2 Χρονικών

Κεφάλαιο: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36


-Reset+

Κεφάλαιο 1

1 ΚΑΙ ο Σολομώντας, ο γιος τού Δαβίδ, κραταιώθηκε στη βασιλεία του· και ο Κύριος ο Θεός του ήταν μαζί του, και τον μεγάλυνε στο έπακρον.
2 Και ο Σολομώντας μίλησε σε ολόκληρο τον Ισραήλ, στους χιλίαρχους, και τους εκατόνταρχους, και στους κριτές, και σε όλους τους άρχοντες ολόκληρου του Ισραήλ, τους αρχηγούς των πατριών·
3 και ο Σολομώντας και ολόκληρη η σύναξη μαζί του, πήγαν στον ψηλό τόπο, που ήταν στη Γαβαών· επειδή, εκεί ήταν η σκηνή τού μαρτυρίου τού Θεού, την οποία ο Μωυσής, ο δούλος τού Κυρίου, είχε κάνει μέσα στην έρημο.
4 Και ο Δαβίδ είχε ανεβάσει την κιβωτό τού Θεού από την Κιριάθ-ιαρείμ, προς τον τόπο, που ο Δαβίδ είχε προετοιμάσει γι' αυτήν· επειδή, είχε στήσει γι' αυτήν μια σκηνή στην Ιερουσαλήμ.
5 Και το χάλκινο θυσιαστήριο, που είχε κάνει ο Βεσελεήλ, ο γιος τού Ουρί, γιου τού Ωρ, ήταν εκεί μπροστά στη σκηνή τού Κυρίου· και ο Σολομώντας το αναζήτησε, και η σύναξη.
6 Και ο Σολομώντας ανέβηκε εκεί, στο χάλκινο θυσιαστήριο μπροστά στον Κύριο, που ήταν στη σκηνή τού μαρτυρίου, και πρόσφερε επάνω σ' αυτό 1.000 ολοκαυτώματα.
7 Κατά τη νύχτα εκείνη ο Θεός φάνηκε στον Σολομώντα, και του είπε: Ζήτησέ μου τι να σου δώσω.
8 Και ο Σολομώντας είπε στον Θεό: Εσύ έκανες μεγάλο έλεος στον Δαβίδ, τον πατέρα μου, και με έκανες βασιλιά αντί γι' αυτόν·
9 τώρα, Κύριε Θεέ, ας βεβαιωθεί ο λόγος σου, αυτός που έγινε στον Δαβίδ, τον πατέρα μου· επειδή, εσύ με έκανες βασιλιά επάνω σε έναν λαό πολυάριθμο, σαν το χώμα τής γης·
10 δώσε μου, τώρα, σοφία και σύνεση, για να μπαίνω μέσα και να βγαίνω έξω μπροστά σ' αυτόν τον λαό· επειδή, ποιος μπορεί να κρίνει αυτόν τον μεγάλο λαό σου;
11 Και ο Θεός είπε στον Σολομώντα: Επειδή, συνέλαβες αυτό στην καρδιά σου, και δεν ζήτησες πλούτη, αγαθά, και δόξα ούτε τη ζωή εκείνων που σε μισούν ούτε ζήτησες μακροζωία, αλλά ζήτησες για τον εαυτό σου σοφία και σύνεση, για να κρίνεις τον λαό μου, επάνω στον οποίο σε έκανα βασιλιά·
12 η σοφία και η σύνεση δίνεται σε σένα· θα σου δώσω δε και πλούτη, και αγαθά, και δόξα, όπως δεν έχει γίνει στους βασιλιάδες που ήσαν πριν από σένα ούτε και στους μετέπειτα από σένα θα γίνουν τέτοια πράγματα.
13 Τότε, ο Σολομώντας επέστρεψε από τον ψηλό τόπο, που ήταν στη Γαβαών, από μπροστά από τη σκηνή τού μαρτυρίου, στην Ιερουσαλήμ, και βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ.
14 Και ο Σολομώντας συγκέντρωσε άμαξες και καβαλάρηδες· και είχε 1.400 άμαξες, και 12.000 καβαλάρηδες, που έβαλε στις πόλεις των αμαξών, και κοντά στον βασιλιά στην Ιερουσαλήμ.
15 Και ο βασιλιάς έκανε στην Ιερουσαλήμ το ασήμι και το χρυσάφι σαν τις πέτρες, και τους κέδρους τους έκανε σαν τις συκαμινιές στην πεδιάδα, εξαιτίας της αφθονίας.
16 Και γινόταν στον Σολομώντα εξαγωγή από άλογα, και λινό νήμα, από την Αίγυπτο· και το λινό νήμα έπαιρναν οι έμποροι του βασιλιά σε ορισμένη τιμή.
17 Ανέβαζαν, όμως, και έφερναν από την Αίγυπτο μία άμαξα για 600 ασημένιους σίκλους, και κάθε άλογο για 150· και έτσι γινόταν για όλους τους βασιλιάδες των Χετταίων, και για τους βασιλιάδες της Συρίας, η εξαγωγή γινόταν διαμέσου αυτών.




