2 Βασιλέων

Κεφάλαιο: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25


-Reset+

Κεφάλαιο 1

1 ΚΑΙ ύστερα από τον θάνατο του Αχαάβ, ο Μωάβ επαναστάτησε ενάντια στον Ισραήλ.
2 Και ο Οχοζίας έπεσε από τον δρύινο φράχτη τού υπερώου του, που υπήρχε στη Σαμάρεια, και αρρώστησε· και έστειλε μηνυτές, λέγοντάς τους: Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών, αν έχω ελπίδες να αναλάβω απ' αυτή την αρρώστια.
3 Αλλά ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Ηλία τον Θεσβίτη: Σήκω, ανέβα σε συνάντηση των μηνυτών τού βασιλιά τής Σαμάρειας, και πες τους: Επειδή δεν υπάρχει Θεός στον Ισραήλ, γι' αυτό πηγαίνετε να ρωτήσετε τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών;
4 Τώρα, λοιπόν, έτσι λέει ο Κύριος: Δεν θα κατέβεις από το κρεβάτι σου, στο οποίο ανέβηκες, αλλά οπωσδήποτε θα πεθάνεις. Και ο Ηλίας αναχώρησε.
5 Και οι μηνυτές γύρισαν σ' αυτόν· κι εκείνος είπε: Γιατί γυρίσατε;
6 Και του είπαν: Κάποιος άνθρωπος ανέβηκε σε συνάντησή μας, και μας είπε: Πηγαίνετε, επιστρέψτε στον βασιλιά, που σας έστειλε, και πείτε του: Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή δεν είναι Θεός στον Ισραήλ, γι' αυτό στέλνεις να ρωτήσεις τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών; Δεν θα κατέβεις, λοιπόν, από το κρεβάτι σου, στο οποίο ανέβηκες, αλλά οπωσδήποτε θα πεθάνεις.
7 Και είπε σ' αυτούς: Τι είδους ήταν η μορφή τού ανθρώπου, που ανέβηκε σε συνάντησή σας, και μίλησε σε σας αυτά τα λόγια;
8 Και του απάντησαν: Ένας δασύτριχος άνθρωπος, και περιζωσμένος την οσφύ του με μια δερμάτινη ζώνη. Και είπε: Ο Ηλίας είναι, ο Θεσβίτης.
9 Τότε, ο βασιλιάς έστειλε σ' αυτόν έναν πεντηκόνταρχο, μαζί με τους 50 άνδρες του. Κι ανέβηκε σ' αυτόν· και να, καθόταν επάνω στην κορυφή τού βουνού. Και του είπε: Άνθρωπε του Θεού, ο βασιλιάς είπε, κατέβα.
10 Και απαντώντας ο Ηλίας, είπε στον πεντηκόνταρχο: Αν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, ας κατέβει φωτιά από τον ουρανό, και ας καταφάει εσένα και τους 50 άνδρες σου. Και κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, και κατέφαγε αυτόν και τους 50 άνδρες του.
11 Και ξανάστειλε σ' αυτόν έναν άλλον πεντηκόνταρχο, μαζί με τους 50 άνδρες του. Και μίλησε, και του είπε: Άνθρωπε του Θεού, έτσι λέει ο βασιλιάς: Κατέβα γρήγορα.
12 Και απαντώντας ο Ηλίας τούς είπε: Αν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, ας κατέβει φωτιά από τον ουρανό, και ας καταφάει εσένα και τους 50 άνδρες σου. Και κατέβηκε φωτιά Θεού από τον ουρανό, και κατέφαγε αυτόν και τους 50 άνδρες του.
13 Και έστειλε ξανά έναν τρίτον πεντηκόνταρχο, μαζί με τους 50 άνδρες του. Και καθώς ο τρίτος πεντηκόνταρχος ανέβηκε, ήρθε και γονάτισε μπροστά στον Ηλία, και τον παρακάλεσε, και του είπε: Άνθρωπε του Θεού, παρακαλώ, ας σταθεί πολύτιμη στα μάτια σου η ζωή μου, και η ζωή αυτών των δούλων σου των 50 ανδρών·
14 να, κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, και κατέκαψε τους δύο πρώτους πεντηκόνταρχους, μαζί με τους 50 άνδρες τους· ας σταθεί, λοιπόν, πολύτιμη η ζωή μου στα μάτια σου.
15 Και ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Ηλία: Κατέβα μαζί του· μη φοβηθείς απ' αυτόν. Και σηκώθηκε, και κατέβηκε μαζί του προς τον βασιλιά.
16 Και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή έστειλες μηνυτές να ρωτήσουν τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών, σαν να μη υπήρχε Θεός στον Ισραήλ, για να ζητήσεις τον λόγο του, γι' αυτό δεν θα κατέβεις από το κρεβάτι σου, στο οποίο ανέβηκες, αλλά οπωσδήποτε θα πεθάνεις.
17 Και πέθανε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που μίλησε ο Ηλίας· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωράμ, στον δεύτερο χρόνο τού Ιωράμ, του γιου τού Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ιούδα· επειδή, δεν είχε γιο.
18 Και οι υπόλοιπες από τις πράξεις τού Οχοζία, όσες έκανε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;




Κεφάλαιο 2

1 ΚΑΙ όταν ο Κύριος επρόκειτο να ανεβάσει τον Ηλία στον ουρανό με ανεμοστρόβιλο, ο Ηλίας αναχώρησε μαζί με τον Ελισσαιέ από τα Γάλγαλα.
2 Και ο Ηλίας είπε στον Ελισσαιέ: Κάθησε εδώ, παρακαλώ· επειδή, ο Κύριος με έστειλε μέχρι τη Βαιθήλ. Και ο Ελισσαιέ είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και κατέβηκαν στη Βαιθήλ.
3 Και οι γιοι των προφητών, αυτοί που ήσαν στη Βαιθήλ, βγήκαν στον Ελισσαιέ, και του είπαν: Ξέρεις ότι ο Κύριος παίρνει σήμερα τον κύριό σου από πάνω από το κεφάλι σου; Και είπε: Κι εγώ το ξέρω· σωπάτε.
4 Και ο Ηλίας τού είπε: Ελισσαιέ, κάθησε εδώ, παρακαλώ· επειδή, ο Κύριος με έστειλε στην Ιεριχώ. Κι εκείνος είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και ήρθαν στην Ιεριχώ.
5 Και οι μαθητές των προφητών, αυτοί που ήσαν στην Ιεριχώ, ήρθαν στον Ελισσαιέ, και του είπαν: Ξέρεις ότι σήμερα ο Κύριος παίρνει τον κύριό σου από πάνω από το κεφάλι σου; Και είπε: Κι εγώ το ξέρω· σωπάτε.
6 Και ο Ηλίας τού είπε: Κάθησε εδώ, παρακαλώ· επειδή, ο Κύριος με έστειλε στον Ιορδάνη. Κι εκείνος είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και πήγαν και οι δύο μαζί.
7 Και πήγαν 50 άνδρες από τους γιους των προφητών, και στάθηκαν απέναντι από μακριά· κι εκείνοι οι δύο στάθηκαν δίπλα στον Ιορδάνη.
8 Και ο Ηλίας πήρε τη μηλωτή του, και τη δίπλωσε, και χτύπησε τα νερά, και χωρίστηκαν από εδώ και από εκεί, και διάβηκαν και οι δύο διαμέσου ξηράς.
9 Και όταν διάβηκαν, ο Ηλίας είπε στον Ελισσαιέ: Ζήτησέ μου τι να σου κάνω, πριν αναληφθώ από σένα. Και ο Ελισσαιέ είπε: Διπλάσια μερίδα από το πνεύμα σου ας είναι, παρακαλώ, επάνω μου.
10 Κι εκείνος είπε: Σκληρό πράγμα ζήτησες· όμως, αν με δεις να αναλαμβάνομαι από σένα, θα γίνει σε σένα έτσι· αλλιώς, δεν θα γίνει.
11 Κι ενώ περπατούσαν, καθώς ακόμα μιλούσαν, να, μια άμαξα φωτιάς, και άλογα φωτιάς, και τους διαχώρισαν και τους δύο, και ο Ηλίας ανέβηκε με ανεμοστρόβιλο στον ουρανό.
12 Και ο Ελισσαιέ έβλεπε, και βοούσε: Πατέρα μου, πατέρα μου, άμαξα του Ισραήλ, και ιππικό του! Και δεν τον είδε ξανά· και έπιασε τα ιμάτιά του, και τα έσχισε σε δύο κομμάτια.
13 Και αφού σήκωσε τη μηλωτή τού Ηλία, που είχε πέσει από πάνω από εκείνον, επέστρεφε, και στάθηκε στο χείλος του Ιορδάνη.
14 Και παίρνοντας τη μηλωτή του Ηλία, που είχε πέσει πάνω από εκείνον, χτύπησε τα νερά, και είπε: Πού είναι ο Κύριος, ο Θεός του Ηλία; Και καθώς χτύπησε τα νερά, χωρίστηκαν από εδώ και από εκεί· και ο Ελισσαιέ διάβηκε.
15 Και βλέποντάς τον οι γιοι των προφητών, αυτοί που ήσαν από απέναντι, είπαν: Το πνεύμα τού Ηλία επαναπαύθηκε επάνω στον Ελισσαιέ. Και ήρθαν σε συνάντησή του, και τον προσκύνησαν μέχρι το έδαφος.
16 Και του είπαν: Δες, τώρα, 50 δυνατοί άνδρες είναι μαζί με τους δούλους σου· ας πάνε, παρακαλούμε, και ας ζητήσουν τον κύριό σου, μήπως τον σήκωσε το Πνεύμα τού Κυρίου, και τον έρριξε επάνω σε κάποιο βουνό ή επάνω σε κάποια κοιλάδα. Και είπε: Μη στείλετε.
17 Αλλά, αφού τον βίαζαν τόσο, ώστε ντρεπόταν, είπε: Στείλτε. Έστειλαν, λοιπόν, 50 άνδρες, και τον αναζήτησαν τρεις ημέρες, όμως δεν τον βρήκαν.
18 Και όταν γύρισαν σ' αυτόν, (επειδή έμεινε στην Ιεριχώ), τους είπε: Δεν σας είχα πει: Μη πηγαίνετε;
19 Και οι άνδρες της πόλης είπαν στον Ελισσαιέ: Δες, τώρα, η θέση τής πόλης αυτής είναι καλή, όπως βλέπει ο κύριός μου· τα νερά όμως είναι κακά, και η γη είναι άγονη.
20 Και είπε: Φέρτε μου μια καινούργια φιάλη, και βάλτε σ' αυτήν αλάτι. Και του έφεραν.
21 Και βγήκε στην πηγή των νερών, και έρριξε εκεί το αλάτι, και είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Θεράπευσα αυτά τα νερά· δεν θα υπάρχει πλέον απ' αυτά θάνατος ή ακαρπία.
22 Και γιατρεύτηκαν τα νερά μέχρι αυτή την ημέρα, σύμφωνα με τον λόγο τού Ελισσαιέ, που μίλησε.
23 Και από εκεί ανέβηκε στη Βαιθήλ· κι ενώ αυτός ανέβαινε στον δρόμο, βγήκαν από την πόλη μερικά μικρά παιδιά, και τον κορόιδευαν, και του έλεγαν: Ανέβαινε, φαλακρέ! Ανέβαινε, φαλακρέ!
24 Κι εκείνος στράφηκε πίσω, και βλέποντάς τα, τα καταράστηκε στο όνομα του Κυρίου. Και βγήκαν από το δάσος δύο αρκούδες, και διασπάραξαν απ' αυτά 42 παιδιά.
25 Και από εκεί πήγε στο βουνό τον Κάρμηλο· και από εκεί γύρισε στη Σαμάρεια.




Κεφάλαιο 3

1 ΚΑΙ ο Ιωράμ, ο γιος τού Αχαάβ, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ στη Σαμάρεια, τον 18ο χρόνο τού Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ιούδα· και βασίλευσε 12 χρόνια.
2 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όχι όμως όπως ο πατέρας του και η μητέρα του· επειδή, σήκωσε το άγαλμα του Βάαλ, που είχε κάνει ο πατέρας του.
3 Όμως, ήταν προσκολλημένος στις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει· δεν απομακρύνθηκε απ' αυτές.
4 Και ο Μησά, ο βασιλιάς τού Μωάβ, είχε κοπάδια, και έδινε στον βασιλιά τού Ισραήλ 100.000 αρνιά, και 100.000 κριάρια μαζί με τα μαλλιά τους.
5 Αλλά, αφού πέθανε ο Αχαάβ, ο βασιλιάς τού Μωάβ αποστάτησε ενάντια στον βασιλιά τού Ισραήλ.
6 Και ο βασιλιάς Ιωράμ βγήκε κατά τον καιρό εκείνο από τη Σαμάρεια, και αρίθμησε ολόκληρο τον Ισραήλ.
7 Και πήγε και έστειλε στον Ιωσαφάτ, τον βασιλιά τού Ιούδα, λέγοντας: Ο βασιλιάς τού Μωάβ αποστάτησε εναντίον μου· έρχεσαι μαζί μου σε πόλεμο εναντίον τού Μωάβ; Και εκείνος είπε: Θα ανέβω· εγώ είμαι όπως εσύ, ο λαός μου όπως ο λαός σου, τα άλογά μου όπως τα άλογά σου.
8 Και είπε: Διαμέσου τίνος δρόμου θα ανέβεις; Κι εκείνος απάντησε: Διαμέσου τού δρόμου τής ερήμου τού Εδώμ.
9 Και πήγε ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και ο βασιλιάς τού Ιούδα, και ο βασιλιάς τού Εδώμ· και βάδισαν κυκλικά δρόμο επτά ημερών· και δεν υπήρχε νερό για το στρατόπεδο, και για τα κτήνη που τους ακολουθούσαν.
10 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε: Ω! Βέβαια, ο Κύριος συγκέντρωσε αυτούς τους τρεις βασιλιάδες, για να τους παραδώσει στο χέρι τού Μωάβ!
11 Και ο Ιωσαφάτ είπε: Δεν υπάρχει εδώ ένας προφήτης τού Κυρίου, για να ρωτήσουμε διαμέσου αυτού τον Κύριο; Και ένας από τους δούλους τού βασιλιά τού Ισραήλ, απάντησε, και είπε: Υπάρχει εδώ ο Ελισσαιέ, ο γιος τού Σαφάτ, που έχυνε νερό στα χέρια τού Ηλία.
12 Και ο Ιωσαφάτ είπε: Λόγος τού Κυρίου είναι μ' αυτόν. Και κατέβηκαν σ' αυτόν ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και ο Ιωσαφάτ, και ο βασιλιάς τού Εδώμ.
13 Και ο Ελισσαιέ είπε στον βασιλιά τού Ισραήλ: Τι υπάρχει ανάμεσα σε σένα και μένα; Πήγαινε στους προφήτες τού πατέρα σου, και στους προφήτες τής μητέρας σου. Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε: Μη· επειδή, ο Κύριος συγκέντρωσε αυτούς τους τρεις βασιλιάδες, για να τους παραδώσει στο χέρι τού Μωάβ.
14 Και ο Ελισσαιέ είπε: Ζει ο Κύριος των δυνάμεων, μπροστά στον οποίο παραστέκομαι· βέβαια, αν δεν σεβόμουν το πρόσωπο του Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ιούδα, δεν θα επέβλεπα σε σένα ούτε θα σε έβλεπα·
15 τώρα, όμως, φέρτε μου έναν ψαλτωδό. Κι ενώ ο ψαλτωδός έψαλλε, ήρθε επάνω του το χέρι τού Κυρίου.
16 Και είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Κάνε αυτή την κοιλάδα λάκκους-λάκκους·
17 επειδή, έτσι λέει ο Κύριος: Δεν θα δείτε άνεμο, και δεν θα δείτε βροχή· και η κοιλάδα αυτή θα γεμίσει από νερό, και θα πιείτε, εσείς, και τα κοπάδια σας, και τα κτήνη σας·
18 αλλά, αυτό είναι μικρό πράγμα στα μάτια τού Κυρίου· στο χέρι σας θα παραδώσει και τον Μωάβ·
19 και θα πατάξετε κάθε οχυρή πόλη, και κάθε εκλεκτή πόλη, και θα ρίξετε κάτω κάθε καλό δέντρο, και θα φράξετε όλες τις πηγές των νερών, και με πέτρες θα κάνετε άχρηστη κάθε καλή μερίδα γης.
20 Και το πρωί, καθώς προσφερόταν η προσφορά, ξάφνου, ήρθαν νερά από τον δρόμο τού Εδώμ, και η γη γέμισε από νερά.
21 Και όταν όλοι οι Μωαβίτες άκουσαν ότι ανέβηκαν οι βασιλιάδες για να τους πολεμήσουν, συγκεντρώθηκαν όλοι εκείνοι που περιζώνονται μάχαιρα κι επάνω, και στάθηκαν στα σύνορα.
22 Και σηκώθηκαν το πρωί, και καθώς ανέτειλε ο ήλιος επάνω στα νερά, οι Μωαβίτες είδαν από απέναντι τα νερά κόκκινα σαν αίμα·
23 και είπαν: Αίμα είναι αυτό· σίγουρα, οι βασιλιάδες πολέμησαν, και χτυπήθηκαν μεταξύ τους· τώρα, λοιπόν, στα λάφυρα, Μωάβ.
24 Και όταν ήρθαν στο στρατόπεδο του Ισραήλ, σηκώθηκαν οι Ισραηλίτες και χτύπησαν τους Μωαβίτες, ώστε έφυγαν από μπροστά τους· και χτυπώντας τούς Μωαβίτες, μπήκαν μέσα στη γη τους·
25 και κατέστρεψαν τις πόλεις· και σε κάθε καλή μερίδα γης έρριξαν κάθε ένας την πέτρα του, και τη γέμισαν· και έφραξαν όλες τις πηγές των νερών, και κάθε καλό δέντρο το έρριξαν κάτω· ώστε, στην Κιρ-αρασέθ έμειναν οι πέτρες της, και οι σφενδονιστές, αφού την κύκλωσαν, την πάταξαν.
26 Και όταν ο βασιλιάς τού Μωάβ είδε ότι η μάχη υπερίσχυε εναντίον του, πήρε μαζί του 700 άνδρες, που φορούσαν ξίφη, για να κόψουν στα δύο τον στρατό, μέχρι τον βασιλιά τού Εδώμ· όμως, δεν μπόρεσαν.
27 Τότε, πήρε τον πρωτότοκο γιο του, που επρόκειτο να βασιλεύσει αντ' αυτού και τον πρόσφερε ολοκαύτωμα επάνω στο τείχος. Και έγινε μεγάλη αγανάκτηση μέσα στον Ισραήλ· και αφού αναχώρησαν απ' αυτόν, γύρισαν στη γη τους.




