρια του επάνω του· και υπάκουαν σ' αυτόν οι γιοι Ισραήλ, και έκαναν όπως ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή.
10 Και μέσα στον Ισραήλ δεν σηκώθηκε πλέον προφήτης, όπως ο Μωυσής, τον οποίο ο Κύριος γνώρισε πρόσωπο προς πρόσωπο,
11 σε όλα τα σημεία και τα τεράστια, που ο Κύριος τον έστειλε να κάνει μέσα στη γη τής Αιγύπτου, στον Φαραώ, και σε όλους τους δούλους του, και σε ολόκληρη τη γη του,
12 και με όλο το δυνατό χέρι τού Θεού, και με όλα τα μεγάλα θαυμάσια πράγματα, που ο Μωυσής έκανε μπροστά σε ολόκληρο τον Ισραήλ.