Κεφάλαιο 2

1 ΚΑΙ ο Σολομώντας αποφάσισε να οικοδομήσει έναν οίκο στο όνομα του Κυρίου, και ένα βασιλικό παλάτι για τον εαυτό του.
2 Και ο Σολομώντας αρίθμησε 70.000 άνδρες αχθοφόρους, και 80.000 λιθοτόμους στο βουνό, και 3.600 επιστάτες επάνω σ' αυτούς.
3 Και ο Σολομώντας έστειλε στον Χουράμ, τον βασιλιά τής Τύρου, λέγοντας: Όπως έκανες στον Δαβίδ, τον πατέρα μου, και του έστειλες κέδρους για να οικοδομήσει στον εαυτό του ένα παλάτι για να κατοικήσει σ' αυτό, έτσι να κάνεις και σε μένα.
4 Δες, εγώ οικοδομώ έναν οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού μου, για να τον αφιερώσω σ' αυτόν, για να προσφέρεται μπροστά του θυμίαμα ευωδίας, και οι παντοτινοί άρτοι τής πρόθεσης, και τα ολοκαυτώματα, τα πρωινά και τα εσπερινά, στα σάββατα και στις νεομηνίες, και στις επίσημες γιορτές τού Κυρίου τού Θεού μας. Αυτό στον Ισραήλ είναι χρέος στον αιώνα.
5 Και ο οίκος που οικοδομώ είναι μεγάλος· επειδή, μεγάλος είναι ο Θεός μας, περισσότερο από όλους τους θεούς.
6 Αλλά, ποιος μπορεί να οικοδομήσει σ' αυτόν οίκο, ενώ ο ουρανός και ο ουρανός των ουρανών δεν είναι ικανοί να τον χωρέσουν; Και ποιος είμαι εγώ, ώστε να του οικοδομήσω οίκο; Παρά μονάχα για να θυσιάζω μπροστά του;
7 Τώρα, λοιπόν, στείλε μου έναν σοφό άνδρα στο να εργάζεται σε χρυσάφι, και σε ασήμι, και σε χαλκό, και σε σίδερο, και σε πορφύρα, και σε κόκκινο, και σε γαλάζιο, και επιστήμονα στο να σκαλίζει σκαλίσματα μαζί με τους σοφούς που είναι μαζί μου στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ, που έχει ετοιμάσει ο Δαβίδ, ο πατέρας μου.
8 Στείλε μου και ξύλα κέδρινα, πεύκινα, και ξύλα αλγουμείμ, από τον Λίβανο· επειδή, εγώ γνωρίζω ότι οι δούλοι σου ξέρουν να κόβουν ξύλα στον Λίβανο· και, δες, οι δούλοι μου θα είναι μαζί με τους δούλους σου,