Κεφάλαιο 4

1 ΚΑΙ κάποια από τις γυναίκες των γιων των προφητών βοούσε στον Ελισσαιέ, λέγοντας: Ο δούλος σου ο άνδρας μου πέθανε· κι εσύ γνωρίζεις ότι ο δούλος σου φοβόταν τον Κύριο· και ο δανειστής ήρθε να πάρει στον εαυτό του για δούλους τούς δύο γιους μου.
2 Και ο Ελισσαιέ τής είπε: Τι να σου κάνω; Φανέρωσέ μου τι έχεις στο σπίτι σου; Κι εκείνη είπε: Η δούλη σου δεν έχει στο σπίτι, παρά ένα δοχείο λάδι.
3 Και είπε: Πήγαινε, δανείσου απέξω δοχεία, από όλους τους γειτόνους σου, δοχεία αδειανά· δανείσου όχι λίγα·
4 μπες έπειτα μέσα, και κλείσε την πόρτα πίσω σου, και πίσω από τους γιους σου, και χύσε από το λάδι σε όλα εκείνα τα σκεύη, κι εκείνα που γεμίζουν βάζε τα κατά μέρος.
5 Αναχώρησε, λοιπόν, απ' αυτόν, και έκλεισε την πόρτα πίσω της, και πίσω από τους γιους της· κι εκείνοι πλησίαζαν σ' αυτήν τα δοχεία, κι αυτή έχυνε μέσα το λάδι.
6 Και αφού γέμισαν τα δοχεία, είπε στον γιο της: Φέρε μου και άλλο δοχείο. Κι εκείνος τής είπε: Δεν υπάρχει άλλο δοχείο. Και το λάδι σταμάτησε.
7 Τότε, ήρθε, και ανήγγειλε στον άνθρωπο του Θεού. Κι εκείνος είπε: Πήγαινε, πούλησε το λάδι, και πλήρωσε το χρέος σου, και με το υπόλοιπο ζήσε, εσύ και τα παιδιά σου.
8 Και κάποια ημέρα ο Ελισσαιέ διάβαινε προς τη Σουνάμ, όπου ήταν κάποια μεγάλη γυναίκα, και τον κράτησε για να φάει ψωμί. Και όσες φορές διάβαινε, στρεφόταν εκεί για να φάει ψωμί.
9 Και η γυναίκα είπε στον άνδρα της: Δες, τώρα, γνωρίζω ότι αυτός ο άνθρωπος του Θεού είναι άγιος, αυτός που πάντοτε διαβαίνει προς εμάς·
10 ας κάνουμε, παρακαλώ, ένα μικρό υπερώο επάνω στον τοίχο· κι ας βάλουμε εκεί ένα κρεβάτι, κι ένα τραπέζι, κι ένα κάθισμα, κι ένα λυχνάρι, για να στρέφεται εκεί, όταν έρχεται σε μας.
11 Και κάποια ημέρα ήρθε εκεί, και στράφηκε στο υπερώο, και κοιμήθηκε εκεί.
12 Και είπε στον Γιεζεί τον υπηρέτη του: Κάλεσε αυτή τη Σουναμίτισσα. Και όταν την κάλεσε, στάθηκε μπροστά του.
13 Και του είπε: Πες της τώρα: Δες, εσύ πήρες επάνω σου όλες αυτές τις φροντίδες για μας· τι να σου κάνω; Έχεις να πεις τίποτε στον βασιλιά ή στον αρχιστράτηγο; Κι εκείνη αποκρίθηκε: Εγώ κατοικώ ανάμεσα στον λαό μου.
14 Και είπε: Τι να της κάνω, λοιπόν; Και ο Γιεζεί απάντησε: Πραγματικά, αυτή δεν έχει παιδί, και ο άνδρας της είναι γέροντας.
15 Και είπε: Κάλεσέ την. Και όταν την κάλεσε, στάθηκε στην πόρτα.
16 Και είπε: Τον ερχόμενο χρόνο, κατά την εποχή αυτή, θα έχεις έναν γιο στην αγκαλιά σου. Κι εκείνη είπε: Μη, κύριέ μου, άνθρωπε του Θεού, μη πεις ψέματα στη δούλη σου.
17 Και η γυναίκα συνέλαβε, και γέννησε γιο τον ερχόμενο χρόνο, κατά την εποχή που της είχε πει ο Ελισσαιέ.
18 Και όταν το παιδί μεγάλωσε, βγήκε κάποια ημέρα στον πατέρα του, στους θεριστές.
19 Και είπε στον πατέρα του: Το κεφάλι μου, το κεφάλι μου! Κι εκείνος είπε στον δούλο: Πάρ' το στη μητέρα του.
20 Και καθώς το πήρε, το έφερε στη μητέρα του, και το κάθισε επάνω στα γόνατά της μέχρι το μεσημέρι, και πέθανε.
21 Και ανέβηκε, και το πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι τού ανθρώπου του Θεού, και έκλεισε από πάνω του την πόρτα, και βγήκε.
22 Και κάλεσε τον άνδρα της, λέγοντας: Στείλε μου, παρακαλώ, έναν από τους δούλους, και ένα γαϊδούρι, για να τρέξω στον άνθρωπο του Θεού, και να γυρίσω.
23 Κι εκείνος είπε: Γιατί πηγαίνεις σήμερα σ' αυτόν; Δεν είναι νεομηνία ούτε σάββατο. Κι εκείνη είπε: Ειρήνη.
24 Τότε έστρωσε το γαϊδούρι, και είπε στον δούλο της: Τράβα, και προχώρα· μη μου σταματήσεις την πορεία, εκτός αν σε προστάξω.
25 Και πήγε, και ήρθε στον άνθρωπο του Θεού, στο βουνό τον Κάρμηλο. Και καθώς ο άνθρωπος του Θεού την είδε από μακριά, είπε στον Γιεζεί, τον υπηρέτη του: Δες, η Σουναμίτισσα εκείνη!
26 Τώρα, λοιπόν, τρέξε σε συνάντησή της· και πες της: Είσαι καλά; Είναι καλά ο άνδρας σου; Είναι καλά το παιδί; Κι εκείνη είπε: Καλά.
27 Και όταν ήρθε στον άνθρωπο του Θεού στο βουνό, έπιασε τα πόδια του· και ο Γιεζεί πλησίασε να την αποσύρει. Ο άνθρωπος του Θεού, όμως, είπε: Άφησέ την· επειδή, η ψυχή της είναι μέσα της κατάπικρη· και ο Κύριος μου το έκρυψε, και δεν μου το φανέρωσε.
28 Κι εκείνη είπε: Μήπως ζήτησα γιο από τον κύριό μου; Δεν είπα: Μη με απατάς;
29 Τότε, είπε στον Γιεζεί: Ζώσε την οσφύ σου, και πάρε τη βακτηρία μου στο χέρι σου, και πήγαινε· αν συναντήσεις άνθρωπο, μη τον χαιρετήσεις· και αν κάποιος σε χαιρετήσει, μη του απαντήσεις· και βάλε τη βακτηρία μου επάνω στο πρόσωπο του παιδιού.
30 Και η μητέρα του παιδιού είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και σηκώθηκε, και την ακολούθησε.
31 Και ο Γιεζεί πέρασε μπροστά τους, και έβαλε τη βακτηρία επάνω στο πρόσωπο του παιδιού· όμως, καμιά φωνή, και καμιά ακρόαση. Γι' αυτό, επέστρεψε σε συνάντησή του, και του ανήγγειλε, λέγοντας: Το παιδί δεν ξύπνησε.
32 Και όταν ο Ελισσαιέ μπήκε μέσα στο σπίτι, να, το παιδί ήταν νεκρό, πλαγιασμένο επάνω στο κρεβάτι του.
33 Μπήκε, λοιπόν, μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω απ' αυτούς τους δύο, και προσευχήθηκε στον Κύριο.
34 Και ανέβηκε, και πλάγιασε επάνω στο παιδί, και έβαλε το στόμα του επάνω στο στόμα εκείνου, και τα μάτια του επάνω στα μάτια εκείνου, και τα χέρια του επάνω στα χέρια εκείνου· και ξάπλωσε επάνω σ' αυτό και θερμάνθηκε η σάρκα τού παιδιού.
35 Έπειτα σύρθηκε, και περπατούσε στο οίκημα, πότε εδώ και πότε εκεί· και ανέβηκε πάλι, και ξάπλωσε επάνω του· και το παιδί φτερνίστηκε μέχρι επτά φορές, και το παιδί άνοιξε τα μάτια του.
36 Και φώναξε τον Γιεζεί, και είπε: Κάλεσε αυτή τη Σουναμίτισσα. Και την κάλεσε· και όταν μπήκε μέσα σ' αυτόν, είπε: Πάρε τον γιο σου.
37 Και εκείνη μπήκε μέσα, και έπεσε στα πόδια του, και προσκύνησε μέχρι το έδαφος, και σήκωσε τον γιο της, και βγήκε έξω.
38 Και ο Ελισσαιέ γύρισε στα Γάλγαλα· και ήταν πείνα στη γη· και οι γιοι των προφητών κάθονταν μπροστά του· και είπε στον υπηρέτη του: Στήσε το μεγάλο καζάνι, και ψήσε μαγείρεμα για τους γιους των προφητών.
39 Και καθώς κάποιος βγήκε στο χωράφι για να μαζέψει χόρτα, βρήκε μια αγριοκολοκυθιά, και μάζεψε απ' αυτή άγρια κολοκύθια μέχρις ότου γέμισε το ιμάτιό του, και, γυρίζοντας, τα έκοψε στο καζάνι τού μαγειρέματος, επειδή δεν τα γνώριζαν.
40 Έπειτα, κένωσαν στους ανθρώπους για να φάνε· και καθώς έφαγαν από το μαγείρεμα, αναφώνησαν, και είπαν: Άνθρωπε του Θεού, μέσα στο καζάνι είναι θάνατος. Και δεν μπορούσαν να φάνε.
41 Κι εκείνος είπε: Φέρτε αλεύρι. Και το έρριξε στο καζάνι. Έπειτα, είπε: Κένωσε στον λαό, για να φάνε. Και δεν υπήρχε πλέον τίποτε κακό μέσα στο καζάνι.
42 Και ένας άνθρωπος από τη Βάαλ-σαλισά ήρθε, και έφερε ψωμί στον άνθρωπο του Θεού από τα πρωτογεννήματα, 20 κρίθινα ψωμιά, και νωπά στάχυα σιταριού, μέσα στον σάκο του. Και είπε: Δώσε στον λαό, για να φάνε.
43 Και ο υπηρέτης του είπε: Τι είναι αυτό για να το βάλω μπροστά σε 100 ανθρώπους; Κι εκείνος είπε: Δώσε στον λαό, για να φάνε· επειδή, έτσι λέει ο Κύριος· θα φάνε και θα αφήσουν υπόλοιπο.
44 Τότε, έβαλε μπροστά τους, και έφαγαν, και άφησαν υπόλοιπο, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.




Κεφάλαιο 5

1 ΚΑΙ ο Νεεμάν, ο στρατηγός τού βασιλιά τής Συρίας, ήταν μεγάλος μπροστά στον κύριό του, και τον τιμούσαν, επειδή ο Κύριος έδωσε διαμέσου αυτού σωτηρία στη Συρία· και ο άνθρωπος ήταν δυνατός σε ισχύ· όμως, ήταν λεπρός.
2 Και οι Σύριοι βγήκαν κατά τάγματα, και έφεραν μια αιχμάλωτη από τη γη τού Ισραήλ, κάποια μικρή κόρη· και υπηρετούσε τη γυναίκα τού Νεεμάν.
3 Και είπε στην κυρία της: Είθε ο κύριός μου να ήταν μπροστά στον προφήτη, που είναι στη Σαμάρεια! Επειδή, θα τον γιάτρευε από τη λέπρα του.
4 Και μπαίνοντας μέσα ο Νεεμάν ανήγγειλε στον κύριό του, λέγοντας: Έτσι κι έτσι μίλησε η κόρη από τη γη τού Ισραήλ.
5 Και ο βασιλιάς τής Συρίας είπε: Έλα, πήγαινε, και θα στείλω επιστολή στον βασιλιά τού Ισραήλ. Και αναχώρησε, και πήρε στο χέρι του δέκα τάλαντα ασήμι, και 6.000 χρυσά νομίσματα, και δέκα αλλαξιές ενδυμάτων.
6 Και έφερε την επιστολή προς τον βασιλιά τού Ισραήλ, που έλεγε: Και, τώρα, καθώς θάρθει αυτή η επιστολή σε σένα, δες, έστειλα σε σένα τον Νεεμάν τον δούλο μου, για να τον γιατρέψεις από τη λέπρα του.
7 Και όταν ο βασιλιάς τού Ισραήλ διάβασε την επιστολή, ξέσχισε τα ιμάτιά του, και είπε: Θεός είμαι εγώ, για να θανατώνω και να ζωοποιώ, ώστε αυτός μου στέλνει να γιατρέψω έναν άνθρωπο από τη λέπρα του; Γνωρίστε, λοιπόν, παρακαλώ, και δείτε ότι αυτός ζητάει πρόφαση εναντίον μου.
8 Και καθώς ο Ελισσαιέ, ο άνθρωπος του Θεού, άκουσε ότι ο βασιλιάς τού Ισραήλ ξέσχισε τα ιμάτιά του, έστειλε στον βασιλιά, λέγοντας: Γιατί ξέσχισες τα ιμάτιά σου; Ας έρθει τώρα σε μένα, και θα γνωρίσει ότι υπάρχει προφήτης μέσα στον Ισραήλ.
9 Τότε, ήρθε ο Νεεμάν μαζί με τα άλογά του και με την άμαξά του, και στάθηκε στη θύρα τού σπιτιού τού Ελισσαιέ.
10 Και έστειλε σ' αυτόν ο Ελισσαιέ έναν μηνυτή, λέγοντας: Πήγαινε, βουτήξου μέσα στον Ιορδάνη επτά φορές, και θα επανέλθει η σάρκα σου σε σένα, και θα καθαριστείς.
11 Ο Νεεμάν όμως θύμωσε, και αναχώρησε, και είπε: Δέστε, εγώ έλεγα: Σίγουρα θα βγει έξω σε μένα, και θα σταθεί, και θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου τού Θεού του, και θα κινήσει το χέρι του επάνω στον τόπο, και θα γιατρέψει τον λεπρό·
12 ο Αβανά και ο Φαρφάρ, τα ποτάμια τής Δαμασκού, δεν είναι καλύτερα, περισσότερο από όλα τα νερά τού Ισραήλ; Δεν μπορούσα να βουτηχτώ μέσα σ' αυτά, και να καθαριστώ; Και αφού στράφηκε, αναχώρησε με θυμό.
13 Πλησίασαν, όμως, οι δούλοι του, και του μίλησαν, και είπαν: Πατέρα μου, αν ο προφήτης σού έλεγε ένα μεγάλο πράγμα, δεν θα το έκανες; Πόσο μάλλον τώρα, όταν σου λέει: Βουτήξου μέσα, και καθαρίσου;
14 Τότε, κατέβηκε, και βυθίστηκε επτά φορές στον Ιορδάνη, σύμφωνα με τον λόγο τού ανθρώπου τού Θεού· και η σάρκα του αποκαταστάθηκε σαν τη σάρκα μικρού παιδιού, και καθαρίστηκε.
15 Και γύρισε στον άνθρωπο του Θεού, αυτός, και ολόκληρη η συνοδεία του, και ήρθε και στάθηκε μπροστά του· και είπε: Δες, τώρα γνώρισα ότι δεν υπάρχει Θεός σε ολόκληρη τη γη, παρά μονάχα μέσα στον Ισραήλ· γι' αυτό, τώρα, δέξου, παρακαλώ, ένα δώρο από τον δούλο σου.
16 Κι εκείνος είπε: Ζει ο Κύριος, μπροστά στον οποίον παραστέκομαι, δεν θα δεχθώ. Κι εκείνος τον βίαζε να δεχθεί, αλλά δεν έστερξε.
17 Και ο Νεεμάν είπε: Και αν όχι, ας δοθεί, παρακαλώ, στον δούλο σου ένα φορτίο δύο μουλαριών από τούτο το χώμα, επειδή ο δούλος σου δεν θα προσφέρει στο εξής ολοκαύτωμα ούτε θυσία σε άλλους θεούς, παρά μονάχα στον Κύριο·
18 για τούτο το πράγμα ας συγχωρήσει ο Κύριος τον δούλο σου, ότι, όταν ο κύριός μου μπαίνει στον οίκο τού Ριμμών για να προσκυνήσει εκεί, και στηρίζεται επάνω στο χέρι μου, κι εγώ κλίνω τον εαυτό μου στον οίκο τού Ριμμών, ο Κύριος ας συγχωρήσει τον δούλο σου για το πράγμα αυτό!
19 Και του είπε: Πήγαινε με ειρήνη. Και αναχώρησε απ' αυτόν ένα μικρό διάστημα.
20 Και ο Γιεζεί, ο υπηρέτης τού Ελισσαιέ, του ανθρώπου τού Θεού, είπε: Δες, ο κύριός μου λυπήθηκε τον Νεεμάν, αυτόν τον Σύριο, ώστε να μη πάρει από το χέρι του εκείνο που έφερε· εντούτοις, ζει ο Κύριος, εγώ θα τρέξω πίσω του, και θα πάρω απ' αυτόν κάτι.
21 Και ο Γιεζεί έτρεξε πίσω από τον Νεεμάν. Και όταν τον είδε ο Νεεμάν να τρέχει πίσω του, πήδηξε από την άμαξα σε συνάντησή του, και είπε: Είστε καλά;
22 Κι εκείνος είπε: Καλά· ο κύριός μου με έστειλε, λέγοντας: Δες, αυτή την ώρα ήρθαν σε μένα, από το βουνό Εφραϊμ, δύο νέοι από τους γιους των προφητών· δώσ' τους, παρακαλώ, ένα τάλαντο ασήμι, και δύο αλλαξιές ενδυμάτων.
23 Και ο Νεεμάν είπε: Πάρε ευχαρίστως δύο τάλαντα. Και τον βίασε, και έδεσε τα δύο τάλαντα ασήμι σε δύο θυλάκια, μαζί με δύο αλλαξιές ενδυμάτων· και τα έβαλε σε δύο από τους δούλους του, και τα βάσταζαν μπροστά του.
24 Και όταν ήρθε στην Οφήλ, τα πήρε από τα χέρια τους, και τα φύλαξε στο σπίτι· και απέλυσε τους άνδρες, και αναχώρησαν.
25 Κι αυτός μπήκε μέσα, και στάθηκε μπροστά στον κύριό του. Και ο Ελισσαιέ είπε σ' αυτόν: Από πού έρχεσαι, Γιεζεί; Κι εκείνος είπε: Ο δούλος σου δεν πήγε πουθενά.
26 Και του είπε: Δεν πήγε η καρδιά μου μαζί σου, όταν γύρισε ο άνθρωπος από την άμαξά του σε συνάντησή σου; Είναι τώρα καιρός να πάρεις ασήμι, και να πάρεις ιμάτια, και ελαιώνες, και αμπελώνες, και πρόβατα, και βόδια, και δούλους, και δούλες;
27 Γι' αυτό, η λέπρα τού Νεεμάν θα κολληθεί σε σένα, και στο σπέρμα σου, στον αιώνα. Και βγήκε από μπροστά του γεμάτος λέπρα σαν χιόνι.




Κεφάλαιο 6

1 ΚΑΙ οι γιοι των προφητών είπαν στον Ελισσαιέ: Δες, τώρα, ο τόπος, στον οποίο κατοικούμε εμείς μπροστά σου, είναι στενός για μας·
2 ας πάμε, παρακαλούμε, μέχρι τον Ιορδάνη, κι ας πάρουμε από εκεί ο καθένας μια δοκό, κι ας κάνουμε για τον εαυτό μας εκεί τόπο, για να κατοικούμε εκεί. Κι εκείνος είπε: Πηγαίνετε.
3 Και ο ένας είπε: Ευαρεστήσου, παρακαλώ, νάρθεις μαζί με τους δούλους σου. Και είπε: Θάρθω.
4 Και πήγε μαζί τους. Και καθώς ήρθαν στον Ιορδάνη, έκοβαν τα ξύλα.
5 Κι ενώ ο ένας έρριχνε κάτω τη δοκό, έπεσε το σιδερένιο κομμάτι στο νερό· και βόησε, και είπε: Ω, κύριε! Κι αυτό ήταν δανεικό!
6 Και ο άνθρωπος του Θεού είπε: Πού έπεσε; Και του έδειξε το μέρος. Τότε έκοψε μια σχίζα από ξύλο, και την έρριξε εκεί· και το σιδερένιο κομμάτι επέπλευσε.
7 Και είπε: Πάρ' το κοντά σου. Και αφού άπλωσε το χέρι του, το πήρε.
8 Και ο βασιλιάς τής Συρίας πολεμούσε ενάντια στον Ισραήλ, και έκανε συμβούλιο με τους δούλους του, λέγοντας: Σ' εκείνον και σ' εκείνον τον τόπο θα στρατοπεδεύσω.
9 Και ο άνθρωπος του Θεού έστειλε στον βασιλιά τού Ισραήλ, λέγοντας: Φυλάξου να μη περάσεις από εκείνο τον τόπο, επειδή εκεί στρατοπεδεύουν οι Σύριοι.
10 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ έστειλε στον τόπο, που είχε πει ο άνθρωπος του Θεού, και παρήγγειλε γι' αυτόν· και προφυλάχθηκε από εκεί όχι μία ούτε δύο φορές.
11 Και η καρδιά τού βασιλιά τής Συρίας ταράχτηκε γι' αυτό το πράγμα· και αφού συγκάλεσε τους δούλους του, τους είπε: Δεν θα μου αναγγείλετε, ποιος από μας είναι με το μέρος τού βασιλιά τού Ισραήλ;
12 Και ένας από τους δούλους του είπε: Κανένας, κύριέ μου βασιλιά· αλλά ο Ελισσαιέ, ο προφήτης, αυτός που είναι στον Ισραήλ, αναγγέλλει στον βασιλιά τού Ισραήλ τα λόγια, που μιλάς στο ταμείο τού κοιτώνα σου.
13 Και είπε: Πηγαίνετε, και δείτε πού είναι, για να στείλω να τον συλλάβω. Και του ανήγγειλαν λέγοντας: Να, είναι στη Δωθάν.
14 Και έστειλε εκεί άλογα, και άμαξες, και έναν μεγάλο στρατό, που, καθώς ήρθαν τη νύχτα, περικύκλωσαν την πόλη.
15 Και όταν το πρωί ο υπηρέτης τού ανθρώπου τού Θεού σηκώθηκε, και βγήκε έξω, ξάφνου, στρατός είχε περικυκλώσει την πόλη με άλογα και άμαξες. Και ο υπηρέτης του είπε σ' αυτόν: Ω, κύριε! Τι θα κάνουμε;
16 Και εκείνος είπε: Μη φοβάσαι· επειδή, περισσότεροι είναι αυτοί που είναι μαζί μας, παρά εκείνοι που είναι μαζί τους.
17 Και ο Ελισσαιέ προσευχήθηκε, και είπε: Κύριε, άνοιξε, παρακαλώ, τα μάτια του για να δει. Και ο Κύριος άνοιξε τα μάτια τού υπηρέτη, και είδε· και να, το βουνό ήταν γεμάτο από άλογα και πύρινες άμαξες γύρω από τον Ελισσαιέ.
18 Και όταν κατέβηκαν σ' αυτόν οι Σύριοι, ο Ελισσαιέ προσευχήθηκε στον Κύριο, και είπε: Πάταξε, παρακαλώ, αυτόν τον λαό με αορασία. Και τους πάταξε με αορασία σύμφωνα με τον λόγο τού Ελισσαιέ.
19 Και ο Ελισσαιέ είπε σ' αυτούς: Δεν είναι αυτός ο δρόμος, ούτε αυτή η πόλη· ελάτε πίσω μου, και θα σας φέρω στον άνθρωπο που ζητάτε. Και τους έφερε στη Σαμάρεια.
20 Και όταν ήρθαν στη Σαμάρεια, ο Ελισσαιέ είπε: Κύριε, άνοιξε τα μάτια τους, για να βλέπουν. Και ο Κύριος άνοιξε τα μάτια τους, και είδαν· και να, ήσαν στο μέσον τής Σαμάρειας.
21 Και καθώς ο βασιλιάς τού Ισραήλ τούς είδε, είπε στον Ελισσαιέ: Να πατάξω, να πατάξω, πατέρα μου;
22 Και εκείνος είπε: Μη πατάξεις· θα είχες πατάξει εκείνους, που είχες αιχμαλωτίσει με τη ρομφαία σου και με το τόξο σου; Βάλε μπροστά τους ψωμί και νερό, κι ας φάνε, κι ας πιουν, κι ας φύγουν προς τον κύριό τους.
23 Και έβαλε μπροστά τους άφθονη τροφή· και αφού έφαγαν και ήπιαν, τους εξαπέστειλε, και αναχώρησαν στον κύριό τους. Και στο εξής δεν ήρθαν τα τάγματα της Συρίας στη γη τού Ισραήλ.
24 Και ύστερα απ' αυτά, ο Βεν-αδάδ ο βασιλιάς τής Συρίας συγκέντρωσε ολόκληρο τον στρατό του, και ανέβηκε, και πολιόρκησε τη Σαμάρεια.
25 Έγινε, όμως, μεγάλη πείνα στη Σαμάρεια· και να, την πολιορκούσαν, μέχρις ότου το κεφάλι ενός γαϊδουριού πουλήθηκε για 80 ασημένια νομίσματα, και το 1/4 ενός κάβου κοπριάς περιστεριών, για πέντε ασημένια νομίσματα.
26 Και καθώς ο βασιλιάς τού Ισραήλ διάβαινε επάνω στο τείχος, μια γυναίκα βόησε προς αυτόν, λέγοντας: Σώσε, κύριέ μου βασιλιά.
27 Κι εκείνος είπε: Αν ο Κύριος δεν σώσει, από πού θα σώσω εγώ; Μήπως από το αλώνι ή από το πατητήρι;
28 Και ο βασιλιάς τής είπε: Τι έχεις; Κι εκείνη είπε: Αυτή η γυναίκα μού είπε: Δώσε τον γιο σου, για να τον φάμε σήμερα, και αύριο θα φάμε τον γιο μου·
29 και βράσαμε τον γιο μου, και τον φάγαμε· και την επόμενη ημέρα τής είπα: Δώσε τον γιο σου, για να τον φάμε· κι εκείνη έκρυψε τον γιο της.
30 Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τής γυναίκας, ξέσχισε τα ιμάτιά του· κι ενώ διάβαινε επάνω στο τείχος, ο λαός είδε, και να, από μέσα υπήρχε σάκος επάνω στη σάρκα του.
31 Και είπε: Έτσι να κάνει ο Θεός, και έτσι να προσθέσει, αν το κεφάλι τού Ελισσαιέ, του γιου τού Σαφάτ, σταθεί σήμερα επάνω του.
32 Και ο Ελισσαιέ καθόταν στο σπίτι του, και οι πρεσβύτεροι κάθονταν μαζί του· και ο βασιλιάς έστειλε από μπροστά του έναν άνδρα· πριν, όμως, έρθει σ' αυτόν ο μηνυτής, εκείνος είπε στους πρεσβύτερους: Δεν βλέπετε ότι ο γιος τού φονευτή έστειλε να αφαιρέσει το κεφάλι μου; Προσέξτε, καθώς θάρθει ο μηνυτής, κλείστε την πόρτα, και εμποδίστε τον προς την πόρτα· η φωνή των ποδιών τού κυρίου του δεν είναι πίσω απ' αυτόν;
33 Κι ενώ μιλούσε μαζί τους, να, κατέβηκε σ' αυτόν ο μηνυτής· και είπε: Να, από τον Κύριο είναι αυτό το κακό· γιατί να ελπίσω πλέον στον Κύριο;