9 για να μου ετοιμάσουν ξύλα σε αφθονία· επειδή, ο οίκος που εγώ οικοδομώ θα είναι μεγάλος και θαυμαστός.
10 Και, δες, θα δώσω στους δούλους σου τους ξυλοκόπους 20.000 κόρους κοπανισμένο σιτάρι και 20.000 κόρους κριθάρι, και 20.000 βαθ κρασί, και 20.000 βαθ λάδι.
11 Και ο βασιλιάς τής Τύρου Χουράμ απάντησε με επιστολή, που έστειλε στον Σολομώντα: Επειδή ο Κύριος αγάπησε τον λαό του, σε έκανε βασιλιά επάνω τους.
12 Ο Χουράμ είπε ακόμα: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, ο Δημιουργός τού ουρανού και της γης, που έδωσε στον βασιλιά Δαβίδ έναν σοφό γιο, που έχει φρόνηση και σύνεση, που θα οικοδομήσει οίκο στον Κύριο, και βασιλικό παλάτι στον εαυτό του·
13 στέλνω, λοιπόν, τώρα, έναν σοφό άνθρωπο, που έχει τη σύνεση του πατέρα μου Χουράμ,
14 είναι γιος μιας γυναίκας από τις θυγατέρες τού Δαν, και ενός Τύριου πατέρα, επιστήμονας στο να εργάζεται σε χρυσάφι, και σε ασήμι, σε χαλκό, σε σίδερο, σε πέτρες, και σε ξύλα, σε πορφύρα, και σε γαλάζιο, και σε βύσσο, και σε κόκκινο· και στο να σκαλίζει κάθε είδος σκαλίσματος, και να εφευρίσκει κάθε είδους εφεύρεση σε ό,τι του δοθεί, μαζί με τους σοφούς σου, και μαζί με τους σοφούς τού κυρίου μου του Δαβίδ, του πατέρα σου·
15 τώρα, λοιπόν, το σιτάρι, και το κριθάρι, το λάδι, και το κρασί, που είπε ο κύριός μου, ας τα στείλει στους δούλους του·
16 κι εμείς θα κόψουμε ξύλα από τον Λίβανο, σύμφωνα με όλη την ανάγκη σου, και θα τα φέρουμε σε σένα στην Ιόππη με σχεδίες, διαμέσου θαλάσσης· κι εσύ θα τα ανεβάσεις στην Ιερουσαλήμ.
17 Και ο Σολομώντας αρίθμησε όλους τούς ξένους άνδρες, που ήσαν στη γη τού Ισραήλ, μετά την αρίθμηση με την οποία ο πατέρας του ο Δαβίδ τούς είχε αριθμήσει· και βρέθηκαν 153.600.
18 Και απ' αυτούς έκανε 70.000 αχθοφόρους, και 80.000 λιθοτόμους στο βουνό, και 3.600 επιστάτες επάνω στον λαό.




Κεφάλαιο 3

1 ΚΑΙ ο Σολομώντας άρχισε να οικοδομεί τον οίκο τού Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, στο βουνό Μοριά, όπου ο Κύριος είχε φανεί στον Δαβίδ, τον πατέρα του, στον τόπο τον οποίο ο Δαβίδ είχε ετοιμάσει στο αλώνι τού Ορνάν τού Ιεβουσαίου.
2 Και άρχισε να οικοδομεί τη δεύτερη ημέρα τού δεύτερου μήνα, στον τέταρτο χρόνο τής βασιλείας του.
3 Και τούτο ήταν το σχέδιο του Σολομώντα για να οικοδομήσει τον οίκο τού Θεού: Το μάκρος σε πήχες, σύμφωνα με το πρώτο μέτρο, ήταν 60 πήχες, και το πλάτος 20 πήχες,
4 και ο πρόναος, που ήταν μπροστά στον οίκο, είχε μάκρος σύμφωνα με το πλάτος του οίκου, 20 πήχες και ύψος 120· και το σκέπασε από μέσα με καθαρό χρυσάφι.
5 Και στέγασε τον μεγάλο οίκο με πεύκινα ξύλα, τα οποία και σκέπασε με καθαρό χρυσάφι, κι επάνω του σκάλισε φοίνικες και αλυσίδες.
6 Και διακόσμησε τον οίκο με πολύτιμες πέτρες για ωραιότητα· και το χρυσάφι ήταν χρυσάφι Φαρουϊμ.
7 Ακόμα, σκέπασε με χρυσάφι τον οίκο, τα δοκάρια, τους παραστάτες, και τους τοίχους του, και τις πόρτες του· κι επάνω στους τοίχους σκάλισε χερουβείμ.
8 Και έκανε το οίκημα του αγίου των αγίων, το μάκρος του σύμφωνα με το πλάτος του οικήματος, 20 πήχες, και το πλάτος του 20 πήχες, και το σκέπασε με καθαρό χρυσάφι, 600 ταλάντων.
9 Και το βάρος των καρφιών ήταν 50 σίκλοι χρυσάφι. Και σκέπασε τα υπερώα με χρυσάφι.
10 Και μέσα στο οίκημα του αγίου των αγίων έκανε δύο χερουβείμ σκαλιστής εργασίας, και τα σκέπασε με χρυσάφι.
11 Και οι φτερούγες των χερουβείμ είχαν μάκρος 20 πήχες· η μία φτερούγα ήταν πέντε πήχες, αγγίζοντας τον τοίχο τού οικήματος· και η άλλη φτερούγα ήταν πέντε πήχες, αγγίζοντας τη φτερούγα τού άλλου χερούβ.
12 Και η μία φτερούγα τού άλλου χερούβ ήταν πέντε πήχες, αγγίζοντας τον τοίχο· και η άλλη φτερούγα ήταν πέντε πήχες, ακουμπώντας τη φτερούγα τού άλλου χερούβ.
13 Οι φτερούγες αυτών των χερουβείμ απλώνονταν σε 20 πήχες· κι αυτά στέκονταν στα πόδια τους, και τα πρόσωπά τους έβλεπαν προς τον οίκο.
14 Και έκανε το καταπέτασμα από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφύρα, και κόκκινο, και βύσσο, κι επάνω σ' αυτό ύφανε χερουβείμ.
15 Ακόμα, έκανε μπροστά από τον οίκο δύο στύλους από 35 πήχες το ύψος, και το επίθεμα στο κεφαλάρι για κάθε ένα, ήταν πέντε πήχες.
16 Και μέσα στο χρηματιστήριο έκανε αλυσίδες, και τις έβαλε επάνω στα κεφαλάρια των στύλων· και έκανε 100 ρόδια, και τα έβαλε επάνω στις αλυσίδες.
17 Και έστησε τους στύλους κατά πρόσωπο του ναού, έναν από τα δεξιά, και έναν από τα αριστερά· και αποκάλεσε το όνομα εκείνου που ήταν στα δεξιά Ιαχείν, και το όνομα εκείνου που ήταν στα αριστερά Βοάς.