Κεφάλαιο 7

1 Και ο Ελισσαιέ είπε: Ακούστε τον λόγο τού Κυρίου: Έτσι λέει ο Κύριος: Αύριο, αυτή περίπου την ώρα, στην πύλη τής Σαμάρειας, ένα μέτρο σιμιγδάλι θα πουληθεί για έναν σίκλο, και δύο μέτρα κριθάρι για έναν σίκλο.
2 Και ο άρχοντας, στο χέρι τού οποίου στηριζόταν ο βασιλιάς, απάντησε στον άνθρωπο του Θεού και είπε: Και αν ακόμα ο Κύριος έκανε να ανοίξουν παράθυρα στον ουρανό, μπορούσε να γίνει αυτό το πράγμα; Και εκείνος είπε: Πρόσεξε, θα δεις με τα μάτια σου, όμως δεν θα φας απ' αυτό.
3 Υπήρχαν δε στην είσοδο της πύλης τέσσερις άνδρες λεπροί. Και είπαν ο ένας στον άλλον: Γιατί εμείς καθόμαστε εδώ μέχρις ότου πεθάνουμε;
4 Αν πούμε: Να μπούμε στην πόλη, η πείνα υπάρχει μέσα στην πόλη, και θα πεθάνουμε εκεί· αν, όμως, καθόμαστε εδώ, πάλι θα πεθάνουμε· τώρα, λοιπόν, ελάτε, και ας πέσουμε στο στρατόπεδο των Συρίων· αν μας αφήσουν ζωντανούς, θα ζήσουμε· και αν μας θανατώσουν, θα πεθάνουμε.
5 Και σηκώθηκαν, όταν σκοτείνιαζε, για να μπουν στο στρατόπεδο των Συρίων· και όταν ήρθαν μέχρι την άκρη τού στρατοπέδου τής Συρίας, να, δεν υπήρχε εκεί ούτε ένας άνθρωπος.
6 Επειδή, ο Κύριος είχε κάνει να ακουστεί κρότος αμαξών μέσα στο στρατόπεδο των Συρίων, και κρότος αλόγων, κρότος από μεγάλον στρατό· και είπαν αναμεταξύ τους: Δέστε, ο βασιλιάς τού Ισραήλ μίσθωσε εναντίον μας τους βασιλιάδες των Χετταίων, και τους βασιλιάδες των Αιγυπτίων, για νάρθουν εναντίον μας.
7 Γι' αυτό, αφού σηκώθηκαν, έφυγαν μέσα στο σκοτάδι, και εγκατέλειψαν τις σκηνές τους, και τα άλογά τους, και τα γαϊδούρια τους, και το στρατόπεδο, όπως ήταν, και έφυγαν για να διασώσουν τη ζωή τους.
8 Και όταν αυτοί οι λεπροί είχαν έρθει μέχρι την άκρη του στρατοπέδου, μπήκαν μέσα σε μια σκηνή, και έφαγαν και ήπιαν, και αφού πήραν από εκεί ασήμι και χρυσάφι και ιμάτια, πήγαν και τα έκρυψαν· και όταν γύρισαν πίσω, μπήκαν μέσα σε μια άλλη σκηνή, και πήραν από εκεί και άλλα, και πήγαν και έκρυψαν κι αυτά.
9 Τότε, είπαν αναμεταξύ τους: Εμείς δεν κάνουμε καλά· αυτή η ημέρα είναι ημέρα καλών αγγελιών, και αν εμείς σιωπούμε, και περιμένουμε μέχρι το φως τής αυγής, κάποια συμφορά θα πέσει επάνω μας· ελάτε, λοιπόν, κι ας πάμε να το αναγγείλουμε στο παλάτι τού βασιλιά.
10 Ήρθαν, λοιπόν, και βόησαν προς τους θυρωρούς τής πόλης· και τους ανήγγειλαν, λέγοντας: Ήρθαμε στο στρατόπεδο των Συρίων, και δέστε, δεν υπήρχε εκεί άνθρωπος ούτε φωνή ανθρώπου, παρά μονάχα άλογα δεμένα, και γαϊδούρια δεμένα, και σκηνές, όπως βρίσκονταν.
11 Και οι θυρωροί βόησαν και το ανήγγειλαν αυτό μέσα στο παλάτι τού βασιλιά.
12 Και αφού σηκώθηκε ο βασιλιάς τη νύχτα, είπε στους δούλους του: Τώρα, θα σας φανερώσω τι μας έκαναν οι Σύριοι: Γνώρισαν ότι είμαστε πεινασμένοι· και βγήκαν από το στρατόπεδο, για να κρυφτούν στα χωράφια, λέγοντας: Όταν βγουν από την πόλη, θα τους πιάσουμε ζωντανούς, και θα μπούμε μέσα στην πόλη.
13 Και απαντώντας ένας από τους δούλους του, είπε: Ας πάρουν, παρακαλώ, πέντε από τα υπολειπόμενα άλογα, που απέμειναν στην πόλη, (δες, αυτά είναι όπως ολόκληρο το πλήθος τού Ισραήλ, εκείνο που απέμεινε σ' αυτή· δες, είναι όπως ολόκληρο το πλήθος των Ισραηλιτών, που καταναλώθηκαν·) και ας τα στείλουμε για να δούμε.
14 Πήραν, λοιπόν, δύο ζευγάρια άλογα· και ο βασιλιάς έστειλε πίσω από το στρατόπεδο των Συρίων, λέγοντας: Πηγαίνετε και δείτε.
15 Και πήγαν πίσω τους μέχρι τον Ιορδάνη· και να, ολόκληρος ο δρόμος ήταν γεμάτος από ιμάτια και σκεύη, που οι Σύριοι είχαν ρίξει από τη βία τους. Και οι μηνυτές, αφού γύρισαν, το ανήγγειλαν στον βασιλιά.
16 Και ο λαός βγήκε και διάρπαξε το στρατόπεδο των Συρίων. Και πουλήθηκε ένα μέτρο σιμιγδάλι για έναν σίκλο, και δύο μέτρα κριθάρι για έναν σίκλο, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
17 Και ο βασιλιάς έβαλε επιτηρητή στην πύλη τον άρχοντα, στο χέρι του οποίου στηριζόταν· και τον καταπάτησε ο λαός στην πύλη, και πέθανε· όπως μίλησε ο άνθρωπος του Θεού, ο οποίος μίλησε όταν ο βασιλιάς κατέβηκε σ' αυτόν.
18 Και καθώς ο άνθρωπος τού Θεού μίλησε στον βασιλιά, λέγοντας: Δύο μέτρα κριθάρι για έναν σίκλο, και ένα μέτρο σιμιγδάλι για έναν σίκλο θα είναι αύριο, αυτή περίπου την ώρα, στην πύλη της Σαμάρειας,
19 και ο άρχοντας απάντησε στον άνθρωπο του Θεού, και είπε: Και αν τώρα ο Κύριος έκανε παράθυρα στον ουρανό, μπορούσε να γίνει ένα τέτοιο πράγμα; Κι εκείνος είπε: Να, θα το δεις με τα μάτια σου, αλλά δεν θα φας απ' αυτό,
20 έτσι και έγινε σ' αυτόν· επειδή, ο λαός τον καταπάτησε στην πύλη, και πέθανε.




Κεφάλαιο 8

1 ΚΑΙ ο Ελισσαιέ μίλησε στη γυναίκα, που της είχε αναζωοποιήσει τον γιο, λέγοντας: Σήκω, και πήγαινε, εσύ και η οικογένειά σου, και παροίκησε όπου αν μπορέσεις να παροικήσεις· επειδή, ο Κύριος κάλεσε πείνα, και μάλιστα θάρθει επάνω στη γη επτά χρόνια.
2 Και αφού η γυναίκα σηκώθηκε, έκανε σύμφωνα με τον λόγο τού ανθρώπου τού Θεού· και πήγε αυτή, και η οικογένειά της, και παροίκησε στη γη των Φιλισταίων επτά χρόνια.
3 Και μετά το τέλος των επτά χρόνων, γύρισε η γυναίκα από τη γη των Φιλισταίων· και βγήκε να βοήσει στον βασιλιά για το σπίτι της, και για τα χωράφια της.
4 Και ο βασιλιάς μίλησε στον Γιεζεί, τον υπηρέτη τού ανθρώπου τού Θεού, λέγοντας: Διηγήσου σε μένα, παρακαλώ, όλα τα μεγαλεία που έκανε ο Ελισσαιέ.
5 Κι ενώ διηγείτο στον βασιλιά πώς αναζωοποίησε τον νεκρό, να, η γυναίκα, που της είχε αναζωοποιήσει τον γιο, βόησε στον βασιλιά για το σπίτι της, και για τα χωράφια της. Και ο Γιεζεί είπε: Κύριέ μου βασιλιά, αυτή είναι η γυναίκα, κι αυτός είναι ο γιος της, που τον αναζωοποίησε ο Ελισσαιέ.
6 Και ο βασιλιάς ρώτησε τη γυναίκα, κι αυτή του διηγήθηκε το πράγμα. Τότε, ο βασιλιάς έδωσε σ' αυτή έναν ευνούχο, λέγοντας: Επίστρεψε όλα τα πράγματά της, και όλα τα προϊόντα των χωραφιών της, από την ημέρα που άφησε τη γη μέχρι σήμερα.
7 Και ο Ελισσαιέ ήρθε στη Δαμασκό. Και ο Βεν-αδάδ ο βασιλιάς τής Συρίας ήταν άρρωστος· και του ανήγγειλαν, λέγοντας: Ο άνθρωπος του Θεού ήρθε μέχρις εδώ.
8 Και ο βασιλιάς είπε στον Αζαήλ: Πάρε στο χέρι σου ένα δώρο, και πήγαινε σε συνάντηση του ανθρώπου τού Θεού, και διαμέσου αυτού ρώτησε τον Κύριο, λέγοντας: Θα αναρρώσω απ' αυτή την αρρώστια;
9 Και ο Αζαήλ πήγε σε συνάντησή του, παίρνοντας ένα δώρο στο χέρι του, και από κάθε αγαθό τής Δαμασκού, ένα φορτίο από 40 καμήλες· και καθώς ήρθε, στάθηκε μπροστά του, και είπε: Ο γιος σου ο Βεν-αδάδ, ο βασιλιάς τής Συρίας, με έστειλε σε σένα, λέγοντας: Θα αναρρώσω απ' αυτή την αρρώστια;
10 Και ο Ελισσαιέ είπε σ' αυτόν: Πήγαινε, πες του: Ναι, θα αναρρώσεις· όμως, ο Κύριος μου έδειξε ότι θα πεθάνει οπωσδήποτε.
11 Και έστησε ακίνητο το πρόσωπό του, μέχρις ότου κοκκίνισε· και ο άνθρωπος του Θεού έκλαψε.
12 Και ο Αζαήλ είπε: Γιατί κλαις, κύριέ μου; Κι εκείνος απάντησε: Επειδή, γνωρίζω όσα κακά θα κάνεις στους γιους Ισραήλ· θα παραδώσεις σε φωτιά τα οχυρώματά τους, και θα φονεύσεις με ρομφαία τούς νέους τους, και θα συντρίψεις τα νήπιά τους, και θα ξεκοιλιάσεις τις έγκυες γυναίκες.
13 Και ο Αζαήλ είπε: Αλλά, τι είναι ο δούλος σου, το σκυλί, ώστε να κάνει αυτό το μεγάλο πράγμα; Και ο Ελισσαιέ είπε: Ο Κύριος μου έδειξε, ότι εσύ θα βασιλεύσεις επάνω στη Συρία.
14 Τότε, αναχώρησε από τον Ελισσαιέ, και ήρθε στον κύριό του· και εκείνος του είπε: Τι σου είπε ο Ελισσαιέ; Και απάντησε: Μου είπε: Ναι, θα αναρρώσεις.
15 Και την επόμενη ημέρα πήρε το σκέπασμα, και αφού το βούτηξε σε νερό, το άπλωσε επάνω στο πρόσωπό του· και πέθανε· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αζαήλ.
16 ΚΑΙ στον πέμπτο χρόνο τού Ιωράμ, γιου τού Αχαάβ, βασιλιά τού Ισραήλ, ενώ ο Ιωσαφάτ βασίλευε επάνω στον Ιούδα, βασίλευσε ο Ιωράμ, ο γιος τού Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ιούδα.
17 Ήταν ηλικίας 32 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε οκτώ χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
18 Και περπάτησε στον δρόμο των βασιλιάδων τού Ισραήλ, όπως έπραξε η οικογένεια του Αχαάβ· επειδή, γυναίκα του ήταν η θυγατέρα τού Αχαάβ· και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο.
19 Ο Κύριος, όμως, δεν θέλησε να εξολοθρεύσει τον Ιούδα, εξαιτίας του Δαβίδ τού δούλου του, όπως του είχε πει, ότι θα του δώσει λυχνάρι, και στους γιους του, στον αιώνα.
20 Στις ημέρες του, ο Εδώμ αποστάτησε από την υποταγή τού Ιούδα, και κατέστησαν επάνω τους βασιλιά.
21 Γι' αυτό, ο Ιωράμ διάβηκε στη Σαείρ, και όλες οι άμαξες μαζί του· και αφού σηκώθηκε μέσα στη νύχτα, χτύπησε τους Ιδουμαίους, που ήσαν ολόγυρά του, και τους αμαξάρχες· και ο λαός έφυγαν στις σκηνές τους.
22 Εντούτοις, ο Εδώμ αποστάτησε από την υποταγή τού Ιούδα, μέχρι αυτή την ημέρα. Τότε, αυτή την ίδια εποχή αποστάτησε και η Λιβνά.
23 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωράμ, και όλα όσα έπραξε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
24 Και ο Ιωράμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους πατέρες του στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Οχοζίας, ο γιος του.
25 ΚΑΙ στον 12ο χρόνο τού Ιωράμ, γιου τού Αχαάβ, βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε ο Οχοζίας, ο γιος τού Ιωράμ, του βασιλιά τού Ιούδα.
26 Ο Οχοζίας ήταν ηλικίας 22 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε έναν χρόνο στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Γοθολία, θυγατέρα τού Αμρί, βασιλιά τού Ισραήλ.
27 Και περπάτησε στον δρόμο τής οικογένειας του Αχαάβ, και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως η οικογένεια του Αχαάβ· επειδή, ήταν γαμπρός τής οικογένειας του Αχαάβ.
28 Και πήγε μαζί με τον Ιωράμ, τον γιο τού Αχαάβ, σε πόλεμο ενάντια στον Αζαήλ, τον βασιλιά τής Συρίας, στη Ραμώθ-γαλαάδ· και οι Σύριοι τραυμάτισαν τον Ιωράμ.
29 Και ο βασιλιάς Ιωράμ γύρισε στην Ιεζραέλ, για να γιατρευτεί από τα τραύματά του, που οι Σύριοι του προξένησαν στη Ραμά, όταν πολεμούσε ενάντια στον Αζαήλ, τον βασιλιά τής Συρίας. Και ο Οχοζίας, ο γιος τού Ιωράμ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, κατέβηκε για να δει τον Ιωράμ στην Ιεζραέλ, τον γιο τού Αχαάβ, επειδή ήταν άρρωστος.




Κεφάλαιο 9

1 ΚΑΙ ο Ελισσαιέ ο προφήτης προσκάλεσε έναν από τους γιους των προφητών, και του είπε: Περίζωσε την οσφύ σου, και πάρε στο χέρι σου αυτή τη φιάλη τού λαδιού, και πήγαινε στη Ραμώθ-γαλαάδ·
2 και όταν μπεις εκεί μέσα, θα δεις εκεί τον Ιηού, τον γιο τού Ιωσαφάτ, γιου τού Νιμσί· και θα μπεις μέσα, και θα τον σηκώσεις από ανάμεσα από τους αδελφούς του, και θα τον βάλεις στο εσώτερο δωμάτιο·
3 και παίρνοντας τη φιάλη τού λαδιού, θα επιχέεις επάνω στο κεφάλι του, και θα πεις: Έτσι λέει ο Κύριος: Σε έχρισα βασιλιά επάνω στον Ισραήλ· τότε, αφού ανοίξεις την πόρτα, φύγε, και μη μείνεις.
4 Και ο νέος, ο προφήτης, πήγε στη Ραμώθ-γαλαάδ.
5 Και όταν ήρθε, να, οι άρχοντες του στρατοπέδου κάθονταν· και είπε: Έχω έναν λόγο για σένα, ω, άρχοντα. Και ο Ιηού είπε: Σε ποιον από όλους εμάς; Κι εκείνος είπε: Σε σένα, ω, άρχοντα.
6 Και αφού σηκώθηκε, μπήκε μέσα στο σπίτι· και ξέχυνε το λάδι επάνω στο κεφάλι του, και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Σε έχρισα βασιλιά επάνω στον λαό τού Κυρίου, επάνω στον Ισραήλ·
7 και θα πατάξεις την οικογένεια του Αχαάβ, του κυρίου σου, για να εκδικήσω τα αίματα των δούλων μου των προφητών, και τα αίματα όλων των δούλων τού Κυρίου, από το χέρι τής Ιεζάβελ·
8 επειδή, ολόκληρη η οικογένεια του Αχαάβ θα εξολοθρευτεί· και θα αφανίσω από τον Αχαάβ εκείνον που ουρεί στον τοίχο, και τον κλεισμένον και τον ελευθερωμένον στον Ισραήλ·
9 και θα κάνω την οικογένεια του Αχαάβ όπως την οικογένεια του Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, και όπως την οικογένεια του Βαασά, του γιου τού Αχιά·
10 Και τα σκυλιά θα φάνε την Ιεζάβελ στο χωράφι τής Ιεζραέλ, και δεν θα υπάρξει κάποιος να τη θάψει. Και αφού άνοιξε την πόρτα, έφυγε.
11 Και ο Ιηού βγήκε έξω στους δούλους τού κυρίου του· και κάποιος τού είπε: Ειρήνη; Γιατί ήρθε σε σένα αυτός ο παράφρονας; Κι εκείνος είπε σ' αυτούς: Εσείς γνωρίζετε τον άνθρωπο και τον τρόπο των λόγων του.
12 Και είπαν: Είναι αναληθές· πες μας, παρακαλούμε. Κι εκείνος είπε: Έτσι κι έτσι μου μίλησε, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος: Σε έχρισα βασιλιά επάνω στον Ισραήλ.
13 Τότε, έσπευσαν, και παίρνοντας κάθε ένας το ιμάτιό του, το έβαλαν κάτω απ' αυτόν, επάνω στην ψηλότερη βαθμίδα· σάλπισαν με σάλπιγγα, λέγοντας: Βασίλευσε ο Ιηού.
14 Και ο Ιηού, ο γιος τού Ιωσαφάτ, γιου τού Νιμσί, έκανε συνωμοσία ενάντια στον Ιωράμ. Και ο Ιωράμ φυλαγόταν στη Ραμώθ-γαλαάδ, αυτός και ολόκληρος ο Ισραήλ, από το πρόσωπο του Αζαήλ, του βασιλιά τής Συρίας.
15 Και ο βασιλιάς Ιωράμ είχε επιστρέψει στην Ιεζραέλ για να γιατρευτεί από τα τραύματά του, που του είχαν προξενήσει οι Σύριοι, όταν πολεμούσε ενάντια στον Αζαήλ, τον βασιλιά τής Συρίας. Και ο Ιηού είπε: Αν είναι και η δική σας γνώμη, ας μη βγει κανένας φεύγοντας από την πόλη, για να πάει να το πει στην Ιεζραέλ.
16 Και ο Ιηού, αφού ανέβηκε στο άλογο, πήγε στην Ιεζραέλ· επειδή, ο Ιωράμ ήταν εκεί ξαπλωμένος. Και ο Οχοζίας ο βασιλιάς τού Ιούδα είχε κατέβει για να δει τον Ιωράμ.
17 Και ο σκοπός στεκόταν επάνω στον πύργο στην Ιεζραέλ, και, βλέποντας τη συνοδεία του Ιηού που ερχόταν, είπε: Βλέπω μια συνοδεία. Και ο Ιωράμ είπε: Πάρε έναν καβαλάρη, και στείλε σε συνάντησή τους· και ας ρωτήσει: Ειρήνη;
18 Πήγε, λοιπόν, ένας καβαλάρης αλόγου σε συνάντησή του, και είπε: Έτσι λέει ο βασιλιάς: Ειρήνη; Και ο Ιηού είπε: Τι σε μέλει για ειρήνη; Στρέψε πίσω μου. Και ο σκοπός ανήγγειλε, λέγοντας: Ο μηνυτής ήρθε μέχρι αυτούς, και δεν γύρισε.
19 Και έστειλε έναν δεύτερο καβαλάρη αλόγου· ο οποίος, αφού ήρθε μέχρι αυτούς, είπε: Έτσι λέει ο βασιλιάς: Ειρήνη; Και ο Ιηού απάντησε: Τι σε μέλει για ειρήνη; Στρέψε πίσω μου.
20 Και ο σκοπός ανήγγειλε, λέγοντας: Ήρθε μέχρις αυτούς, και δεν γύρισε· και η πορεία είναι σαν την πορεία τού Ιηού, του γιου τού Νιμσί· επειδή, οδεύει μανιακά.
21 Και ο Ιωράμ είπε: Ζεύξτε. Και έζευξαν την άμαξά του. Και βγήκαν ο Ιωράμ, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και ο Οχοζίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, κάθε ένας στην άμαξά του, και πήγαν σε συνάντηση του Ιηού, και τον βρήκαν στο χωράφι τού Ναβουθαί τού Ιεζραελίτη.
22 Και καθώς ο Ιωράμ είδε τον Ιηού, είπε: Ειρήνη, Ιηού; Κι εκείνος απάντησε: Τι ειρήνη, ενόσω πληθαίνουν οι πορνείες τής Ιεζάβελ τής μητέρας σου, και οι μαγείες της;
23 Και ο Ιωράμ έστρεψε τα χέρια του, και έφυγε, λέγοντας στον Οχοζία: Δόλος, Οχοζία.
24 Και πιάνοντας ο Ιηού το τόξο του, χτύπησε τον Ιωράμ ανάμεσα στους βραχίονές του· και το βέλος βγήκε διαμέσου τής καρδιάς του. Κι εκείνος κάμφθηκε μέσα στην άμαξά του.
25 Και ο Ιηού είπε στον Βιδκάρ, τον στρατηγό του: Πάρε, και πέταξέ τον στη μερίδα τού χωραφιού τού Ναβουθαί τού Ιεζραελίτη· επειδή, θυμήσου, όταν εγώ κι εσύ πορευόμασταν καβάλα πίσω από τον Αχαάβ τον πατέρα του, ότι ο Κύριος πρόφερε εναντίον του τούτη την απόφαση:
26 Ναι, είδα χθες τα αίματα του Ναβουθαί, και τα αίματα των γιων του, λέει ο Κύριος· και θα κάνω σε σένα ανταπόδοση σ' αυτή τη μερίδα, λέει ο Κύριος· -τώρα, λοιπόν, σήκωσέ τον, και πέταξέ τον σ' αυτή τη μερίδα, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
27 Και ο Οχοζίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, καθώς το είδε, έφυγε από τον δρόμο τού σπιτιού τού κήπου. Και ο Ιηού καταδίωξε από πίσω του, και είπε: Χτυπήστε κι αυτόν στην άμαξά του. Και έκαναν έτσι, προς την ανάβαση της Γουρ, κοντά στο Ιβλεάμ. Και έφυγε στη Μεγιδδώ, και πέθανε εκεί.
28 Και οι δούλοι του τον έφεραν επάνω στην άμαξα στην Ιερουσαλήμ, και τον έθαψαν στον τάφο του, μαζί με τους πατέρες του, στην πόλη τού Δαβίδ.
29 (Και ο Οχοζίας βασίλευσε επάνω στον Ιούδα κατά τον 11ο χρόνο τού Ιωράμ, του γιου τού Αχαάβ).
30 Και ο Ιηού ήρθε, στην Ιεζραέλ, και καθώς το άκουσε η Ιεζάβελ, έβαψε τα μάτια της, και καλλώπισε το κεφάλι της, και έσκυψε από το παράθυρο.
31 Και, καθώς ο Ιηού έμπαινε στην πύλη, είπε: Ευτύχησε ο Ζιμβρί, που φόνευσε τον κύριό του;
32 Και εκείνος, υψώνοντας το πρόσωπό του προς το παράθυρο, είπε: Ποιος είναι μαζί μου; Ποιος; Και έσκυψαν προς αυτόν δύο τρεις ευνούχοι.
33 Και είπε: Ρίξτε την κάτω. Και την έρριξαν κάτω, και από το αίμα της ραντίστηκε προς τον τοίχο και προς τα άλογα· και την καταπάτησε.
34 Και αφού μπήκε μέσα, και έφαγε και ήπιε, είπε: Πηγαίνετε να δείτε τώρα αυτή την καταραμένη, και θάψτε την· επειδή, είναι θυγατέρα βασιλιά.
35 Και πήγαν για να τη θάψουν· όμως, δεν βρήκαν σ' αυτή παρά το κρανίο, και τα πόδια, και τις παλάμες των χεριών.
36 Και όταν γύρισαν, του το ανήγγειλαν. Κι εκείνος είπε: Αυτός είναι ο λόγος τού Κυρίου, που μίλησε διαμέσου του δούλου του, του Ηλία τού Θεσβίτη, λέγοντας: Στη μερίδα τής Ιεζραέλ τα σκυλιά θα φάνε τις σάρκες τής Ιεζάβελ·
37 και το πτώμα τής Ιεζάβελ θα είναι σαν κοπριά επάνω στο πρόσωπο του χωραφιού στη μερίδα Ιεζραέλ, ώστε να μη πουν: Αυτή είναι η Ιεζάβελ.




Κεφάλαιο 10

1 ΚΑΙ ο Αχαάβ είχε στη Σαμάρεια 70 γιους. Και ο Ιηού έγραψε επιστολές, και τις έστειλε, στη Σαμάρεια, στους άρχοντες της Ιεζραέλ, στους πρεσβύτερους, και στους παιδοτρόφους τού Αχαάβ, λέγοντας:
2 Τώρα, καθώς η επιστολή αυτή φτάσει σε σας, επειδή έχετε τους γιους τού κυρίου σας, και έχετε τις άμαξες, και τα άλογα, και μια οχυρή πόλη, και όπλα,
3 δείτε ποιος είναι ο καλύτερος και ο αρεστότερος ανάμεσα στους γιους τού κυρίου σας, και βάλτε τον επάνω στον θρόνο τού πατέρα του, και πολεμάτε υπέρ της οικογένειας του κυρίου σας.
4 Εκείνοι, όμως, φοβήθηκαν σε υπερβολικό βαθμό, και είπαν: Δέστε, δύο βασιλιάδες δεν στάθηκαν μπροστά του· και πώς θα σταθούμε εμείς;
5 Και ο επιστάτης τού παλατιού, και ο επιστάτης τής πόλης, και οι πρεσβύτεροι, και οι παιδοτρόφοι έστειλαν προς τον Ιηού, λέγοντας: Εμείς είμαστε δούλοι σου, και θα κάνουμε κάθε τι που θα μας πεις· δεν θα κάνουμε κανέναν βασιλιά· κάνε ό,τι είναι αρεστό στα μάτια σου.
6 Τότε, έγραψε σ' αυτούς μια δεύτερη επιστολή, λέγοντας: Αν είστε δικοί μου, και ακούτε τη φωνή μου, πάρτε τα κεφάλια των ανθρώπων των γιων τού κυρίου σας, κι ελάτε σε μένα στην Ιεζραέλ, αύριο αυτή την ώρα. (Οι δε γιοι τού βασιλιά, 70 άνθρωποι, ήσαν μαζί με τους μεγάλους τής πόλης, οι οποίοι τούς ανέτρεφαν).
7 Και καθώς η επιστολή έφτασε σ' αυτούς, παίρνοντας τους γιους τού βασιλιά, έσφαξαν 70 ανθρώπους, και έβαλαν τα κεφάλια τους σε καλάθια, και του τα έστειλαν στην Ιεζραέλ.
8 Και ήρθε ο μηνυτής, και του ανήγγειλε, λέγοντας: Έφεραν τα κεφάλια των γιων τού βασιλιά. Και είπε: Βάλτε τα σε δύο σωρούς, στην είσοδο της πύλης, μέχρι το πρωί.
9 Και το πρωί βγήκε, και αφού στάθηκε, είπε σε ολόκληρο τον λαό: Εσείς είστε δίκαιοι· δέστε, εγώ συνωμότησα ενάντια στον κύριό μου, και τον θανάτωσα· αλλά, όλους αυτούς ποιος τους πάταξε;
10 Μάθετε τώρα, ότι δεν θα πέσει στη γη τίποτε από τον λόγο τού Κυρίου, που ο Κύριος μίλησε ενάντια στην οικογένεια του Αχαάβ· επειδή, ο Κύριος πραγματοποίησε όσα μίλησε διαμέσου τού δούλου του, του Ηλία.
11 Και ο Ιηού πάταξε όλους όσους εναπέμειναν από την οικογένεια του Αχαάβ στην Ιεζραέλ, και όλους τους μεγάλους του, και τους οικείους του, και τους ιερείς του, ώστε δεν άφησε σ' αυτόν υπόλοιπο.
12 Έπειτα, αφού σηκώθηκε, αναχώρησε, και ήρθε στη Σαμάρεια. Και στον δρόμο, ενώ ήταν κοντά σε κάποια μάντρα ποιμένων,
13 ο Ιηού βρήκε τους αδελφούς τού Οχοζία, του βασιλιά τού Ιούδα, και είπε: Ποιοι είστε; Κι εκείνοι είπαν: Είμαστε οι αδελφοί τού Οχοζία και κατεβαίνουμε να χαιρετήσουμε τους γιους τού βασιλιά και τους γιους τής βασίλισσας.
14 Και είπε: Πιάστε τους ζωντανούς. Και τους έπιασαν ζωντανούς, και τους έσφαξαν κοντά στο πηγάδι τής μάντρας, 42 ανθρώπους· δεν άφησαν απ' αυτούς ούτε έναν.
15 Και όταν αναχώρησε από εκεί, βρήκε τον Ιωναδάβ, τον γιο τού Ρηχάβ, να έρχεται σε συνάντησή του· και τον χαιρέτησε, και του είπε: Είναι η καρδιά σου ευθεία, όπως η καρδιά μου με την καρδιά σου; Και ο Ιωναδάβ απάντησε: Είναι. Αν είναι, δώσε το χέρι σου. Και του έδωσε το χέρι του· και τον ανέβασε κοντά του στην άμαξα.
16 Και είπε: Έλα μαζί μου, και δες τον ζήλο μου υπέρ του Κυρίου. Και τον έβαλαν να καθήσει επάνω στην άμαξά του.
17 Και όταν ήρθε στη Σαμάρεια, πάταξε όλους όσους είχαν εναπομείνει από τον Αχαάβ μέσα στη Σαμάρεια, μέχρις ότου τον αφάνισε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που είχε μιλήσει στον Ηλία.
18 Τότε, ο Ιηού συγκέντρωσε ολόκληρο τον λαό, και τους είπε: Ο Αχαάβ δούλεψε τον Βάαλ λίγο· ο Ιηού θα τον δουλέψει πολύ·
19 τώρα, λοιπόν, καλέστε μου όλους τους προφήτες τού Βάαλ, όλους τούς λατρευτές του, και όλους τούς ιερείς του· ας μη λείψει κανένας· επειδή, έχω μεγάλη θυσία στον Βάαλ· όποιος λείψει, δεν θα ζήσει. Όμως, ο Ιηού το έπραξε αυτό δόλια, με σκοπό να εξολοθρεύσει τους λατρευτές τού Βάαλ.
20 Και ο Ιηού είπε: Κηρύξτε ένα πανηγύρι για τον Βάαλ. Και κήρυξαν.
21 Και ο Ιηού έστειλε σε ολόκληρο τον Ισραήλ· και ήρθαν όλοι οι λατρευτές τού Βάαλ· και δεν έμεινε ούτε ένας, που δεν είχε έρθει. Και ήρθαν στον οίκο τού Βάαλ· και γέμισε ο οίκος τού Βάαλ, από το ένα άκρο μέχρι το άλλο.
22 Και στον ιματιοφύλακα είπε: Βγάλε ιμάτια για όλους τους λατρευτές τού Βάαλ. Και έβγαλε σ' αυτούς τα ιμάτια.
23 Και ο Ιηού μπήκε μέσα στον οίκο τού Βάαλ, και ο Ιωναδάβ, ο γιος τού Ρηχάβ· και στους λατρευτές τού Βάαλ είπε: Ερευνήστε, και δείτε να μη βρίσκεται μαζί σας εδώ κανένας από τους δούλους τού Κυρίου, αλλά μόνον οι λατρευτές τού Βάαλ.
24 Και όταν μπήκαν μέσα για να προσφέρουν θυσίες και ολοκαυτώματα, ο Ιηού, έξω, διέταξε 80 άνδρες, και είπε: Όποιος αφήσει να διασωθεί κάποιος απ' αυτούς τούς ανθρώπους, που εγώ έφερα στα χέρια σας, η ζωή του θα είναι αντί της ζωής εκείνου.
25 Και καθώς τελείωσε προσφέροντας ολοκαύτωμα, ο Ιηού είπε στους δορυφόρους του και στους ταγματάρχες του: Μπείτε μέσα, πατάξτε τους· ας μη βγει έξω κανένας. Και τους πάταξαν οι δορυφόροι και οι ταγματάρχες με μάχαιρα, και τους έρριξαν έξω· και πήγαν μέχρι την πόλη τού οίκου τού Βάαλ.
26 Και έβγαλαν τα είδωλα τού οίκου τού Βάαλ, και τα κατέκαψαν.
27 Και κατασύντριψαν το είδωλο του Βάαλ, και καταγκρέμισαν τον οίκο τού Βάαλ, και τον έκαναν κοπρώνα μέχρι αυτή την ημέρα.
28 Έτσι ο Ιηού αφάνισε τον Βάαλ από τον Ισραήλ.
29 Εντούτοις, ο Ιηού δεν απομακρύνθηκε από τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει, από τα χρυσά μοσχάρια που ήσαν στη Βαιθήλ και στη Δαν.
30 Και ο Κύριος είπε στον Ιηού: Επειδή έπραξες καλά, εκτελώντας το αρεστό στα μάτια μου, και έκανες στην οικογένεια του Αχαάβ σύμφωνα με όσα ήσαν στην καρδιά μου, οι γιοι σου θα καθήσουν επάνω στον θρόνο τού Ισραήλ μέχρι την τέταρτη γενεά.
31 Και ο Ιηού δεν πρόσεξε να περπατάει με όλη του την καρδιά στον νόμο τού Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ· δεν απομακρύνθηκε από τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
32 Κατά τις ημέρες εκείνες, ο Κύριος άρχισε να κολοβώνει τον Ισραήλ· και ο Αζαήλ τούς πάταξε σε όλα τα σύνορα του Ισραήλ·
33 από τον Ιορδάνη, προς ανατολάς του ήλιου, ολόκληρη τη γη Γαλαάδ, τους Γαδίτες, και τους Ρουβηνίτες, και τους Μανασσίτες, από την Αροήρ, που είναι επάνω στον χείμαρρο Αρνών, και τη Γαλαάδ, και τη Βασάν.
34 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιηού, και όλα όσα έπραξε, και όλα τα κατορθώματά του, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
35 Και ο Ιηού κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και τον έθαψαν στη Σαμάρεια. Και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωάχαζ, ο γιος του.
36 Και ο καιρός, κατά τον οποίο ο Ιηού βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ στη Σαμάρεια ήταν 28 χρόνια.




Κεφάλαιο 11

1 Η ΓΟΘΟΛΙΑ, όμως, η μητέρα τού Οχοζία, βλέποντας ότι ο γιος της πέθανε, σηκώθηκε και αφάνισε ολόκληρο το βασιλικό σπέρμα.
2 Αλλά, η Ιωσαβεέ, η θυγατέρα τού βασιλιά Ιωράμ, η αδελφή τού Οχοζία, παίρνοντας τον Ιωάς, τον γιο τού Οχοζία, τον έκλεψε ανάμεσα από τους γιους τού βασιλιά, που θανατώνονταν, αυτόν και την τροφό του, και τον έβαλε στο ταμείο τού κοιτώνα, και τον έκρυψαν μπροστά από τη Γοθολία, και δεν θανατώθηκε.
3 Και ήταν μαζί της μέσα στον οίκο τού Κυρίου, καθώς κρυβόταν έξι χρόνια. Και η Γοθολία βασίλευσε επάνω στη γη.
4 Και τον έβδομο χρόνο ο Ιωδαέ έστειλε, και παίρνοντας τους εκατόνταρχους, μαζί με τους ταξίαρχους και τους δορυφόρους, τους έφερε κοντά του στον οίκο τού Κυρίου, και έκανε μαζί τους συνθήκη, και τους όρκισε στον οίκο τού Κυρίου, και τους έδειξε τον γιο τού βασιλιά.
5 Και τους πρόσταξε, λέγοντας: Αυτό είναι το πράγμα που θα κάνετε· το ένα τρίτο από σας, αυτοί που μπαίνουν μέσα το σάββατο, θα φυλάγετε τη βάρδια τού βασιλικού παλατιού·
6 και το άλλο τρίτο θα είναι στην πύλη Σουρ· και το υπόλοιπο τρίτο στην πύλη, που είναι πίσω από τους δορυφόρους· έτσι θα φυλάγετε τη βάρδια του οίκου, για να μη παραβιαστεί·
7 και δύο τάγματα από σας, όλοι εκείνοι που βγαίνουν το σάββατο, θα φυλάγετε τη βάρδια τού οίκου τού Κυρίου γύρω από τον βασιλιά·
8 και θα περικυκλώνετε τον βασιλιά ολόγυρα, έχοντας ο καθένας τα όπλα του στο χέρι του· και όποιος μπει μέσα στις τάξεις, ας θανατώνεται· και θα είστε μαζί με τον βασιλιά, όταν βγαίνει έξω, και όταν μπαίνει μέσα.
9 Και οι εκατόνταρχοι έκαναν σύμφωνα με όλα όσα τους πρόσταξε ο ιερέας Ιωδαέ· και πήραν κάθε ένας τούς άνδρες του, αυτούς που έμπαιναν μέσα το σάββατο, μαζί μ' αυτούς που το σάββατο έβγαιναν έξω, και ήρθαν στον Ιωδαέ τον ιερέα.
10 Και ο Ιωδαέ ο ιερέας έδωσε στους εκατόνταρχους τις λόγχες και τις ασπίδες τού βασιλιά Δαβίδ, που ήσαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
11 Και οι δορυφόροι, έχοντας κάθε ένας τα όπλα του στο χέρι του, παραστάθηκαν γύρω από τον βασιλιά, από τη δεξιά πλευρά του οίκου μέχρι την αριστερή, κοντά στο θυσιαστήριο και στον ναό.
12 Τότε, έβγαλε έξω τον γιο τού βασιλιά, και έβαλε επάνω του το διάδημα και το μαρτύριο· και τον έκαναν βασιλιά, και τον έχρισαν· και αφού χειροκρότησαν, είπαν: Ζήτω ο βασιλιάς!
13 Και όταν η Γοθολία άκουσε τη φωνή τού λαού που έτρεχε μαζί, ήρθε στον λαό στον οίκο του Κυρίου.
14 Και είδε, και να, ο βασιλιάς στεκόταν κοντά στον στύλο, σύμφωνα με τη συνήθεια, και οι άρχοντες και οι σαλπιγκτές κοντά στον βασιλιά· και ολόκληρος ο λαός τής γης έχαιρε, και σάλπιζε με σάλπιγγες. Και η Γοθολία έσχισε τα ιμάτιά της, και βόησε: Προδοσία, προδοσία!
15 Και ο Ιωδαέ πρόσταξε τους εκατόνταρχους, τους αρχηγούς τού στρατού, και τους είπε: Βγάλτε την έξω από τις τάξεις· και όποιος την ακολουθήσει, θανατώστε τον με ρομφαία. Επειδή, ο ιερέας είχε πει: Ας μη θανατωθεί μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
16 Έτσι έβαλαν χέρια επάνω της· και όταν ήρθε στον δρόμο, διαμέσου τού οποίου τα άλογα έρχονται στο παλάτι τού βασιλιά, θανατώθηκε εκεί.
17 Και ο Ιωδαέ έκανε διαθήκη ανάμεσα στον Κύριο και στον βασιλιά και στον λαό, ότι θα είναι λαός τού Κυρίου· κι ανάμεσα στον βασιλιά και τον λαό.
18 Και ολόκληρος ο λαός τής γης μπήκαν μέσα στον οίκο τού Βάαλ, και τον γκρέμισαν· και κατασύντριψαν τα θυσιαστήριά του και τα είδωλά του ολότελα, και τον Ματθάν, τον ιερέα τού Βάαλ, τον θανάτωσαν μπροστά στα θυσιαστήρια. Και ο ιερέας έβαλε επιτηρητή επάνω στον οίκο τού Κυρίου.
19 Και πήρε τους εκατόνταρχους, και τους ταξίαρχους, και τους δορυφόρους, και ολόκληρο τον λαό τής γης· και κατέβασαν τον βασιλιά από τον οίκο τού Κυρίου, και ήρθαν στο παλάτι τού βασιλιά διαμέσου τού δρόμου τής πύλης των δορυφόρων. Και κάθησε επάνω στον θρόνο των βασιλιάδων.
20 Και ολόκληρος ο λαός τής γης ευφράνθηκε, και η πόλη ησύχασε· και τη Γοθολία τη θανάτωσαν με μάχαιρα μέσα στο παλάτι τού βασιλιά.
21 Ο Ιωάς ήταν επτά χρόνων όταν βασίλευσε.




Κεφάλαιο 12

1 Στον έβδομο χρόνο τού Ιηού βασίλευσε ο Ιωάς· και βασίλευσε 40 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Σιβιά, από τη Βηρ-σαβεέ.
2 Και ο Ιωάς έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, καθ' όλες τις ημέρες του, κατά τις οποίες τον οδηγούσε ο ιερέας Ιωδαέ.
3 Οι ψηλοί τόποι, όμως, δεν είχαν αφαιρεθεί· ο λαός θυσίαζε ακόμα και θυμίαζε στους ψηλούς τόπους.
4 Και ο Ιωάς είπε στους ιερείς: Όλο το ασήμι των αφιερωμάτων, αυτό που φέρνεται ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου, το ασήμι κάθε διερχόμενου, απ' αυτούς που αριθμούνται, το ασήμι καθενός κατά την εκτίμησή του, όλο το ασήμι, που θα ερχόταν στην καρδιά κάποιου για να φέρει ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου,
5 οι ιερείς ας το παίρνουν για τον εαυτό τους, κάθε ένας από τον γνωστό του· και ας επισκευάζουν τα χαλάσματα του οίκου, παντού όπου βρεθεί ένα χάλασμα.
6 Εντούτοις, στον 23ο χρόνο τού βασιλιά Ιωάς οι ιερείς δεν είχαν επισκευάσει τα χαλάσματα του οίκου.
7 Γι' αυτό, ο βασιλιάς Ιωάς κάλεσε τον Ιωδαέ τον ιερέα, και τους ιερείς, και τους είπε: Γιατί δεν επισκευάσατε τα χαλάσματα του οίκου; Τώρα, λοιπόν, μη παίρνετε πλέον ασήμι από τους γνωστούς σας, αλλά να το δίνετε για τα χαλάσματα του οίκου.
8 Και οι ιερείς συμφώνησαν να μη παίρνουν ασήμι από τον λαό, και να μη επισκευάζουν τα χαλάσματα του οίκου.
9 Και ο ιερέας Ιωδαέ πήρε ένα κιβώτιο, και άνοιξε μια τρύπα επάνω στο σκέπασμά του, και το έβαλε κοντά στο θυσιαστήριο, στα δεξιά της εισόδου τού οίκου τού Κυρίου· και οι ιερείς, αυτοί που φύλαγαν τη θύρα, έβαλαν σ' αυτό ολόκληρο το ασήμι, αυτό που φερόταν ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου.
10 Και όταν έβλεπαν ότι το ασήμι, που ήταν μέσα στο κιβώτιο, ήταν πολύ, ο γραμματέας τού βασιλιά και ο μεγάλος ιερέας ανέβαιναν, και το έδεναν σε σακιά, και μετρούσαν το ασήμι, αυτό που βρισκόταν στον οίκο τού Κυρίου.
11 Και έδιναν το ασήμι, αυτό που είχε μετρηθεί, στα χέρια εκείνων που έκαναν το έργο, οι οποίοι είχαν την επιστασία τού οίκου τού Κυρίου· και εκείνοι το ξόδευαν στους ξυλουργούς, και οικοδόμους, αυτούς που δούλευαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου,
12 και στους κτίστες, και στους λιθοτόμους, για να αγοράζουν ξύλα και πέτρες λατομημένες, ώστε να επισκευάζουν τα χαλάσματα του οίκου τού Κυρίου, και για όλα όσα χρειάζονταν για την επισκευή τού οίκου.
13 Όμως, από το ασήμι, αυτό που έφερναν ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου δεν κατασκευάστηκαν για τον οίκο τού Κυρίου ασημένιες φιάλες, λυχνοψάλιδα, λεκάνες, σάλπιγγες, κανένα χρυσό σκεύος ή ασημένιο σκεύος·
14 αλλά το έδιναν στους εργάτες, και μ' αυτό επισκεύαζαν τον οίκο τού Κυρίου.
15 Και λογαριασμό από ανθρώπους δεν ζητούσαν, στους οποίους έδιναν το ασήμι για να μοιραστεί στους εργάτες· επειδή, εργάζονταν με πιστότητα.
16 Το ασήμι, που ήταν για την ανομία, και το ασήμι που ήταν για την αμαρτία, δεν φέρνονταν στον οίκο τού Κυρίου· αυτά ήσαν των ιερέων.
17 Τότε, ο Αζαήλ, ο βασιλιάς τής Συρίας, ανέβηκε και πολέμησε ενάντια στη Γαθ, και την κυρίευσε· έπειτα, ο Αζαήλ έστησε το πρόσωπό του να ανέβει ενάντια της Ιερουσαλήμ.
18 Και ο βασιλιάς τού Ιούδα, ο Ιωάς, πήρε όλα τα αφιερώματα, όσα είχαν αφιερώσει ο Ιωσαφάτ, και ο Ιωράμ, και ο Οχοζίας, οι πατέρες του, οι βασιλιάδες τού Ιούδα, και τα δικά του αφιερώματα, και όλο το χρυσάφι, αυτό που βρέθηκε στους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του παλατιού τού βασιλιά, και τα έστειλε στον Αζαήλ, τον βασιλιά τής Συρίας· και αναχώρησε από την Ιερουσαλήμ.
19 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωάς, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
20 Και καθώς οι δούλοι του σηκώθηκαν, έκαναν συνωμοσία, και πάταξαν τον Ιωάς στο παλάτι τής Μιλλώ, στην κατάβαση Σιλλά.
21 Επειδή, ο Ιωζαχάρ, ο γιος τού Σιμεάθ, και ο Ιωζαβάδ, ο γιος τού Σωμήρ, οι δούλοι του, τον πάταξαν, και πέθανε· και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του στην πόλη Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμασίας, ο γιος του.