Κεφάλαιο 4

1 Και έκανε ένα χάλκινο θυσιαστήριο, το μάκρος του ήταν 20 πήχες, και το πλάτος του 20 πήχες, και το ύψος του 10 πήχες.
2 Ακόμα, έκανε τη θάλασσα χυτή, από χείλος σε χείλος, 10 πήχες, ολόγυρα στρογγυλή, και το ύψος της ήταν πέντε πήχες· και μία γραμμή από 30 πήχες την περίζωνε ολόγυρα.
3 Και κάτω από το χείλος της υπήρχε ένα ομοίωμα βοδιών, που την περικύκλωναν ολόγυρα. Δέκα ανά πήχη, που περικύκλωναν τη θάλασσα ολόγυρα. Οι δύο σειρές των βοδιών ήσαν χυμένες μαζί μ' αυτή.
4 Και στεκόταν επάνω σε 12 βόδια· τρία έβλεπαν προς βορράν, και τρία έβλεπαν προς δυσμάς, και τρία έβλεπαν προς νότον, και τρία έβλεπαν προς ανατολάς· και η θάλασσα ήταν ακουμπησμένη επάνω τους· και όλα τα οπίσθιά τους ήσαν προς τα μέσα.
5 Και το πάχος της ήταν μια παλάμη, και το χείλος της ήταν κατασκευασμένο σαν ένα χείλος ποτηριού, σαν ένα άνθος κρίνου· χωρούσε, μάλιστα, όταν ήταν γεμάτη, 3.000 βαθ.
6 Ακόμα, έκανε 10 λουτήρες, και έβαλε πέντε από τα δεξιά, και πέντε από τα αριστερά, για να πλένουν σ' αυτούς· εκεί έπλεναν όσα ήσαν για ολοκαύτωση· η θάλασσα, όμως, ήταν για να νίβονται σ' αυτήν οι ιερείς.
7 Και έκανε τις χρυσές λυχνίες δέκα, σύμφωνα με το διαταγμένο γι' αυτές, και τις έβαλε στον ναό, πέντε από τα δεξιά και πέντε από τα αριστερά.
8 Και έκανε δέκα τραπέζια, και τα έβαλαν στον ναό, πέντε από τα δεξιά, και πέντε από τα αριστερά. Και έκαναν 100 χρυσές λεκάνες.
9 Και έκανε την αυλή των ιερέων, και τη μεγάλη αυλή, και πόρτες για την αυλή, και σκέπασε τις πόρτες τους με χαλκό.
10 Και έβαλε τη θάλασσα προς τη δεξιά πλευρά, ανατολικά, απέναντι από το μεσημβρινό μέρος.
11 Και ο Χουράμ έκανε τους λέβητες, και τα φτυάρια, και τις λεκάνες. Και ο Χουράμ τελείωσε κάνοντας το έργο, που έκανε στον βασιλιά Σολομώντα, για τον οίκο τού Θεού·
12 τους δύο στύλους, και τις σφαιρικές λεκάνες, και τα δύο επιθέματα, που ήσαν επάνω στην κεφαλή των στύλων, και τα δύο διχτυωτά για να σκεπάζουν τις δύο σφαιρικές λεκάνες των επιθεμάτων, που ήσαν επάνω στην κεφαλή των στύλων·
13 και 400 ρόδια για τα δύο διχτυωτά, δύο σειρές ροδιών για κάθε ένα διχτυωτό, για να σκεπάζουν τις δύο σφαιρικές λεκάνες των επιθεμάτων, που ήσαν επάνω στους στύλους.
14 Έκανε ακόμα τις βάσεις, και έκανε τους λουτήρες επάνω στις βάσεις·
15 τη μία θάλασσα, και τα 12 βόδια από κάτω απ' αυτή.
16 Και τους λέβητες, και τα φτυάρια, και τις κρεάγρες, και όλα τα σκεύη τους, έκανε από γυαλιστερό χαλκό ο πατέρας του, ο Χουράμ, στον βασιλιά Σολομώντα, για τον οίκο τού Κυρίου.
17 Και στην πεδιάδα τού Ιορδάνη ο βασιλιάς τα έχυσε σε αργιλώδες χώμα, ανάμεσα στη Σοκχώθ και τη Σαρηδαθά.
18 Έτσι, ο Σολομώντας έκανε όλα αυτά τα σκεύη με μεγάλη αφθονία· επειδή, δεν μπορούσε να λογαριαστεί το βάρος του χαλκού.
19 Και ο Σολομώντας έκανε όλα τα σκεύη, εκείνα τού οίκου τού Θεού, και το χρυσό θυσιαστήριο, και τα τραπέζια, κι επάνω τους τοποθετούνταν οι άρτοι τής πρόθεσης·
20 και τις λυχνίες και τα λυχνάρια τους, για να καίνε σύμφωνα με τα διαταγμένα μπροστά στο χρηματιστήριο, από καθαρό χρυσάφι·
21 και τα άνθη, και τα λυχνάρια, και τις λαβίδες, από χρυσάφι, κι αυτό ήταν καθαρό χρυσάφι·
22 και τα λυχνοψάλιδα, και τις λεκάνες, και τους κρατήρες, και τα θυμιατήρια, από καθαρό χρυσάφι· και η είσοδος του οίκου, οι εσωτερικές πόρτες του για το άγιο των αγίων, και οι πόρτες τού οίκου τού ναού, ήσαν από χρυσάφι.