Κεφάλαιο 13

1 ΚΑΙ στον 23ο χρόνο του Ιωάς, γιου τού Οχοζία, βασιλιά τού Ιούδα, ο Ιωάχαζ, ο γιος τού Ιηού, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια, 17 χρόνια.
2 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και ακολούθησε τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει· δεν απομακρύνθηκε απ' αυτές.
3 Και εξάφθηκε η οργή τού Κυρίου ενάντια στον Ισραήλ, και τους παρέδωσε στο χέρι τού Αζαήλ, του βασιλιά τής Συρίας, και στο χέρι τού Βεν-αδάδ, του γιου τού Αζαήλ, καθ' όλες τις ημέρες.
4 Και ο Ιωάχαζ δεήθηκε, και τον εισάκουσε ο Κύριος· επειδή, είδε τη θλίψη τού Ισραήλ, ότι ο βασιλιάς τής Συρίας τούς κατέθλιβε.
5 (Και ο Κύριος έδωσε στον Ισραήλ σωτήρα, και βγήκαν κάτω από το χέρι των Συρίων· και οι γιοι Ισραήλ κατοίκησαν στα σκηνώματά τους, όπως και πριν.
6 Όμως, δεν απομακρύνθηκαν από τις αμαρτίες τής οικογένειας του Ιεροβοάμ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει· περπάτησαν σ' αυτές· κι ακόμα, το άλσος στη Σαμάρεια παρέμενε).
7 Επειδή, στον Ιωάχαζ δεν έμεινε λαός, παρά 50 καβαλάρηδες, και 10 άμαξες, και 10.000 πεζοί· επειδή, τους κατέστρεψε ο βασιλιάς τής Συρίας, και τους έκανε σαν το χώμα που καταπατιέται.
8 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωάχαζ, και όλα όσα έκανε, και τα κατορθώματά του, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
9 Και ο Ιωάχαζ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στη Σαμάρεια· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωάς, ο γιος του.
10 Και στον 37ο χρόνο τού Ιωάς, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Ιωάς, ο γιος τού Ιωάχαζ, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια, 16 χρόνια.
11 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε από όλες τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει· σ' αυτές περπάτησε.
12 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωάς, και όλα όσα έκανε, τα κατορθώματά του, πώς πολέμησε ενάντια στον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
13 Και ο Ιωάς κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και αντ' αυτού, στον θρόνο του κάθησε ο Ιεροβοάμ· και ο Ιωάς θάφτηκε στη Σαμάρεια μαζί με τους βασιλιάδες τού Ισραήλ.
14 Και ο Ελισσαιέ αρρώστησε την αρρώστια του από την οποία και πέθανε. Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, κατέβηκε σ' αυτόν, και έκλαψε μπροστά του, και είπε: Πατέρα μου, πατέρα μου, άμαξα του Ισραήλ, και ιππικό του!
15 Και ο Ελισσαιέ είπε σ' αυτόν: Πάρε ένα τόξο και βέλη. Και πήρε κοντά του ένα τόξο και βέλη.
16 Και είπε στον βασιλιά τού Ισραήλ: Βάλε το χέρι σου επάνω στο τόξο. Και έβαλε το χέρι του· και ο Ελισσαιέ έβαλε τα χέρια του επάνω στα χέρια τού βασιλιά.
17 Και είπε: Άνοιξε το παράθυρο προς ανατολάς. Και το άνοιξε. Και ο Ελισσαιέ είπε: Τόξευσε. Κι εκείνος τόξευσε. Και είπε: Το βέλος τής σωτηρίας τού Κυρίου, και το βέλος τής σωτηρίας από τους Συρίους! Και θα πατάξεις τους Συρίους στην Αφέκ, μέχρις ότου τους συντελέσεις.
18 Και είπε: Πάρε βέλη. Και πήρε. Και είπε στον βασιλιά τού Ισραήλ: Ρίξε επάνω στη γη. Και έρριξε τρεις φορές, και σταμάτησε.
19 Και ο άνθρωπος του Θεού οργίστηκε γι' αυτόν, και είπε: Έπρεπε να ρίξεις πέντε ή έξι φορές· τότε θα χτυπούσες τους Συρίους μέχρις ότου τους συντελέσεις· τώρα, όμως, θα πατάξεις τους Συρίους μόνον τρεις φορές.
20 Και ο Ελισσαιέ πέθανε, και τον έθαψαν. Και τον επόμενο χρόνο τάγματα των Μωαβιτών έκαναν εισβολή στη γη.
21 Κι ενώ έθαβαν κάποιον άνθρωπο, να, είδαν ένα τάγμα· και έρριξαν τον άνθρωπο στον τάφο του Ελισσαιέ· και καθώς ο άνθρωπος πήγε και άγγιξε τα κόκαλα του Ελισσαιέ, ανέζησε, και στάθηκε στα πόδια του.
22 Και ο Αζαήλ, ο βασιλιάς τής Συρίας, κατέθλιψε τον Ισραήλ όλες τις ημέρες τού Ιωάχαζ.
23 Και ο Κύριος τους ελέησε, και τους λυπήθηκε, και επέβλεψε επάνω τους, εξαιτίας τής διαθήκης του με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, και τον Ιακώβ· και δεν θέλησε να τους εξολοθρεύσει, και δεν τους απέρριψε από το πρόσωπό του, μέχρι τώρα.
24 Και ο Αζαήλ, ο βασιλιάς τής Συρίας, πέθανε, και αντ' αυτού βασίλευσε ο Βεν-αδάδ, ο γιος του.
25 Και ο Ιωάς, ο γιος τού Ιωάχαζ, πήρε ξανά από το χέρι τού Βεν-αδάδ, του γιου τού Αζαήλ, τις πόλεις, που ο Αζαήλ είχε πάρει στον πόλεμο από το χέρι τού Ιωάχαζ, του πατέρα του. Τρεις φορές τον πάταξε ο Ιωάς, και ξαναπήρε τις πόλεις τού Ισραήλ.




Κεφάλαιο 14

1 ΚΑΙ κατά τον δεύτερο χρόνο τού Ιωάς, του γιου τού Ιωάχαζ, του βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε ο Αμασίας, ο γιος τού Ιωάς, του βασιλιά τού Ιούδα.
2 Ήταν ηλικίας 25 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ 29 χρόνια. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιωαδάν από την Ιερουσαλήμ.
3 Και έπραξε το ευθές μπροστά στον Κύριο, εντούτοις όχι όπως ο πατέρας του ο Δαβίδ· έκανε σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει ο Ιωάς, ο πατέρας του.
4 Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν είχαν αφαιρεθεί· ο λαός θυσίαζε ακόμα και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους.
5 Και καθώς η βασιλεία δυναμώθηκε στο χέρι του, θανάτωσε τους δούλους του, αυτούς που είχαν θανατώσει τον βασιλιά τον πατέρα του.
6 Όμως, τα παιδιά των φονιάδων δεν τα θανάτωσε· σύμφωνα με το γραμμένο στο βιβλίο τού νόμου τού Μωυσή, όπου ο Κύριος πρόσταξε, λέγοντας: Οι πατέρες δεν θα θανατώνονται για τα παιδιά ούτε τα παιδιά θα θανατώνονται για τους πατέρες, αλλά κάθε ένας θα θανατώνεται για το δικό του αμάρτημα.
7 Αυτός θανάτωσε από τον Εδώμ 10.000 στην κοιλάδα τού Άλατος, και κυρίευσε τη Σελά με πόλεμο, και αποκάλεσε το όνομά της Ιοκθεήλ μέχρι αυτή την ημέρα.
8 Τότε, ο Αμασίας έστειλε μηνυτές στον Ιωάς, τον γιο τού Ιωάχαζ, τον γιο τού Ιηού, τον βασιλιά τού Ισραήλ, λέγοντας: Έλα, να δούμε ο ένας τον άλλον προσωπικά.
9 Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, έστειλε στον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, λέγοντας: Η αγκαθιά, που είναι στον Λίβανο, έστειλε στον κέδρο, που είναι στον Λίβανο, λέγοντας: Δώσε τη θυγατέρα σου για γυναίκα στον γιο μου· όμως, διάβηκε ένα θηρίο του χωραφιού, που ήταν στον Λίβανο, και καταπάτησε την αγκαθιά· -
10 πραγματικά, χτύπησες τον Εδώμ, και η καρδιά σου σε ύψωσε· να χαίρεσαι τη δόξα σου, καθώς κάθεσαι στο σπίτι σου· γιατί μπλέκεσαι σε κακό, για το οποίο θα έπεφτες, εσύ, και ο Ιούδας μαζί σου;
11 Αλλ' ο Αμασίας δεν τον άκουσε. Ανέβηκε, λοιπόν, ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και είδαν ο ένας τον άλλον προσωπικά, αυτός και ο Αμασίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, στη Βαιθ-σεμές, που είναι του Ιούδα.
12 Και ο Ιούδας χτυπήθηκε μπροστά στον Ισραήλ· και κάθε ένας έφυγε στις σκηνές του.
13 Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, συνέλαβε στη Βαιθ-σεμές τον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, τον γιο τού Ιωάς, γιου τού Οχοζία· και ερχόμενος στην Ιερουσαλήμ, κατεδάφισε το τείχος τής Ιερουσαλήμ, από την πύλη τού Εφραϊμ μέχρι την πύλη τής γωνίας, 400 πήχες.
14 Και παίρνοντας όλο το χρυσάφι και το ασήμι, και όλα τα σκεύη που βρέθηκαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου, και μέσα στους θησαυρούς του παλατιού τού βασιλιά, και ανθρώπους ως ενέχυρα, γύρισε στη Σαμάρεια.
15 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωάς όσες έκανε, και τα κατορθώματά του, και πώς πολέμησε με τον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
16 Και ο Ιωάς κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε στη Σαμάρεια μαζί με τους βασιλιάδες τού Ισραήλ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιεροβοάμ, ο γιος του.
17 Και ο Αμασίας, ο γιος τού Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έζησε, μετά τον θάνατο του Ιωάς, γιου τού Ιωάχαζ, βασιλιά τού Ισραήλ, 15 χρόνια.
18 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αμασία δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
19 Και έκαναν εναντίον του συνωμοσία στην Ιερουσαλήμ, και έφυγε στη Λαχείς· όμως, έστειλαν πίσω απ' αυτόν, στη Λαχείς, και εκεί τον θανάτωσαν.
20 Και τον έφεραν επάνω σε άλογα, και θάφτηκε στην Ιερουσαλήμ μαζί με τους πατέρες του, στην πόλη τού Δαβίδ.
21 Και ολόκληρος ο λαός τού Ιούδα πήρε τον Αζαρία, που ήταν ηλικίας 16 χρόνων, και τον έκαναν βασιλιά αντί του πατέρα του, του Αμασία.
22 Και έκτισε την Ελάθ και την επέστρεψε στον Ιούδα, αφού ο βασιλιάς κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του.
23 ΚΑΙ κατά τον 15ο χρόνο τού Αμασία, του γιου τού Ιωάς, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ιωάς, του βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε στη Σαμάρεια 41 χρόνια.
24 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε από όλες τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
25 Αυτός αποκατέστησε το σύνορο του Ισραήλ, από την είσοδο της Αιμάθ μέχρι τη Θάλασσα της Πεδιάδας, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ, που μίλησε διαμέσου τού δούλου του τού Ιωνά, του γιου τού Αμαθί, του προφήτη, που ήταν από τη Γαθ-εφέρ.
26 Επειδή, ο Κύριος είδε την υπερβολικά πικρή θλίψη τού Ισραήλ, ότι δεν υπήρχε τίποτε κλεισμένο και τίποτε αφημένο ούτε κάποιος που θα βοηθούσε τον Ισραήλ.
27 Και ο Κύριος δεν είπε να εξαλείψει το όνομα του Ισραήλ από κάτω από τον ουρανό, αλλά τους έσωσε διαμέσου τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ιωάς.
28 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιεροβοάμ, και όλα όσα έπραξε, και τα κατορθώματά του, πώς πολέμησε, και πώς ξαναπήρε στον Ισραήλ τη Δαμασκό, και την Αιμάθ τού Ιούδα, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
29 Και ο Ιεροβοάμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, μαζί με τους βασιλιάδες τού Ισραήλ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ζαχαρίας, ο γιος του.




Κεφάλαιο 15

1 ΚΑΤΑ τον 27ο χρόνο τού Ιεροβοάμ, του βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε ο Αζαρίας, ο γιος τού Αμασία, του βασιλιά τού Ιούδα.
2 Όταν βασίλευσε, ήταν ηλικίας 16 χρόνων, και βασίλευσε 52 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιεχολία, από την Ιερουσαλήμ.
3 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει ο Αμασίας ο πατέρας του.
4 Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν είχαν αφαιρεθεί· ο λαός θυσίαζε ακόμα και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους.
5 Και ο Κύριος πάταξε τον βασιλιά, και ήταν λεπρός μέχρι την ημέρα τού θανάτου του, και κατοικούσε σε ένα αποχωρισμένο σπίτι. Και την επιστασία στο σπίτι του είχε ο Ιωθάμ, ο γιος τού βασιλιά, κρίνοντας τον λαό τής γης.
6 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αζαρία, και όλα όσα έπραξε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
7 Και ο Αζαρίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωθάμ, ο γιος του.
8 ΚΑΙ στον 38ο χρόνο τού Αζαρία, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Ζαχαρίας, ο γιος τού Ιεροβοάμ, βασίλευσε έξι μήνες επάνω στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια.
9 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως είχαν πράξει οι πατέρες του· δεν απομακρύνθηκε από τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
10 Και συνωμότησε εναντίον του ο Σαλλούμ, ο γιος τού Ιαβείς, και τον πάταξε μπροστά στον λαό, και τον θανάτωσε, και βασίλευσε αντ' αυτού.
11 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ζαχαρία, δέστε, είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ.
12 Αυτός ήταν ο λόγος τού Κυρίου, που είχε μιλήσει στον Ιηού, λέγοντας: Οι γιοι σου θα καθήσουν επάνω στον θρόνο τού Ισραήλ μέχρι τέταρτης γενεάς. Έτσι και έγινε.
13 Ο ΣΑΛΛΟΥΜ, ο γιος τού Ιαβείς, βασίλευσε, και βασίλευσε στη Σαμάρεια, έναν μήνα, στον 39ο χρόνο τού Οζία, του βασιλιά τού Ιούδα.
14 Και ανέβηκε ο Μεναήμ, ο γιος τού Γαδεί από τη Θερσά, και ήρθε στη Σαμάρεια, και χτύπησε στη Σαμάρεια τον Σαλλούμ, τον γιο τού Ιαβείς, και τον θανάτωσε, και βασίλευσε αντ' αυτού.
15 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Σαλλούμ, και η συνωμοσία του που είχε κάνει, δέστε, είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ.
16 Τότε, ο Μεναήμ πάταξε τη Θαψά, και όλους εκείνους που ήσαν σ' αυτή, και τα σύνορά της από τη Θερσά· επειδή, δεν του είχαν ανοίξει, γι' αυτό τη χτύπησε· και διέσχισε την κοιλιά όλων των εγκύων γυναικών που υπήρχαν μέσα σ' αυτή.
17 ΚΑΙ στον 39ο χρόνο τού Αζαρία, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Μεναήμ, ο γιος τού Γαδεί, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια, 10 χρόνια.
18 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε σε όλες τις ημέρες του από τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που είχε κάνει τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
19 Τότε, ήρθε ο Φουλ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας ενάντια στη γη· και ο Μεναήμ έδωσε στον Φουλ 1.000 τάλαντα ασήμι, για να είναι το χέρι του μαζί του, στο να ενισχύσει στο χέρι του τη βασιλεία.
20 Και ο Μεναήμ απέσπασε από τον Ισραήλ το ασήμι, από όλους τους δυνατούς σε πλούτη, 50 σίκλους ασήμι από κάθε έναν, για να δώσει στον βασιλιά τής Ασσυρίας. Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας επέστρεψε, και δεν στάθηκε εκεί στη γη.
21 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Μεναήμ, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
22 Και ο Μεναήμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Φακείας, ο γιος του.
23 ΚΑΙ στον 50ό χρόνο τού Αζαρία, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Φακείας, ο γιος τού Μεναήμ, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια, δύο χρόνια.
24 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε από τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, που είχε κάνει τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
25 Και εναντίον του συνωμότησε ο Φεκά, ο γιος τού Ρεμαλία, ο στρατηγός του, και τον πάταξε στη Σαμάρεια, στο παλάτι τής οικογένειας του βασιλιά, μαζί με τον Αργόβ και τον Αριέ, έχοντας μαζί του και 50 άνδρες από τους Γαλααδίτες· και τον θανάτωσε, και βασίλευσε αντ' αυτού.
26 Οι υπόλοιπες πράξεις τού Φακεία, και όλα όσα έκανε, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ.
27 ΣΤΟΝ 52ο χρόνο τού Αζαρία, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Φεκά, ο γιος τού Ρεμαλία, βασίλευσε 20 χρόνια επάνω στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια.
28 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε από τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, γιου τού Ναβάτ, που είχε κάνει τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
29 Και στις ημέρες τού Φεκά, του βασιλιά τού Ισραήλ, ήρθε ο Θεγλάθ-φελασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, και κυρίευσε την Ιιών, και την Αβέλ-βαιθ-μααχά, και την Ιανώχ, και την Κεδές, και την Ασώρ, και τη Γαλαάδ, και τη Γαλιλαία, ολόκληρη τη γη Νεφθαλί, και τους μετοίκησε στην Ασσυρία.
30 Και ο Ωσηέ, ο γιος τού Ηλά, έκανε συνωμοσία ενάντια στον Φεκά, τον γιο τού Ρεμαλία, και τον πάταξε, και τον θανάτωσε, και στον 20ό χρόνο τού Ιωθάμ, του γιου τού Οζία, βασίλευσε αντ' αυτού.
31 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Φεκά, και όλα όσα έκανε, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ.
32 ΚΑΙ στον δεύτερο χρόνο τού Φεκά, γιου του Ρεμαλία, του βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε ο Ιωθάμ, ο γιος τού Οζία, του βασιλιά τού Ιούδα.
33 Ήταν ηλικίας 25 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιερουσά, θυγατέρα τού Σαδώκ.
34 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο· έπραξε σύμφωνα με όλα όσα έπραξε ο πατέρας του, ο Οζίας.
35 Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν είχαν αφαιρεθεί· ο λαός θυσίαζε ακόμα και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους. Αυτός έκτισε την ψηλή πύλη τού οίκου τού Κυρίου.
36 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωθάμ, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
37 Και στις ημέρες εκείνες ο Κύριος άρχισε να στέλνει ενάντια στον Ιούδα τον Ρεσίν, τον βασιλιά τής Συρίας, και τον Φεκά, τον γιο τού Ρεμαλία.
38 Και ο Ιωθάμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους πατέρες του, στην πόλη τού Δαβίδ τού πατέρα του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Άχαζ, ο γιος του.




Κεφάλαιο 16

1 ΚΑΙ στον 17ο χρόνο τού Φεκά, του γιου τού Ρεμαλία, βασίλευσε ο Άχαζ, ο γιος τού Ιωθάμ, του βασιλιά τού Ιούδα.
2 Ήταν ηλικίας 20 χρόνων όταν ο Άχαζ βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Δεν έπραξε, όμως, το ευθύ μπροστά στον Κύριο τον Θεό του, όπως ο Δαβίδ ο πατέρας του.
3 Αλλά, περπάτησε στον δρόμο των βασιλιάδων τού Ισραήλ, και μάλιστα πέρασε τον γιο του μέσα από τη φωτιά, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
4 Και θυσίαζε και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους, και επάνω στους λόφους, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
5 Τότε, ανέβηκαν στην Ιερουσαλήμ για πόλεμο, ο Ρεσίν, ο βασιλιάς τής Συρίας, και ο Φεκά, ο γιος του Ρεμαλία, ο βασιλιάς του Ισραήλ· και πολιόρκησαν τον Άχαζ, όμως δεν μπόρεσαν να νικήσουν.
6 Κατά τον καιρό εκείνο, ο Ρεσίν, ο βασιλιάς τής Συρίας αποκατέστησε την Ελάθ κάτω από την εξουσία τής Συρίας, και έδιωξε τους Ιουδαίους από την Ελάθ· και καθώς οι Σύριοι ήρθαν στην Ελάθ, κατοίκησαν εκεί μέχρι αυτή την ημέρα.
7 Και ο Άχαζ έστειλε μηνυτές στον Θεγλάθ-φελασάρ, τον βασιλιά τής Ασσυρίας, λέγοντας: Εγώ είμαι δούλος σου και γιος σου· ανέβα, και σώσε με από το χέρι τού βασιλιά τής Συρίας και του βασιλιά τού Ισραήλ, που σηκώθηκαν εναντίον μου.
8 Και ο Άχαζ πήρε το ασήμι και το χρυσάφι, που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου, και στους θησαυρούς του παλατιού τού βασιλιά, και το έστειλε ως δώρο στον βασιλιά τής Ασσυρίας.
9 Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας τον εισάκουσε· και ανέβηκε ο βασιλιάς τής Ασσυρίας ενάντια στη Δαμασκό, και την κυρίευσε, και μετοίκησε τους κατοίκους της στην Κιρ, τον δε Ρεσίν, τον θανάτωσε.
10 Και ο βασιλιάς Άχαζ πήγε στη Δαμασκό, προς συνάντηση του Θεγλάθ-φελασάρ, του βασιλιά τής Ασσυρίας, και είδε το θυσιαστήριο που υπήρχε στη Δαμασκό· και ο βασιλιάς Άχαζ έστειλε στον Ουρία, τον ιερέα, το ομοίωμα του θυσιαστηρίου, και τον τύπο του, με υπόδειγμα ολόκληρης της εργασίας του.
11 Και ο Ουρίας, ο ιερέας, έκτισε το θυσιαστήριο, σύμφωνα με όλα όσα ο βασιλιάς Άχαζ έστειλε από τη Δαμασκό. Έτσι έκανε ο Ουρίας, ο ιερέας, μέχρις ότου έρθει ο βασιλιάς Άχαζ από τη Δαμασκό.
12 Και όταν ο βασιλιάς ήρθε από τη Δαμασκό, ο βασιλιάς είδε το θυσιαστήριο· και ο βασιλιάς πλησίασε στο θυσιαστήρο, και έκανε προσφορά επάνω σ' αυτό.
13 Και έκαψε το ολοκαύτωμά του και την προσφορά του από άλφιτα, και ξέχυνε επάνω τη σπονδή του, και ράντισε το αίμα των ειρηνικών του προσφορών, επάνω στο θυσιαστήριο.
14 Και μετέφερε το χάλκινο θυσιαστήριο, που ήταν μπροστά στον Κύριο, μπροστά από τον οίκο, ανάμεσα από το θυσιαστήριο και τον οίκο τού Κυρίου, και το έβαλε προς τη βορινή πλευρά τού θυσιαστηρίου.
15 Και ο βασιλιάς Άχαζ πρόσταξε τον Ουρία τον ιερέα, λέγοντας: Επάνω στο μεγάλο θυσιαστήριο να προσφέρεις το ολοκαύτωμα το πρωινό, και την εσπερινή προσφορά από άλφιτα, και το ολοκαύτωμα του βασιλιά, και την προσφορά του από άλφιτα, μαζί με το ολοκαύτωμα ολόκληρου του λαού τής γης, και την προσφορά τους από άλφιτα, και τις σπονδές τους· και ράντισε επάνω σ' αυτό όλο το αίμα τού ολοκαυτώματος, και όλο το αίμα τής θυσίας· και το χάλκινο θυσιαστήριο θα είναι σε μένα για να ρωτάω τον Κύριο.
16 Και ο Ουρίας, ο ιερέας, έκανε σύμφωνα με όλα όσα είχε προστάξει ο βασιλιάς Άχαζ.
17 Και ο βασιλιάς Άχαζ έκοψε τα συγκλείσματα των βάσεων, και σήκωσε από πάνω τους τον λουτήρα· και κατέβασε τη θάλασσα πάνω από τα χάλκινα βόδια, που ήσαν από κάτω της, και την έβαλε σε μια πέτρινη βάση.
18 Και το στέγαστρο του σαββάτου, που είχαν οικοδομήσει στον οίκο, και την εξωτερική είσοδο του βασιλιά, τη μετατόπισε από τον οίκο τού Κυρίου, εξαιτίας τού βασιλιά τής Ασσυρίας.
19 Οι υπόλοιπες πράξεις τού Άχαζ, όσες έπραξε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
20 Και ο Άχαζ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους πατέρες του στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Εζεκίας, ο γιος του.




Κεφάλαιο 17

1 ΚΑΙ στον 12ο χρόνο τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ιούδα, στη Σαμάρεια βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ ο Ωσηέ, ο γιος τού Ηλά, εννιά χρόνια.
2 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όμως όχι όπως οι βασιλιάδες τού Ισραήλ, που ήσαν πριν απ' αυτόν.
3 Εναντίον του ανέβηκε ο Σαλμανασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας· και ο Ωσηέ έγινε δούλος του, και του έδινε φόρο.
4 Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας βρήκε συνωμοσία στον Ωσηέ· επειδή, είχε στείλει μηνυτές στον Σω, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, και δεν έδωσε φόρο στον βασιλιά τής Ασσυρίας, όπως έκανε κάθε χρόνο· γι' αυτό, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας τον συνέκλεισε, και τον έδεσε σε φυλακή.
5 Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας ανέβηκε διαμέσου όλης τής γης· και ανέβηκε στη Σαμάρεια, και την πολιόρκησε τρία χρόνια.
6 Και στον ένατο χρόνο τού Ωσηέ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας κυρίευσε τη Σαμάρεια, και μετοίκισε τον Ισραήλ στην Ασσυρία, και τον κατοίκισε στην Αλά, και στην Αβώρ, κοντά στον ποταμό Γωζάν, και στις πόλεις των Μήδων.
7 Κι αυτό έγινε, επειδή οι γιοι τού Ισραήλ αμάρτησαν στον Κύριο τον Θεό τους, που τους είχε ανεβάσει από τη γη τής Αιγύπτου, κάτω από το χέρι τού Φαραώ, του βασιλιά τής Αιγύπτου, και σεβάστηκαν άλλους θεούς.
8 Και περπάτησαν στα νόμιμα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ, και σ' εκείνα των βασιλιάδων τού Ισραήλ, που είχαν θεσπίσει.
9 Και οι γιοι Ισραήλ, κρυφά, έκαναν πράγματα που δεν ήσαν με ευθύτητα μπροστά στον Κύριο τον Θεό τους, και έκτισαν για τον εαυτό τους ψηλούς τόπους σε όλες τις πόλεις τους, από πύργο φυλάκων μέχρι πόλη οχυρή.
10 Και έστησαν για τον εαυτό τους αγάλματα και άλση επάνω σε κάθε ψηλό λόφο, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
11 Και εκεί θυμίαζαν επάνω σε όλους τούς ψηλούς τόπους, όπως και τα έθνη που ο Κύριος είχε εκδιώξει από μπροστά τους· και έκαναν πράγματα πονηρά για να παροργίζουν τον Κύριο·
12 και λάτρευσαν τα είδωλα, για τα οποία ο Κύριος τους είχε πει: Δεν θα κάνετε αυτό το πράγμα.
13 Και ο Κύριος διαμαρτυρήθηκε εναντίον του Ισραήλ, και εναντίον τού Ιούδα, διαμέσου όλων των προφητών, όλων εκείνων που έβλεπαν, λέγοντας: Επιστρέψτε από τους πονηρούς σας δρόμους, και τηρείτε τις εντολές μου, τα διατάγματά μου, σύμφωνα με όλο τον νόμο, που είχα προστάξει στους πατέρες σας, και τον οποίο σας έστειλα διαμέσου των δούλων μου των προφητών.
14 Όμως, αυτοί δεν υπάκουσαν, αλλά σκλήρυναν τον τράχηλό τους, όπως τον τράχηλο των πατέρων τους, που δεν πίστεψαν στον Κύριο τον Θεό τους.
15 Και απέρριψαν τα διατάγματά του, και τη διαθήκη του, που είχε κάνει μαζί με τους πατέρες τους, και τις διαμαρτυρίες του, που είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον τους· και πήγαν πίσω από τη ματαιότητα, και ματαιώθηκαν, και πίσω από τα έθνη που είναι ολόγυρά τους, για τα οποία ο Κύριος τους είχε προστάξει, να μη κάνουν όπως εκείνα.
16 Και εγκατέλειψαν όλες τις εντολές τού Κυρίου τού Θεού τους, και έκαναν για τον εαυτό τους χωνευτά, δύο μοσχάρια, και έκαναν άλση, και προσκύνησαν ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, και λάτρευσαν τον Βάαλ.
17 Και διαπερνούσαν τους γιους τους και τις θυγατέρες τους μέσα από τη φωτιά, και μεταχειρίζονταν μαντείες και οιωνισμούς, και πούλησαν τον εαυτό τους στο να πράττουν πονηρά, μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίζουν.
18 Γι' αυτά, ο Κύριος οργίστηκε υπερβολικά ενάντια στον Ισραήλ, και τους απέβαλε από το πρόσωπό του· δεν εναπέμεινε παρά μόνη η φυλή τού Ιούδα.
19 Ακόμα και ο Ιούδας δεν φύλαξε τις εντολές τού Κυρίου τού Θεού του, αλλά περπάτησαν στα διατάγματα του Ισραήλ, που είχαν κάνει.
20 Και ο Κύριος απέβαλε ολόκληρο το σπέρμα τού Ισραήλ, και τους κατέθλιψε, και τους παρέδωσε στο χέρι αυτών που διαρπάζουν, μέχρις ότου τους απέρριψε από το πρόσωπό του.
21 Επειδή, ο Ισραήλ αποσχίστηκε από την οικογένεια του Δαβίδ, και έκαναν βασιλιά τον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ· και ο Ιεροβοάμ απέσπασε τον Ισραήλ από το να ακολουθεί τον Κύριο, και τους έκανε να αμαρτήσουν, αμαρτία μεγάλη.
22 Επειδή, οι γιοι Ισραήλ περπάτησαν σε όλες τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, που είχε πράξει· δεν απομακρύνθηκαν απ' αυτές,
23 μέχρις ότου ο Κύριος απέβαλε τον Ισραήλ από το πρόσωπό του, όπως είχε μιλήσει διαμέσου όλων των δούλων του των προφητών. Και ο Ισραήλ μετοικίστηκε από τη γη του στην Ασσυρία, μέχρι αυτή την ημέρα.
24 Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας έφερε ανθρώπους από τη Βαβυλώνα, και από τη Χουθά, και από την Αυά, και από την Αιμάθ, και από τη Σεφαρουϊμ, και τους κατοίκισε στις πόλεις τής Σαμάρειας αντί για τους γιους Ισραήλ, και κληρονόμησαν τη Σαμάρεια, και κατοίκησαν στις πόλεις της.
25 Και στην αρχή τής κατοίκησής τους εκεί, δεν φοβήθηκαν τον Κύριο· και ο Κύριος έστειλε λιοντάρια ανάμεσά τους, και θανάτωναν απ' αυτούς.
26 Και είπαν στον βασιλιά τής Ασσυρίας, λέγοντας: Τα έθνη που μετοίκισες στις πόλεις τής Σαμάρειας, δεν γνωρίζουν τον νόμο τού Θεού τής γης· γι' αυτό, έστειλε τα λιοντάρια ανάμεσά τους, και δες, τους θανατώνουν, επειδή δεν γνωρίζουν τον νόμο τού Θεού τής γης.
27 Τότε, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας πρόσταξε, λέγοντας: Φέρτε εκεί έναν από τους ιερείς, που μετοικίσατε από εκεί· κι ας πάνε, και ας κατοικήσουν εκεί· και ας τους διδάξουν τον νόμο τού Θεού τής γης.
28 Και ένας από τους ιερείς, που τους μετοίκισαν στη Σαμάρεια, ήρθε και κατοίκησε στη Βαιθήλ, και τους δίδασκε πώς να φοβούνται τον Κύριο.
29 Κάθε ένα έθνος, όμως, έκαναν θεούς για τον εαυτό τους, και τους έβαλαν στους οίκους των ψηλών τόπων, που οι Σαμαρείτες είχαν κάνει, κάθε ένα έθνος στις πόλεις τους, όπου κατοικούσαν.
30 Και οι άνδρες τής Βαβυλώνας έκαναν τη Σοκχώθ-βενώθ, ενώ οι άνδρες τής Χουθά έκαναν τη Νεργάλ, και οι άνδρες τής Αιμάθ έκαναν την Ασιμά,
31 και οι Αυίτες έκαναν τη Νιβάζ, και τον Ταρτάκ, και οι Σεφαρουϊτες έκαιγαν τους γιους τους μέσα στη φωτιά στον Αδραμμέλεχ και Αναμμέλεχ, που ήσαν θεοί των Σεφαρουϊτών.
32 Έτσι φοβόνταν τον Κύριο· και έκαναν για τον εαυτό τους ιερείς των ψηλών τόπων από τους τελευταίους ανάμεσά τους, που θυσίαζαν γι' αυτούς μέσα στους οίκους των ψηλών τόπων.
33 Φοβόνταν μεν τον Κύριο, λάτρευαν όμως τους δικούς τους θεούς, σύμφωνα με τον τρόπο των εθνών, γι' αυτό μετοικίστηκαν.
34 Μέχρι την ημέρα αυτή κάνουν σύμφωνα με τους προηγούμενους τρόπους· δεν φοβούνται τον Κύριο, και δεν πράττουν σύμφωνα με τα διατάγματά τους, και σύμφωνα με τις κρίσεις τους, και σύμφωνα με τον νόμο και την εντολή, που ο Κύριος είχε προστάξει στους γιους Ιακώβ, τον οποίο ονόμασε Ισραήλ·
35 και ο Κύριος έκανε σ' αυτούς διαθήκη, και τους πρόσταξε, λέγοντας: Δεν θα φοβηθείτε άλλους θεούς, και δεν θα τους προσκυνήσετε ούτε θα τους λατρεύσετε ούτε θα θυσιάσετε σ' αυτούς·
36 αλλά, τον Κύριο, που σας έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου με μεγάλη δύναμη και με απλωμένον βραχίονα, αυτόν θα φοβάστε, κι αυτόν θα προσκυνάτε, και σ' αυτόν θα θυσιάζετε·
37 και τα διατάγματα, και τις κρίσεις, και τον νόμο, και την εντολή, που έγραψε για σας, θα προσέχετε να εκτελείτε πάντοτε· και άλλους θεούς δεν θα φοβηθείτε·
38 και τη διαθήκη που έκανα σε σας, δεν θα την ξεχάσετε· και δεν θα φοβηθείτε άλλους θεούς·
39 αλλά, τον Κύριο τον Θεό σας θα φοβάστε· κι αυτός θα σας ελευθερώσει από το χέρι όλων των εχθρών σας.
40 Όμως, δεν υπάκουσαν, αλλά έκαναν σύμφωνα με τους προηγούμενους τρόπους τους.
41 Κι αυτά τα έθνη φοβόνταν μεν τον Κύριο, λάτρευαν όμως τα γλυπτά τους· και οι γιοι τους, και οι γιοι των γιων τους, όπως έκαναν οι πατέρες τους, έτσι κάνουν κι αυτοί μέχρι αυτή την ημέρα.




Κεφάλαιο 18

1 ΚΑΙ στον τρίτο χρόνο τού Ωσηέ, γιου τού Ηλά, του βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε ο Εζεκίας, ο γιος τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ιούδα.
2 Όταν βασίλευσε, ήταν ηλικίας 25 χρόνων· και βασίλευσε 29 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αβί, θυγατέρα τού Ζαχαρία.
3 Και έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έκανε ο Δαβίδ ο πατέρας του.
4 Αυτός αφαίρεσε τους ψηλούς τόπους, και κατέσπασε τα αγάλματα, και κατέκοψε τα άλση και κατασύντριψε το χάλκινο φίδι, που ο Μωυσής είχε κάνει· επειδή, μέχρι τις ημέρες εκείνες οι γιοι Ισραήλ θυμίαζαν σ' αυτό· και το αποκάλεσε Νεουσθάν.
5 Είχε ελπίσει επάνω στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ· και, ύστερα απ' αυτόν, δεν στάθηκε όμοιός του ανάμεσα σε όλους τους βασιλιάδες τού Ιούδα, αλλ' ούτε πριν απ' αυτόν·
6 επειδή, είχε προσκολληθεί στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε από του να τον ακολουθεί, αλλά τήρησε τις εντολές του, που ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή.
7 Και ο Κύριος ήταν μαζί του· όπου έβγαινε, κατευοδωνόταν· και αποστάτησε ενάντια στον βασιλιά τής Ασσυρίας, και δεν τον δούλεψε.
8 Αυτός πάταξε τους Φιλισταίους, μέχρι τη Γάζα και τα σύνορά της, από πύργο φυλάκων μέχρι οχυρή πόλη.
9 ΚΑΙ στον τέταρτο χρόνο τού βασιλιά Εζεκία, που ήταν ο έβδομος χρόνος τού Ωσηέ, γιου τού Ηλά, του βασιλιά τού Ισραήλ, ο Σαλμανασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας ανέβηκε ενάντια στη Σαμάρεια, και την πολιορκούσε.
10 Και στο τέλος των τριών χρόνων την κυρίευσαν· στον έκτο χρόνο τού Εζεκία, που είναι ο ένατος του Ωσηέ, του βασιλιά τού Ισραήλ, κυριεύθηκε η Σαμάρεια.
11 Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας μετοίκισε τον Ισραήλ στην Ασσυρία, και τους έβαλε στην Αλά, και στην Αβώρ, κοντά στον ποταμό Γωζάν, και στις πόλεις των Μήδων·
12 επειδή, δεν είχαν υπακούσει στη φωνή τού Κυρίου τού Θεού τους, αλλά παρέβηκαν τη διαθήκη του, όλα όσα είχε προστάξει ο Μωυσής, ο δούλος τού Κυρίου, και δεν είχαν υπακούσει, ούτε τα έκαναν.
13 ΚΑΙ στον 14ο χρόνο τού βασιλιά Εζεκία, ανέβηκε ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ενάντια σε όλες τις οχυρές πόλεις τού Ιούδα, και τις κυρίευσε.
14 Και ο Εζεκίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έστειλε στον βασιλιά τής Ασσυρίας στη Λαχείς, λέγοντας: Αμάρτησα· φύγε από μένα· ό,τι επιβάλεις επάνω μου, θα το βαστάξω. Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας επέβαλε επάνω στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, 300 τάλαντα ασήμι, και 30 τάλαντα χρυσάφι.
15 Και ο Εζεκίας τού έδωσε όλο το ασήμι που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου, και στους θησαυρούς στο παλάτι τού βασιλιά.
16 Κατά τον καιρό εκείνο, ο Εζεκίας απέκοψε τις θύρες τού ναού τού Κυρίου, και τους στύλους που ο Εζεκίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, είχε περισκεπάσει με χρυσάφι, και το έδωσε στον βασιλιά τής Ασσυρίας.
17 Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας έστειλε τον Ταρτάν, και τον Ραβ-σαρείς, και τον Ραβ-σάκη, από τη Λαχείς, στον βασιλιά Εζεκία, με μεγάλη δύναμη, στην Ιερουσαλήμ. Κι εκείνοι ανέβηκαν και ήρθαν στην Ιερουσαλήμ. Και όταν ανέβηκαν, ήρθαν και στάθηκαν στον υδραγωγό τής άνω κολυμπήθρας, που είναι στον μεγάλο δρόμο τού χωραφιού τού γναφέα.
18 Και βόησαν στον βασιλιά, και βγήκαν σ' αυτούς ο Ελιακείμ, ο γιος τού Χελκία, του οικονόμου, και ο Σομνάς, ο γραμματέας, και ο Ιωάχ, ο γιος τού Ασάφ, ο υπομνηματογράφος.
19 Και ο Ραβ-σάκης τούς είπε: Πείτε τώρα στον Εζεκία: Έτσι λέει ο μεγάλος βασιλιάς, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Ποιο είναι το θάρρος αυτό επάνω στο οποίο θαρρείς;
20 Εσύ λες, (εντούτοις, είναι λόγια χειλέων): Έχω θέληση και δύναμη για πόλεμο· αλλ' επάνω σε ποιον έχεις το θάρρος σου, ώστε αποστάτησες εναντίον μου;
21 Τώρα, δες, εσύ έχεις το θάρρος επάνω στη ράβδο τού συντριμμένου εκείνου καλάμου, επάνω στην Αίγυπτο, επάνω στον οποίο αν κάποιος στηριχθεί, θα μπηχτεί μέσα στο χέρι του, και θα το τρυπήσει· τέτοιος είναι ο Φαραώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, σε όλους όσους έχουν το θάρρος τους επάνω σ' αυτόν.
22 Αλλ' αν μου πείτε: Εμείς έχουμε το θάρρος μας επάνω στον Κύριο τον Θεό μας· δεν είναι αυτός, του οποίου ο Εζεκίας αφαίρεσε τους ψηλούς τόπους και τα θυσιαστήρια, και είπε στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ: Μπροστά σ' αυτό το θυσιαστήριο θα προσκυνήσετε στην Ιερουσαλήμ;
23 Τώρα, λοιπόν, δώσε ενέχυρα στον κύριό μου τον βασιλιά τής Ασσυρίας, κι εγώ θα σου δώσω 2.000 άλογα, αν μπορείς από μέρους σου να δώσεις γι' αυτά καβαλάρηδες.
24 Πώς, λοιπόν, θα στρέψεις πίσω το πρόσωπο ενός τοπάρχη από τους ελάχιστους των δούλων τού κυρίου μου, και έλπισες επάνω στην Αίγυπτο για άμαξες και για καβαλάρηδες;
25 Και, τώρα, χωρίς τον Κύριο ανέβηκα εγώ ενάντια σ' αυτόν τον τόπο, για να τον καταστρέψω; Ο Κύριος μου είπε: Ανέβα ενάντια σ' αυτή τη γη, και κατάστρεψέ την.
26 Τότε, είπε ο Ελιακείμ, ο γιος τού Χελκία, και ο Σομνάς, και ο Ιωάχ, στον Ραβ-σάκη: Μίλησε, παρακαλώ, στους δούλους σου στη Συριακή γλώσσα· επειδή, την καταλαβαίνουμε· και μη μας μιλάς Ιουδαϊστί, σε επήκοον του λαού επάνω στο τείχος.
27 Αλλά, ο Ραβ-σάκης τούς είπε: Μήπως ο κύριός μου με έστειλε στον κύριό σου, και σε σένα, για να μιλήσω αυτά τα λόγια; Δεν με έστειλε προς τους άνδρες που κάθονται επάνω στο τείχος, για να φάνε την κόπρο τους, και να πιουν τα ούρα τους, μαζί σας;
28 Τότε, ο Ραβ-σάκης στάθηκε, και φώναξε με δυνατή φωνή, Ιουδαϊστί, και μίλησε, λέγοντας: Ακούστε τόν λόγο τού μεγάλου βασιλιά, του βασιλιά τής Ασσυρίας·
29 Έτσι λέει ο βασιλιάς· Μη σας απατάει ο Εζεκίας· επειδή, δεν θα μπορέσει να σας λυτρώσει από το χέρι του·
30 και μη σας κάνει ο Εζεκίας να έχετε θάρρος επάνω στον Κύριο, λέγοντας: Ο Κύριος σίγουρα θα μας λυτρώσει, και η πόλη αυτή δεν θα παραδοθεί στο χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας.
31 Μη ακούτε τον Εζεκία· επειδή, έτσι λέει ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Κάντε μαζί μου συμβιβασμό, και βγείτε έξω προς εμένα· και φάτε κάθε ένας από την άμπελό του, και κάθε ένας από τη συκιά του, και πιείτε κάθε ένας από τη δεξαμενή του·
32 έως ότου έρθω, και σας πάρω σε γη όμοια με τη γη σας, γη με σιτάρι και κρασί, γη με ψωμί και αμπελώνες, γη με λάδι και μέλι, για να ζήσετε και να μη πεθάνετε· και μη ακούτε τον Εζεκία, όταν σας απατάει, λέγοντας: Ο Κύριος θα μας λυτρώσει.
33 Μήπως, στ' αλήθεια, κάποιος από τους θεούς των εθνών λύτρωσε τη γη του από το χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας;
34 Πού είναι οι θεοί τής Αιμάθ και της Αρφάδ; Πού είναι οι θεοί τής Σεφαρουϊμ, της Ενά, και της Αυά; Μήπως λύτρωσαν από το χέρι μου τη Σαμάρεια;
35 Ποιοι ανάμεσα σε όλους τους θεούς αυτών των τόπων λύτρωσαν τη γη τους από το χέρι μου, ώστε και ο Κύριος να λυτρώσει την Ιερουσαλήμ από το χέρι μου;
36 Και ο λαός σιωπούσε, και δεν του απάντησε έναν λόγο· επειδή, ο βασιλιάς είχε προστάξει, λέγοντας: Μη του απαντήσετε.
37 Τότε, ο Ελιακείμ, ο γιος τού Χελκία, ο οικονόμος, και ο Σομνάς, ο γραμματέας, και ο Ιωάχ, ο γιος τού Ασάφ, ο υπομνηματογράφος, ήρθαν στον Εζεκία με σχισμένα τα ιμάτια, και του ανήγγειλαν τα λόγια τού Ραβ-σάκη.




Κεφάλαιο 19

1 ΚΑΙ όταν το άκουσε ο βασιλιάς Εζεκίας, έσχισε τα ιμάτιά του, και σκεπάστηκε με σάκο, και μπήκε μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
2 Και έστειλε τον Ελιακείμ, τον οικονόμο, και τον Σομνά, τον γραμματέα, και τους πρεσβύτερους των ιερέων, σκεπασμένους με σάκους, προς τον προφήτη Ησαϊα, τον γιο τού Αμώς.
3 Και του είπαν: Έτσι λέει ο Εζεκίας: Η ημέρα αυτή είναι ημέρα θλίψης, και ονειδισμού, και βλασφημίας· επειδή, τα παιδιά ήρθαν στην ώρα τής γέννας, όμως δεν υπάρχει δύναμη στην ετοιμόγεννη·
4 είθε ο Κύριος ο Θεός σου να άκουσε όλα τα λόγια τού Ραβ-σάκη, που έστειλε ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ο κύριός του, για να ονειδίσει τον ζωντανό Θεό, και να βρίσει με τα λόγια, που άκουσε ο Κύριος ο Θεός σου· γι' αυτό, ύψωσε δέηση για το υπόλοιπο που απέμεινε.
5 Και ήρθαν στον Ησαϊα οι δούλοι τού βασιλιά Εζεκία.
6 Και ο Ησαϊας τούς είπε: Έτσι θα πείτε στον κύριό σας: Έτσι λέει ο Κύριος: Μη φοβάσαι από τα λόγια που άκουσες, με τα οποία με ονείδισαν οι δούλοι τού βασιλιά τής Ασσυρίας·
7 δες, εγώ θα βάλω μέσα του ένα τέτοιο πνεύμα, ώστε, καθώς θα ακούσει θόρυβο, θα επιστρέψει στη γη του· και θα τον κάνω να πέσει με μάχαιρα στην ίδια του τη γη.
8 Ο Ραβ-σάκης, λοιπόν, γύρισε, και βρήκε τον βασιλιά τής Ασσυρίας να πολεμάει ενάντια στη Λιβνά· επειδή, άκουσε ότι έφυγε από τη Λαχείς.
9 Και όταν ο βασιλιάς άκουσε να λένε για τον Θιρακά, τον βασιλιά τής Αιθιοπίας: Δες, βγήκε να σε πολεμήσει, έστειλε πάλι πρεσβευτές στον Εζεκία, λέγοντας:
10 Έτσι θα πείτε στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, λέγοντας: Ο Θεός σου, επάνω στον οποίο έχεις το θάρρος σου, ας μη σε εξαπατάει, λέγοντας: Η Ιερουσαλήμ δεν θα παραδοθεί στο χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας·
11 δες, εσύ άκουσες τι έκαναν οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας σε όλους τους τόπους, καταστρέφοντάς τους· κι εσύ θα λυτρωθείς;
12 Μήπως οι θεοί των εθνών λύτρωσαν εκείνους που οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γωζάν, και τη Χαρράν, και τη Ρεσέφ, και τους γιους τού Εδέν, που ήσαν στην Τελασσάρ;
13 Πού είναι ο βασιλιάς τής Αιμάθ, και ο βασιλιάς τής Αρφάδ, και ο βασιλιάς τής πόλης Σεφαρουϊμ, της Ενά, και της Αυά;
14 Και ο Εζεκίας, παίρνοντας την επιστολή από το χέρι των πρεσβευτών, τη διάβασε· και ο Εζεκίας ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και την ξετύλιξε μπροστά στον Κύριο.
15 Και προσευχήθηκε ο Εζεκίας μπροστά στον Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ τού Ισραήλ, που κάθεσαι επάνω στα χερουβείμ, εσύ ο ίδιος είσαι ο Θεός, ο μόνος, όλων των βασιλείων τής γης· εσύ έκανες τον ουρανό και τη γη·
16 στρέψε, Κύριε, το αυτί σου, και άκουσε· άνοιξε, Κύριε, τα μάτια σου, και δες· και άκουσε τα λόγια τού Σενναχειρείμ, που έστειλε τούτον να ονειδίσει τον ζωντανό Θεό·
17 αληθινά, Κύριε, οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας ερήμωσαν τα έθνη, και τους τόπους τους,
18 και έρριξαν τους θεούς τους στη φωτιά· επειδή, δεν ήσαν θεοί, αλλά έργο χεριών ανθρώπων, ξύλα και πέτρες· γι' αυτό, τους κατέστρεψαν·
19 τώρα, λοιπόν, Κύριε Θεέ μας, σώσε μας, παρακαλώ, από το χέρι του· για να γνωρίσουν όλα τα βασίλεια της γης, ότι εσύ είσαι Κύριος, ο Θεός, ο μόνος.
20 Τότε, ο Ησαϊας, ο γιος τού Αμώς, έστειλε στον Εζεκία, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Άκουσα όσα προσευχήθηκες σε μένα, ενάντια στον Σενναχειρείμ, τον βασιλιά τής Ασσυρίας.
21 Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος μίλησε γι' αυτόν: Σε καταφρόνησε, σε ενέπαιξε, η παρθένα, η θυγατέρα τής Σιών· κούνησε πίσω σου το κεφάλι η θυγατέρα τής Ιερουσαλήμ.
22 Ποιον ονείδισες και βλασφήμησες; Και ενάντια σε ποιον ύψωσες φωνή, σήκωσες ψηλά τα μάτια σου; Ενάντια στον Άγιο του Ισραήλ.
23 Τον Κύριο ονείδισες διαμέσου των πρεσβευτών σου, και είπες: «Με το πλήθος των αμαξών μου ανέβηκα εγώ στο ύψος των βουνών, στα πλάγια του Λιβάνου· και θα κόψω τους ψηλούς κέδρους του, τα εκλεκτά ελάτια του· και θα μπω μέσα στα τελευταία οικήματά του, στο δάσος τού Καρμήλου του·
24 εγώ έσκαψα, και ήπια ξένα νερά· και με το ίχνος των ποδιών μου ξέρανα όλους τούς ποταμούς των πολιορκούμενων».
25 Μήπως δεν άκουσες ότι εγώ το έκανα αυτό από παλιά, και το σχεδίασα από τις αρχαίες ημέρες; Και, τώρα, το εκτέλεσα, ώστε εσύ να είσαι για να καταστρέφεις οχυρωμένες πόλεις σε σωρούς ερειπίων.
26 Γι' αυτό, οι κάτοικοί τους ήσαν μικρής δύναμης, τρόμαξαν και ντροπιάστηκαν· ήσαν σαν το χορτάρι τού χωραφιού, σαν τη χλόη, και σαν το χορτάρι των ταρατσών, και σαν το σιτάρι που καίγεται πριν καλαμώσει.
27 Όμως, εγώ γνωρίζω την κατοικία σου, και την έξοδό σου, και την είσοδό σου, και τη λύσσα σου εναντίον μου.
28 Επειδή, η λύσσα σου εναντίον μου, και η αλαζονεία σου, ανέβηκαν στα αυτιά μου, γι' αυτό θα βάλω τον κρίκο μου στα ρουθούνια σου, και το χαλινάρι μου στα χείλη σου, και θα σε γυρίσω πίσω διαμέσου τού δρόμου από τον οποίο ήρθες.
29 Και τούτο θα είναι το σημείο σε σένα: Αυτό τον χρόνο θα φάτε ό,τι είναι αυτοφυές· και τον δεύτερο χρόνο ό,τι φυτρώνει από το ίδιο· και τον τρίτο χρόνο, σπείρετε, και θερίστε, και φυτέψτε αμπελώνες, και φάτε τον καρπό τους.
30 Και το υπόλοιπο από τον οίκο τού Ιούδα, αυτό που διασώθηκε, θα ξαναριζώσει από κάτω, και θα δώσει επάνω καρπούς.
31 Επειδή, από την Ιερουσαλήμ θα βγει το υπόλοιπο, και από το βουνό Σιών αυτό που διασώθηκε· ο ζήλος τού Κυρίου των δυνάμεων θα το εκτελέσει αυτό.
32 Γι' αυτό, έτσι λέει ο Κύριος για τον βασιλιά τής Ασσυρίας: Δεν θα μπει σ' αυτή την πόλη ούτε θα τοξεύσει εκεί κάποιο βέλος ούτε θα προβάλει εναντίον της ασπίδα ούτε θα υψώσει πρόχωμα εναντίον της.
33 Διαμέσου τού δρόμου από τον οποίο ήρθε, διαμέσου αυτού θα επιστρέψει, και στην πόλη αυτή δεν θα μπει μέσα, λέει ο Κύριος.
34 Επειδή, εγώ θα υπερασπιστώ αυτή την πόλη, ώστε να τη σώσω, για χάρη μου, και για χάρη τού δούλου μου του Δαβίδ.
35 Και τη νύχτα εκείνη βγήκε ο άγγελος του Κυρίου, και πάταξε στο στρατόπεδο των Ασσυρίων 185.000· και όταν σηκώθηκαν το πρωί, δέστε, ήσαν όλοι νεκρά σώματα.
36 Και ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, σηκώθηκε και έφυγε, και γύρισε, και κατοίκησε στη Νινευή.
37 Κι ενώ προσκυνούσε στον οίκο τού θεού του, του Νισρώκ, ο Αδραμμέλεχ και ο Σαρασάρ, οι γιοι του, τον πάταξαν με μάχαιρα· κι αυτοί έφυγαν στη γη τής Αρμενίας· και αντ' αυτού βασίλευσε ο γιος του ο Εσαραδδών.




Κεφάλαιο 20

1 Κατά τις ημέρες εκείνες ο Εζεκίας αρρώστησε σε θάνατο· και ο Ησαϊας ο προφήτης, ο γιος τού Αμώς, ήρθε σ' αυτόν, και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Διάταξε για τον οίκο σου, επειδή πεθαίνεις, και δεν θα ζήσεις.
2 Τότε, έστρεψε το πρόσωπό του προς τον τοίχο, και προσευχήθηκε στον Κύριο, λέγοντας:
3 Παρακαλώ, Κύριε, θυμήσου τώρα, πώς περπάτησα μπροστά σου με αλήθεια, και με τέλεια καρδιά, και έπραξα μπροστά σου το αρεστό. Και ο Εζεκίας έκλαψε μεγάλον κλαυθμό.
4 Και πριν ο Ησαϊας βγει στη μεσαία αυλή, έγινε σ' αυτόν λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
5 Γύρνα πίσω, και πες στον Εζεκία, τον ηγεμόνα του λαού μου: Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός του Δαβίδ, του πατέρα σου: Άκουσα την προσευχή σου, είδα τα δάκρυά σου· δες, εγώ θα σε γιατρέψω· την τρίτη ημέρα θα ανέβεις στον οίκο τού Κυρίου·
6 και θα προσθέσω στις ημέρες σου 15 χρόνια· και θα ελευθερώσω εσένα κι αυτή την πόλη από τα χέρια τού βασιλιά τής Ασσυρίας· και θα υπερασπιστώ αυτή την πόλη, για χάρη μου, και για χάρη τού δούλου μου του Δαβίδ.
7 Και ο Ησαϊας είπε: Πάρτε μια παλάθη από σύκα. Και πήραν, και την έβαλαν επάνω στο έλκος, και ανέρρωσε στην υγεία του.
8 Και ο Εζεκίας είπε στον Ησαϊα: Ποιο είναι το σημάδι ότι ο Κύριος θα με γιατρέψει, και ότι θα ανέβω στον οίκο τού Κυρίου την τρίτη ημέρα;
9 Και ο Ησαϊας είπε: Αυτό θα είναι σε σένα το σημάδι από τον Κύριο, ότι ο Κύριος θα κάνει το πράγμα που μίλησε: Να προχωρήσει η σκιά δέκα βαθμούς ή να στραφεί πίσω δέκα βαθμούς;
10 Και ο Εζεκίας απάντησε: Ελαφρό πράγμα είναι να κατέβει η σκιά δέκα βαθμούς· όχι, αλλά ας στραφεί η σκιά προς τα πίσω δέκα βαθμούς.
11 Και ο Ησαϊας ο προφήτης βόησε στον Κύριο, και έστρεψε τη σκιά προς τα πίσω δέκα βαθμούς, με τους βαθμούς που κατέβηκε επάνω στους βαθμούς τού ηλιακού ωρολογίου του Άχαζ.
12 Κατά τον καιρό εκείνο, ο Βερωδάχ-βαλαδάν, ο γιος τού Βαλαδάν, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, έστειλε επιστολές και ένα δώρο στον Εζεκία· επειδή, είχε ακούσει ότι ο Εζεκίας αρρώστησε.
13 Και ο Εζεκίας τούς δέχθηκε σε ακρόαση, και τους έδειξε όλο το σπίτι των πολύτιμων πραγμάτων του, το ασήμι, και το χρυσάφι, και τα αρώματα, και τα πολύτιμα μύρα, και ολόκληρη την οπλοθήκη του, και κάθε τι που βρισκόταν στους θησαυρούς του· δεν υπήρχε τίποτε μέσα στο παλάτι του ούτε κάτω από την εξουσία του, που ο Εζεκίας δεν τους το έδειξε.
14 Και ο Ησαϊας ο προφήτης ήρθε στον βασιλιά Εζεκία, και του είπε: Τι λένε αυτοί οι άνθρωποι; Και από πού ήρθαν σε σένα; Και ο Εζεκίας είπε: Έρχονται από μια μακρυνή γη, από τη Βαβυλώνα.
15 Κι εκείνος είπε: Τι είδαν μέσα στο παλάτι σου; Και ο Εζεκίας απάντησε: Είδαν κάθε τι που υπάρχει μέσα στο παλάτι μου· δεν υπάρχει τίποτε στους θησαυρούς μου, που δεν τους το έδειξα.
16 Τότε, ο Ησαϊας είπε στον Εζεκία: Άκουσε τον λόγο τού Κυρίου:
17 Δες, έρχονται ημέρες, κατά τις οποίες οτιδήποτε υπάρχει μέσα στο παλάτι σου, και οτιδήποτε οι πατέρες σου αποταμίευσαν μέχρι αυτή την ημέρα, θα μετακομιστεί στη Βαβυλώνα· δεν θα μείνει τίποτε, λέει ο Κύριος·
18 και από τους γιους σου, που θα βγουν από σένα, τους οποίους θα γεννήσεις, θα πάρουν· και θα γίνουν ευνούχοι στο παλάτι τού βασιλιά τής Βαβυλώνας.
19 Τότε, ο Εζεκίας είπε στον Ησαϊα: Καλός ο λόγος τού Κυρίου, που μίλησες. Είπε ακόμα: Δεν θα υπάρχει ειρήνη και ασφάλεια στις ημέρες μου;
20 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Εζεκία, και όλα τα κατορθώματά του, και με ποιον τρόπο έκανε το υδροστάσιο, και το υδραγωγείο, και έφερε το νερό στην πόλη, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
21 Και ο Εζεκίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Μανασσής, ο γιος του.




Κεφάλαιο 21

1 Ο ΜΑΝΑΣΣΗΣ ήταν ηλικίας 12 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 55 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Εφσιβά.
2 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
3 Και ξανάκτισε τους ψηλούς τόπους, που ο πατέρας του ο Εζεκίας είχε καταστρέψει· και ξανατοποθέτησε θυσιαστήρια στον Βάαλ, και έκανε ένα άλσος, όπως είχε κάνει ο Αχαάβ, ο βασιλιάς τού Ισραήλ· και προσκύνησε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού και τα λάτρευσε.
4 Και έκτισε θυσιαστήρια στον οίκο τού Κυρίου, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει: Στην Ιερουσαλήμ θα βάλω το όνομά μου.
5 Και έκτισε θυσιαστήρια σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου.
6 Και διαπέρασε μέσα από τη φωτιά τον γιο του, και προμάντευε καιρούς, και έκανε οιωνισμούς, και σύστησε ανταποκριτές δαιμονίων, και επαοιδούς· έπραξε πολύ πονηρά μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίσει.
7 Και το γλυπτό τού άλσους, που είχε κάνει, το έστησε μέσα στον οίκο, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει στον Δαβίδ, και στον Σολομώντα τον γιο του: Μέσα σ' αυτόν τον οίκο, και στην Ιερουσαλήμ, που διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ, θα βάλω το όνομά μου στον αιώνα·
8 και δεν θα μετακινήσω το πόδι τού Ισραήλ από τη γη, που έδωσα στους πατέρες τους· αν μόνον προσέξουν να κάνουν σύμφωνα με όλα όσα τους πρόσταξα, και σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο, που ο δούλος μου ο Μωυσής τούς είχε προστάξει.
9 Όμως, δεν υπάκουσαν· και τους πλάνησε ο Μανασσής, ώστε να κάνουν πονηρότερα από τα έθνη, που ο Κύριος είχε αφανίσει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
10 Και ο Κύριος μίλησε διαμέσου των δούλων του των προφητών, λέγοντας:
11 Επειδή, ο Μανασσής, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έπραξε αυτά τα βδελύγματα, πονηρότερα από όλα όσα είχαν πράξει οι Αμορραίοι, που ήσαν πριν απ' αυτόν, και έκανε ακόμα τον Ιούδα να αμαρτήσει διαμέσου των ειδώλων του,
12 γι' αυτό, έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός τού Ισραήλ: Δες, εγώ φέρνω κακό επάνω στην Ιερουσαλήμ, και επάνω στον Ιούδα, ώστε καθένας που θα ακούσει γι' αυτό, θα ηχήσουν και τα δυο του αυτιά·
13 και θα απλώσω επάνω στην Ιερουσαλήμ το σχοινί τής Σαμάρειας, και τη στάθμη τής οικογένειας του Αχαάβ· και θα σφουγγίσω την Ιερουσαλήμ, όπως κάποιος σφουγγίζει μια κούπα, και αφού τη σφουγγίσει, την αναποδογυρίζει·
14 και θα εγκαταλείψω το υπόλοιπο της κληρονομιάς μου, και θα τους παραδώσω στο χέρι των εχθρών τους· και θα είναι σε διαρπαγή και λεηλασία σε όλους τους εχθρούς τους·
15 επειδή, έπραξαν πονηρά μπροστά μου, και με παρόργισαν, από την ημέρα που οι πατέρες τους βγήκαν έξω από τη γη τής Αιγύπτου, μέχρι αυτή την ημέρα.
16 Κι ακόμα, ο Μανασσής έχυσε αθώο αίμα, υπερβολικά πολύ, μέχρις ότου γέμισε την Ιερουσαλήμ από το ένα άκρο μέχρι το άλλο άκρο· εκτός από την αμαρτία του, με την οποία έκανε τον Ιούδα να αμαρτήσει, πράττοντας πονηρά μπροστά στον Κύριο.
17 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Μανασσή, και όλα όσα έκανε, και η αμαρτία του που αμάρτησε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
18 Και ο Μανασσής κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τάφηκε στον κήπο τού παλατιού του, στον κήπο τού Ουζά· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμών, ο γιος του.
19 Ο ΑΜΩΝ ήταν 22 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε δύο χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Μεσουλλεμέθ, θυγατέρα τού Αρούς από την Ιοτεβά.
20 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως έπραξε ο Μανασσής ο πατέρας του.
21 Και περπάτησε σε όλους τους δρόμους, στους οποίους περπάτησε ο πατέρας του· και λάτρευσε τα είδωλα, που λάτρευσε ο πατέρας του, και τα προσκύνησε.
22 Και εγκατέλειψε τον Κύριο τον Θεό των πατέρων του, και δεν περπάτησε στον δρόμο τού Κυρίου.
23 Και οι δούλοι τού Αμών συνωμότησαν εναντίον του· και θανάτωσαν τον βασιλιά μέσα στο παλάτι του.
24 Και ο λαός τής γης θανάτωσε όλους εκείνους που συνωμότησαν ενάντια στον βασιλιά Αμών· και ο λαός τής γης έκανε αντ' αυτού βασιλιά τον Ιωσία, τον γιο τού βασιλιά.
25 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αμών, όσες έκανε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
26 Και τον έθαψαν στον τάφο του, στον κήπο τού Ουζά· και αντ' αυτού βασίλευσε ο γιος του, ο Ιωσίας.




Κεφάλαιο 22

1 Ο ΙΩΣΙΑΣ ήταν ηλικίας οκτώ χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ 31 χρόνια· και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιεδιδά, θυγατέρα τού Αδαϊα, από τη Βοσκάθ.
2 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε σε όλους τούς δρόμους τού πατέρα του, του Δαβίδ, και δεν ξέκλινε δεξιά ή αριστερά.
3 Και στον 18ο χρόνο τού βασιλιά Ιωσία, ο βασιλιάς έστειλε τον Σαφάν, τον γιο τού Αζαλία, γιου τού Μεσουλλάμ, τον γραμματέα, στον οίκο τού Κυρίου, λέγοντας:
4 Ανέβα στον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, και πες του να μετρήσει το ασήμι, που μπήκε μέσα στον οίκο τού Κυρίου, το οποίο συγκέντρωσαν από τον λαό εκείνοι που φυλάττουν τη θύρα·
5 και ας το παραδώσουν στο χέρι εκείνων που εκτελούν τα έργα, αυτών που επιστατούν στον οίκο τού Κυρίου· κι εκείνοι ας το δώσουν στους εργαζόμενους τα έργα, που γίνονται μέσα στον οίκο του Κυρίου, για να επισκευάσουν τα χαλάσματα του οίκου,
6 στους ξυλουργούς, και τους οικοδόμους, και τους τοιχοποιούς, και για να αγοράσουν ξύλα, και πελεκητές πέτρες, για να επισκευάσουν τον οίκο.
7 Όμως, δεν γινόταν μαζί τους κανένας λογαριασμός για το ασήμι που δινόταν στα χέρια τους, επειδή εργάζονταν με πιστότητα.
8 Και ο Χελκίας, ο μεγάλος ιερέας, είπε στον Σαφάν, τον γραμματέα: Βρήκα το βιβλίο τού νόμου μέσα στον οίκο τού Κυρίου. Και ο Χελκίας έδωσε το βιβλίο στον Σαφάν, και το διάβασε.
9 Και ήρθε ο Σαφάν, ο γραμματέας, προς τον βασιλιά, και ανέφερε έναν λόγο στον βασιλιά, και είπε: Οι δούλοι σου συγκέντρωσαν το ασήμι αυτό που βρέθηκε στον οίκο, και το παρέδωσαν στο χέρι εκείνων που εκτελούν τα έργα, αυτών που επιστατούν στον οίκο τού Κυρίου.
10 Και ο Σαφάν ο γραμματέας ανήγγειλε στον βασιλιά, λέγοντας: Ο Χελκίας, ο ιερέας, μού έδωσε ένα βιβλίο. Και ο Σαφάν το διάβασε μπροστά στον βασιλιά.
11 Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τού βιβλίου τού νόμου, έσχισε τα ιμάτιά του.
12 Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία, τον ιερέα, και τον Αχικάμ, τον γιο τού Σαφάν, και τον Αχβώρ, τον γιο τού Μιχαϊα, και τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαϊα, τον δούλο τού βασιλιά, λέγοντας:
13 Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Κύριο για μένα, και για τον λαό, και για ολόκληρον τον Ιούδα, για τα λόγια αυτού του βιβλίου, που βρέθηκε· επειδή, είναι μεγάλη η οργή τού Κυρίου που άναψε εναντίον μας, επειδή, οι πατέρες μας δεν υπάκουσαν στα λόγια αυτού του βιβλίου, ώστε να κάνουν σύμφωνα με τα γραμμένα για μας.
14 Τότε, ο Χελκίας ο ιερέας, και ο Αχικάμ, και ο Αχβώρ, και ο Σαφάν, και ο Ασαϊας, πήγαν στην Όλδα, την προφήτισσα, τη γυναίκα τού Σαλλούμ, γιου τού Τικβά, γιου τού Αράς, του ιματιοφύλακα· (κι αυτή κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, προς το Μισνέ)· και μίλησαν μαζί της.
15 Και τους είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Πείτε στον άνθρωπο που σας έστειλε σε μένα:
16 Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, εγώ φέρνω κακά επάνω σ' αυτόν τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του, όλα τα λόγια τού βιβλίου, που ο βασιλιάς τού Ιούδα διάβασε·
17 επειδή, με εγκατέλειψαν, και θυμίασαν σε άλλους θεούς, για να με παροργίσουν με όλα τα έργα των χεριών τους· γι' αυτό, θα εκχυθεί ο θυμός μου επάνω σ' αυτόν τον τόπο, και δεν θα σβήσει.
18 Όμως, στον βασιλιά τού Ιούδα, που σας έστειλε να ρωτήσετε τον Κύριο, έτσι θα του πείτε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Για τα λόγια που άκουσες,
19 επειδή απαλύνθηκε η καρδιά σου, και ταπεινώθηκες μπροστά στον Κύριο, όταν άκουσες όσα μίλησα εναντίον αυτού τού τόπου, και εναντίον των κατοίκων του, ότι θα γίνουν ερήμωση και κατάρα, και έσχισες τα ιμάτιά σου, και έκλαψες μπροστά μου· γι' αυτό κι εγώ εισάκουσα, λέει ο Κύριος·
20 δες, λοιπόν, εγώ θα σε συνάξω στους πατέρες σου, και θα συναχθείς στον τάφο σου με ειρήνη· και τα μάτια σου δεν θα δουν όλα τα κακά, που εγώ θα φέρω επάνω σ' αυτόν τον τόπο. Και έφεραν την απάντηση στον βασιλιά.




Κεφάλαιο 23

1 ΚΑΙ ο βασιλιάς έστειλε, και συγκέντρωσε κοντά του όλους τούς πρεσβύτερους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.
2 Και ο βασιλιάς ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και όλοι οι άνδρες τού Ιούδα, και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ μαζί του, και οι ιερείς, και οι προφήτες, και ολόκληρος ο λαός, από μικρόν μέχρι μεγάλον· και σε επήκοόν τους διάβασε όλα τα λόγια τού βιβλίου τής διαθήκης, που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου.
3 Και καθώς ο βασιλιάς στάθηκε κοντά στον στύλο, έκανε συνθήκη μπροστά στον Κύριο, να περπατάει ακολουθώντας τον Κύριο, και να τηρεί τις εντολές του, και τα μαρτύριά του, και τα διατάγματά του, με όλη την καρδιά και με όλη την ψυχή, ώστε να εκτελεί τα λόγια αυτής της διαθήκης, που είναι γραμμένα μέσα σ' αυτό το βιβλίο. Και ολόκληρος ο λαός στάθηκε στη συνθήκη.
4 Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, και τους ιερείς τής δεύτερης τάξης, και τους φύλακες της πύλης, να βγάλουν από τον ναό τού Κυρίου όλα τα σκεύη, που είχαν κατασκευαστεί για τον Βάαλ, και για το άλσος, και για ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού· και τα έκαψε έξω από την Ιερουσαλήμ, μέσα στα χωράφια τού χειμάρρου των Κέδρων, και τη στάχτη τους τη μετακόμισαν στη Βαιθήλ.
5 Και κατάργησε τους ειδωλολάτρες ιερείς, που οι βασιλιάδες τού Ιούδα είχαν διορίσει να θυμιάζουν στους ψηλούς τόπους, στις πόλεις τού Ιούδα, και στα γύρω τής Ιερουσαλήμ· και εκείνους που θυμίαζαν στον Βάαλ, στον ήλιο, και στο φεγγάρι, και στα ζώδια, και σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού.
6 Και έβγαλε έξω από τον οίκο τού Κυρίου το άλσος, έξω από την Ιερουσαλήμ, στον χείμαρρο των Κέδρων, και το κατέκαψε στον χείμαρρο των Κέδρων, και το κονιορτοποίησε, και τη σκόνη του την έρριξε επάνω στα μνήματα των γιων τού πλήθους.
7 Και καταγκρέμισε τα σπίτια των σοδομιτών, που ήσαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου, όπου οι γυναίκες ύφαιναν παραπετάσματα για το άλσος.
8 Και έφερε όλους τούς ιερείς από τις πόλεις τού Ιούδα, και βεβήλωσε τους ψηλούς τόπους, στους οποίους θυμίαζαν οι ιερείς, από τη Γεβά μέχρι τη Βηρ-σαβεέ, και καταγκρέμισε τους ψηλούς τόπους των πυλών, που ήσαν στην είσοδο της πύλης τού Ιησού, του άρχοντα της πόλης, αυτή που ήταν από τα αριστερά τής πύλης τής πόλης.
9 Όμως, οι ιερείς των ψηλών τόπων δεν ανέβηκαν στο θυσιαστήριο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, αλλά έτρωγαν άζυμα ανάμεσα στους αδελφούς τους.
10 Και βεβήλωσε τον Τοφέθ, που ήταν στη φάραγγα των γιων τού Εννόμ, ώστε να μη μπορεί κανένας να διαπεράσει τον γιο του, ή τη θυγατέρα του, μέσα από τη φωτιά στον Μολόχ.
11 Και αφαίρεσε τα άλογα, που οι βασιλιάδες τού Ιούδα είχαν στήσει στον ήλιο, προς την είσοδο του οίκου τού Κυρίου, κοντά στο οίκημα του ευνούχου Νάθαν-μελέχ, που ήταν στη Φαρουρείμ, και κατέκαψε με φωτιά τις άμαξες του ήλιου.
12 Και τα θυσιαστήρια, που ήσαν επάνω στην ταράτσα τού υπερώου τού Άχαζ, που είχαν κάνει οι βασιλιάδες τού Ιούδα, και τα θυσιαστήρια που είχε κάνει ο Μανασσής μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου, ο βασιλιάς τα κατέστρεψε και τα καταγκρέμισε από εκεί, και έρριξε τη σκόνη τους στον χείμαρρο των Κέδρων.
13 Και τους ψηλούς τόπους, που ήσαν προς την κατεύθυνση της Ιερουσαλήμ, προς τα δεξιά τού βουνού τής διαφθοράς, τους οποίους ο Σολομώντας, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, είχε οικοδομήσει για την Αστάρτη, το βδέλυγμα των Σιδωνίων, και για τον Χεμώς, το βδέλυγμα των Μωαβιτών, και για τον Μελχώμ, το βδέλυγμα των γιων Αμμών, ο βασιλιάς τούς βεβήλωσε.
14 Και σύντριψε τα αγάλματα, και κατέκοψε τα άλση, και γέμισε τους τόπους τους από κόκαλα ανθρώπων.
15 Και το θυσιαστήριο, που ήταν στη Βαιθήλ, και τον ψηλό τόπο που είχε κάνει ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, ο οποίος έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει, και εκείνο το θυσιαστήριο και τον ψηλό τόπο, τα χάλασε εντελώς, και κατέκαψε τον ψηλό τόπο, και τον κονιορτοποίησε, και κατέκαψε το άλσος.
16 Και όταν ο Ιωσίας στράφηκε, και είδε τους τάφους, που ήσαν εκεί στο βουνό, έστειλε και πήρε τα κόκαλα από τους τάφους, και τα κατέκαψε επάνω στο θυσιαστήριο, και το βεβήλωσε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που ο άνθρωπος του Θεού είχε κηρύξει, αυτός που είχε μιλήσει αυτά τα λόγια.
17 Τότε, είπε: Τι μνημείο είναι εκείνο που βλέπω; Και οι άνδρες τής πόλης τού είπαν: Είναι ο τάφος τού ανθρώπου τού Θεού, που είχε έρθει από τον Ιούδα, και κήρυξε αυτά τα πράγματα, που εσύ έκανες ενάντια στο θυσιαστήριο της Βαιθήλ.
18 Και είπε: Αφήστε τον· κανένας ας μη κουνήσει τα κόκαλά του. Και διέσωσαν τα κόκαλά του, μαζί με τα κόκαλα του προφήτη, που είχε έρθει από τη Σαμάρεια.
19 Κι ακόμα, όλους τους οίκους των ψηλών τόπων, που ήσαν στις πόλεις τής Σαμάρειας, που είχαν κάνει οι βασιλιάδες τού Ισραήλ για να εξοργίσουν τον Κύριο, ο Ιωσίας τους αφαίρεσε, και έκανε σ' αυτούς σύμφωνα με όλα τα έργα που είχε κάνει στη Βαιθήλ.
20 Και θυσίασε επάνω στα θυσιαστήρια όλους τούς ιερείς των ψηλών τόπων που ήσαν εκεί, και επάνω τους κατέκαψε τα κόκαλα των ανθρώπων, και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ.
21 Τότε, ο βασιλιάς πρόσταξε σε ολόκληρο τον λαό, λέγοντας: Κάντε το Πάσχα στον Κύριο τον Θεό σας, σύμφωνα με το γραμμένο σ' αυτό το βιβλίο τής διαθήκης.
22 Βέβαια, δεν είχε γίνει τέτοιο Πάσχα από τις ημέρες των κριτών, που έκριναν τον Ισραήλ ούτε σε όλες τις ημέρες των βασιλιάδων τού Ισραήλ, και των βασιλιάδων τού Ιούδα,
23 τέτοιο που έγινε στον Κύριο στην Ιερουσαλήμ αυτό το Πάσχα, κατά τον 18ο χρόνο τού βασιλιά Ιωσία.
24 Ο Ιωσίας αφαίρεσε ακόμα και τους ανταποκριτές των δαιμονίων, και τους μάντεις, και τα ξόανα, και τα είδωλα, και όλα τα βδελύγματα που φαίνονταν στη γη τού Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, για να εκτελέσει τα λόγια τού νόμου που ήσαν γραμμένα στο βιβλίο, το οποίο ο Χελκίας, ο ιερέας, είχε βρει μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
25 Και, πριν απ' αυτόν, βασιλιάς όμοιός του δεν υπήρξε, που επέστρεψε στον Κύριο με όλη του την καρδιά, και με όλη του την ψυχή, και με όλη του τη δύναμη, σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο τού Μωυσή· ούτε ύστερα απ' αυτόν σηκώθηκε όμοιός του.
26 Εντούτοις, ο Κύριος δεν στράφηκε από τον θυμό τής μεγάλης του οργής, με τον οποίο εξάφθηκε η οργή του ενάντια στον Ιούδα, εξαιτίας όλων των παροργισμών, με τους οποίους ο Μανασσής τον είχε εξοργίσει.
27 Και ο Κύριος είπε: Και τον Ιούδα θα βγάλω από μπροστά μου, όπως έβγαλα τον Ισραήλ, και θα απορρίψω αυτή την πόλη, την Ιερουσαλήμ, που είχα διαλέξει, και τον οίκο, για τον οποίο είχα πει: Εκεί θα είναι το όνομά μου.
28 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσία, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
29 Και στις ημέρες του ανέβηκε ο Φαραώ-νεχαώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, ενάντια στον βασιλιά τής Ασσυρίας στον ποταμό Ευφράτη. Και ο βασιλιάς Ιωσίας πήγε σε συνάντησή του· κι εκείνος, καθώς τον είδε, τον θανάτωσε στη Μεγιδδώ.
30 Και οι δούλοι του έβαλαν τον νεκρό επάνω σε άμαξα από τη Μεγιδδώ, και τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ, και τον έθαψαν στον τάφο του. Και ο λαός τής γης πήρε τον Ιωάχαζ, τον γιο τού Ιωσία, και τον έχρισαν, και τον έκαναν βασιλιά αντί του πατέρα του.
31 Ο ΙΩΑΧΑΖ ήταν ηλικίας 23 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε τρεις μήνες στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αμουτάλ, θυγατέρα τού Ιερεμία από τη Λιβνά.
32 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έπραξαν οι πατέρες του.
33 Και ο Φαραώ-νεχαώ τον φυλάκισε στη Ριβλά, στη γη τής Αιμάθ, για να μη βασιλεύει στην Ιερουσαλήμ· και καταδίκασε τη γη σε πρόστιμο 100 ταλάντων από ασήμι, και ενός ταλάντου από χρυσάφι.
34 Και ο Φαραώ-νεχαώ έκανε βασιλιά τον Ελιακείμ, τον γιο τού Ιωσία, αντί του Ιωσία τού πατέρα του, και άλλαξε το όνομά του σε Ιωακείμ· και πήρε τον Ιωάχαζ και τον έφερε στην Αίγυπτο, και πέθανε εκεί.
35 Και ο Ιωακείμ έδωσε στον Φαραώ το ασήμι και το χρυσάφι· και φορολόγησε τη γη, για να δώσει το ασήμι, σύμφωνα με την προσταγή τού Φαραώ· ο λαός τής γης συνεισέφερε το ασήμι και το χρυσάφι, κάθε ένας σύμφωνα με την εκτίμησή του, για να δώσει στον Φαραώ-νεχαώ.
36 Ο Ιωακείμ ήταν ηλικίας 25 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Ζεβουδά, θυγατέρα τού Φεδαϊα από τη Ρουμά.
37 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχαν πράξει οι πατέρες του.




Κεφάλαιο 24

1 ΣΤΙΣ ημέρες του ανέβηκε ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, ο Ναβουχοδονόσορας, και ο Ιωακείμ έγινε δούλος του για τρία χρόνια· έπειτα στράφηκε, και αποστάτησε εναντίον του.
2 Και ο Κύριος έστειλε εναντίον του τα τάγματα των Χαλδαίων, και τα τάγματα των Συρίων, και τα τάγματα των Μωαβιτών, και τα τάγματα των γιων Αμμών, και τους έστειλε ενάντια στον Ιούδα, για να τον καταστρέψουν· σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που μίλησε διαμέσου των δούλων του, των προφητών.
3 Πραγματικά, σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου έγινε αυτό στον Ιούδα για να τον βγάλει από μπροστά του, εξαιτίας των αμαρτιών τού Μανασσή, σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει·
4 κι ακόμα, για το αθώο αίμα που είχε χύσει, (επειδή, γέμισε την Ιερουσαλήμ από αθώο αίμα)· και ο Κύριος δεν θέλησε να τον συγχωρέσει.
5 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωακείμ, και όλα όσα έπραξε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
6 Και ο Ιωακείμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωαχείν, ο γιος του.
7 Και ο βασιλιάς τής Αιγύπτου δεν βγήκε πλέον από τη γη του· επειδή, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας πήρε, από τον ποταμό τής Αιγύπτου μέχρι τον ποταμό Ευφράτη, όλα όσα ήσαν του βασιλιά τής Αιγύπτου.
8 Ο ΙΩΑΧΕΙΝ ήταν ηλικίας 18 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ τρεις μήνες. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Νεουσθά, θυγατέρα τού Ελναθάν από την Ιερουσαλήμ.
9 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έπραξε ο πατέρας του.
10 Κατά τον καιρό εκείνο ανέβηκαν οι δούλοι τού Ναβουχοδονόσορα, του βασιλιά τής Βαβυλώνας, εναντίον της Ιερουσαλήμ, και πολιόρκησαν την πόλη.
11 Και ο Ναβουχοδονόσορας, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, ήρθε ενάντια στην πόλη, και οι δούλοι του την πολιορκούσαν.
12 Και βγήκε ο Ιωαχείν, ο βασιλιάς τού Ιούδα, προς τον βασιλιά τής Βαβυλώνας, αυτός, και η μητέρα του, και οι δούλοι του, και οι άρχοντές του, και οι ευνούχοι του· και ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας τον συνέλαβε, τον όγδοο χρόνο τής βασιλείας του.
13 Και έβγαλε από εκεί όλους τούς θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και τους θησαυρούς τού παλατιού τού βασιλιά, και κατέκοψε όλα τα χρυσά σκεύη, που ο Σολομώντας, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, είχε κάνει μέσα στον ναό τού Κυρίου όπως είχε μιλήσει ο Κύριος.
14 Και μετοίκισε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ, και όλους τους άρχοντες, και όλους τους δυνατούς πολεμιστές, 10.000 αιχμαλώτους, και όλους τους ξυλουργούς και σιδηρουργούς· δεν απέμεινε παρά το φτωχότερο μέρος τού λαού τής γης.
15 Και μετοίκισε τον Ιωαχείν στη Βαβυλώνα· και τη μητέρα τού βασιλιά, και τις γυναίκες τού βασιλιά, και τους ευνούχους του, και τους δυνατούς τής γης, τους έφερε αιχμαλώτους από την Ιερουσαλήμ στη Βαβυλώνα·
16 και όλους τους πολεμιστές, 7.000, και τους ξυλουργούς και τους σιδηρουργούς, 1.000, όλους τούς δυνατούς και επιτήδειους σε πόλεμο· και ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας τούς μετοίκισε στη Βαβυλώνα.
17 Και ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας έκανε, αντ' αυτού, βασιλιά τον Ματθανία, τον αδελφό τού πατέρα του, και άλλαξε το όνομά του σε Σεδεκία.
18 Ο ΣΕΔΕΚΙΑΣ ήταν ηλικίας 21 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αμουτάλ, θυγατέρα τού Ιερεμία από τη Λιβνά.
19 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει ο Ιωακείμ·
20 επειδή, εξαιτίας οργής τού Κυρίου ενάντια στην Ιερουσαλήμ και στον Ιούδα, μέχρις ότου τους απέρριψε από μπροστά του, έγινε να αποστατήσει ο Σεδεκίας ενάντια στον βασιλιά τής Βαβυλώνας.




Κεφάλαιο 25

1 ΚΑΙ στον ένατο χρόνο τής βασιλείας του, τον 10ο μήνα, τη δέκατη ημέρα τού μήνα, ήρθε ο Ναβουχοδονόσορας, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, αυτός, αι ολόκληρος ο στρατός του, ενάντια στην Ιερουσαλήμ, και στρατοπέδευσε εναντίον της· και οικοδόμησε περιτειχίσματα εναντίον της, ολόγυρα.
2 Και η πόλη πολιορκείτο, μέχρι τον 11ο χρόνο τού βασιλιά Σεδεκία.
3 Και την ένατη ημέρα τού τέταρτου μήνα, η πείνα υπερίσχυσε στην πόλη, και δεν υπήρχε ψωμί για τον λαό τού τόπου.
4 Και η πόλη εκπορθήθηκε, και όλοι οι άνδρες τού πολέμου έφυγαν τη νύχτα, διαμέσου τού δρόμου τής πύλης, που ήταν ανάμεσα στα δύο τείχη, η οποία ήταν κοντά στον βασιλικό κήπο· (και οι Χαλδαίοι ήσαν κοντά στην πόλη, ολόγυρα)· και ο βασιλιάς πήγε προς τον δρόμο τής πεδιάδας.
5 Και ο στρατός των Χαλδαίων καταδίωξε πίσω από τον βασιλιά, και τον έφτασαν στις πεδιάδες τής Ιεριχώ· και ολόκληρος ο στρατός του διασκορπίστηκε από κοντά του.
6 Και συνέλαβαν τον βασιλιά, και τον έφεραν στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, στη Ριβλά· και πρόφεραν καταδίκη εναντίον του.
7 Και έσφαξαν τους γιους τού Σεδεκία μπροστά στα μάτια του, και έβγαλαν τα μάτια τού Σεδεκία, και αφού τον έδεσαν με δύο χάλκινες αλυσίδες, τον έφεραν στη Βαβυλώνα.
8 Και στον πέμπτο μήνα, την έβδομη ημέρα τού μήνα, του 19ου χρόνου τής βασιλείας τού Ναβουχοδονόσορα, του βασιλιά τής Βαβυλώνας, ήρθε στην Ιερουσαλήμ ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, ο δούλος τού βασιλιά τής Βαβυλώνας·
9 και κατέκαψε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι τού βασιλιά, και όλα τα σπίτια τής Ιερουσαλήμ, και κάθε μεγάλο σπίτι το κατέκαψε με φωτιά.
10 Και ολόκληρος ο στρατός των Χαλδαίων, που ήταν μαζί με τον αρχισωματοφύλακα, καταγκρέμισε τα τείχη τής Ιερουσαλήμ, ολόγυρα.
11 Και το υπόλοιπο του λαού, που είχε απομείνει στην πόλη, κι εκείνους που έφυγαν, οι οποίοι είχαν καταφύγει στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, και εκείνο το τμήμα που εναπέμεινε από το πλήθος, ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, το μετοίκισε.
12 Από τους φτωχούς τής γης, όμως, ο αρχισωματοφύλακας άφησε, για αμπελουργούς και γεωργούς.
13 Και τους χάλκινους στύλους, που ήσαν στον οίκο τού Κυρίου, και τις βάσεις, και τη χάλκινη θάλασσα, που ήταν στον οίκο τού Κυρίου, οι Χαλδαίοι την κατέκοψαν, και μετακόμισαν τον χαλκό τους στη Βαβυλώνα.
14 Και πήραν τα καζάνια, και τα φτυάρια, και τα λυχνοψάλιδα, και τα θυμιατήρια, και όλα τα χάλκινα σκεύη, με τα οποία γινόταν η υπηρεσία.
15 Ακόμα, ο αρχισωματοφύλακας πήρε και τα πυροδοχεία, και τις φιάλες, ό,τι ήταν χρυσό, και ό,τι ήταν ασημένιο·
16 τους δύο στύλους, τη μία θάλασσα, και τις βάσεις που ο Σολομώντας είχε κάνει για τον οίκο τού Κυρίου· ο χαλκός όλων αυτών των σκευών ήταν αζύγιστος.
17 Τό ύψος τού ενός στύλου ήταν 18 πήχες, και το κιονόκρανο που ήταν επάνω του, το χάλκινο· και το ύψος τού κιονόκρανου ήταν τρεις πήχες· και το διχτυωτό, και τα ρόδια επάνω στο κιονόκρανο, ολόγυρα, όλα ήσαν χάλκινα· τα ίδια είχε και ο δεύτερος στύλος, μαζί με το διχτυωτό.
18 Και ο αρχισωματοφύλακας πήρε τον Σεραϊα, τον πρώτο ιερέα, και τον Σοφονία, τον δεύτερο ιερέα, και τους τρεις θυρωρούς·
19 και από την πόλη πήρε έναν ευνούχο, που ήταν επιστάτης στους άνδρες των πολεμιστών, και πέντε άνδρες από τους παριστάμενους μπροστά στον βασιλιά, που είχαν βρεθεί στην πόλη, και τον γραμματέα, τον άρχοντα των στρατευμάτων, που έκανε τη στρατολογία τού λαού τής γης, και 60 άνδρες από τον λαό τής γης, που είχαν βρεθεί στην πόλη.
20 Και αφού ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, τους πήρε, τους έφερε στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, στη Ριβλά.
21 Και ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας τούς πάταξε, και τους θανάτωσε, στη Ριβλά, στη γη Αιμάθ. Έτσι μετοικίστηκε ο Ιούδας από τη γη του.
22 ΚΑΙ για τον λαό που είχε εναπομείνει στη γη Ιούδα, τους οποίους ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, ο Ναβουχοδονόσορας, είχε αφήσει, κατέστησε επάνω τους τον Γεδαλία, τον γιο τού Αχικάμ, γιου τού Σαφάν.
23 Και καθώς όλοι οι άρχοντες των στρατευμάτων, αυτοί και οι άνδρες τους, άκουσαν ότι ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας κατέστησε τον Γεδαλία, ήρθαν στον Γεδαλία στη Μισπά, και ο Ισμαήλ, ο γιος τού Νεθανία, και ο Ιωανάν, ο γιος τού Καρηά, και ο Σεραϊας, ο γιος τού Τανουμέθ, ο Νετωφαθίτης, και Ιααζανίας, γιος κάποιου Μααχαθίτη, αυτοί και οι άνδρες τους.
24 Και ο Γεδαλίας ορκίστηκε σ' αυτούς, και στους άνδρες τους, και τους είπε: Μη φοβάστε να είστε δούλοι των Χαλδαίων· κατοικήστε στη γη, και δουλεύετε τον βασιλιά τής Βαβυλώνας· και θα είναι σε σας καλό.
25 Και στον έβδομο μήνα, ο Ισμαήλ, ο γιος τού Νεθανία, γιου τού Ελισαμά, από το βασιλικό σπέρμα, ήρθε, έχοντας μαζί του δέκα άνδρες, και πάταξαν τον Γεδαλία, ώστε πέθανε, και τους Ιουδαίους και τους Χαλδαίους, εκείνους που ήσαν μαζί του στη Μισπά.
26 Και σηκώθηκε ολόκληρος ο λαός, από μικρόν μέχρι μεγάλον, και οι άρχοντες των στρατευμάτων, και ήρθαν στην Αίγυπτο· επειδή, φοβήθηκαν από το πρόσωπο των Χαλδαίων.
27 ΚΑΙ στον 37ο χρόνο τής μετοικεσίας του Ιωαχείν, του βασιλιά τού Ιούδα, τον 12ο μήνα, την 27η ημέρα τού μήνα, ο Ευείλ-μερωδάχ, ο βασιλιάς της Βαβυλώνας, κατά τον χρόνο που βασίλευσε, ύψωσε από τη φυλακή το κεφάλι τού Ιωαχείν, του βασιλιά τού Ιούδα·
28 και μίλησε μαζί του με ευμένεια, και έβαλε τον θρόνο του επάνω από τον θρόνο των βασιλιάδων, που ήσαν μαζί του στη Βαβυλώνα·
29 και άλλαξε τα ιμάτια της φυλακής του· και έτρωγε ψωμί πάντοτε μαζί του όλες τις ημέρες τής ζωής του·
30 και το σιτηρέσιό του ήταν παντοτινό σιτηρέσιο, που δινόταν σ' αυτόν από τον βασιλιά, καθημερινή χορηγία όλες τις ημέρες τής ζωής του.