Κεφάλαιο 5

1 Και συντελέστηκε ολόκληρο το έργο τού ναού, που ο Σολομώντας έκανε για τον οίκο τού Κυρίου· και ο Σολομώντας έφερε μέσα τα αφιερώματα του Δαβίδ, του πατέρα του· και το ασήμι και το χρυσάφι, και όλα τα σκεύη, και τα έβαλε στους θησαυρούς τού οίκου τού Θεού.
2 ΤΟΤΕ, ο Σολομώντας συγκέντρωσε στην Ιερουσαλήμ τούς πρεσβύτερους του Ισραήλ, και όλους τους αρχηγούς των φυλών, τους οικογενειάρχες των γιων Ισραήλ, για να ανεβάσουν την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου από την πόλη τού Δαβίδ, που είναι η Σιών.
3 Και όλοι οι άνδρες τού Ισραήλ συγκεντρώθηκαν στον βασιλιά, στη γιορτή τού έβδομου μήνα.
4 Και ήρθαν όλοι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ· και οι Λευίτες σήκωσαν την κιβωτό.
5 Και ανέβασαν την κιβωτό, και τη σκηνή τού μαρτυρίου, και όλα τα άγια σκεύη, που ήσαν στη σκηνή· οι ιερείς και οι Λευίτες τα ανέβασαν.
6 Και ο βασιλιάς Σολομώντας, και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ, εκείνοι που συγκεντρώθηκαν σ' αυτόν, ήσαν μπροστά στην κιβωτό, θυσιάζοντας πρόβατα και βόδια, όσα δεν ήταν δυνατόν να λογαριαστούν ούτε να αριθμηθούν, για το πλήθος τους.
7 Και οι ιερείς έβαλαν την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου στον τόπο της, στο χρηματιστήριο του οίκου, στα άγια των αγίων, κάτω από τις φτερούγες των χερουβείμ·
8 επειδή, τα χερουβείμ είχαν απλωμένες τις φτερούγες επάνω στον τόπο τής κιβωτού, και τα χερουβείμ σκέπαζαν την κιβωτό και τους μοχλούς της από πάνω·
9 και οι μοχλοί εξείχαν, και φαίνονταν τα άκρα των μοχλών έξω από την κιβωτό, η οποία ήταν μπροστά από το χρηματιστήριο· απέξω, όμως, δεν φαίνονταν. Και είναι εκεί μέχρι σήμερα.
10 Στην κιβωτό δεν ήσαν παρά μονάχα οι δύο πλάκες τις οποίες είχε βάλει εκεί ο Μωυσής στο Χωρήβ, όπου ο Κύριος είχε κάνει διαθήκη στους γιους Ισραήλ, όταν βγήκαν από την Αίγυπτο.
11 Και καθώς οι ιερείς βγήκαν από το αγιαστήριο, (επειδή, όλοι οι ιερείς, που είχαν βρεθεί, είχαν αγιαστεί, χωρίς να είναι σε τάξη σύμφωνα με τις διαιρέσεις·
12 και οι Λευίτες οι ψαλτωδοί, όλοι εκείνοι που ήσαν του Ασάφ, του Αιμάν, του Ιεδουθούν, και οι γιοι τους και οι αδελφοί τους, ντυμένοι με βύσσο, με κύμβαλα και ψαλτήρια, και κιθάρες, στέκονταν ανατολικά από το θυσιαστήριο, και μαζί τους 120 ιερείς, που σάλπιζαν με σάλπιγγες)·
13 τότε, καθώς ήχησαν οι σαλπιγκτές και οι ψαλτωδοί μαζί με μια φωνή, υμνώντας και δοξολογώντας τον Κύριο, και καθώς ύψωσαν τη φωνή με σάλπιγγες και κύμβαλα και μουσικά όργανα, και υμνούσαν τον Κύριο, έλεγαν ότι: Ο Κύριος είναι αγαθός, ότι: Στον αιώνα μένει το έλεός του, τότε ο οίκος γέμισε από μια νεφέλη, ο οίκος τού Κυρίου,
14 και οι ιερείς δεν μπορούσαν να σταθούν για να υπηρετήσουν, εξαιτίας τής νεφέλης· επειδή, η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο τού Θεού.




Κεφάλαιο 6

1 Τότε, ο Σολομώντας μίλησε, λέγοντας: Ο Κύριος είπε ότι θα κατοικεί μέσα σε πυκνό σκοτάδι·
2 αλλ' εγώ οικοδόμησα σε σένα οίκο κατοίκησης, και τόπο για να κατοικείς αιώνια.
3 Και ο βασιλιάς, στρέφοντας τα μάτια του, ευλόγησε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ· και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ στεκόταν όρθια.
4 Και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, που με τα χέρια του πραγματοποίησε εκείνο που είχε μιλήσει με το στόμα του στον Δαβίδ, τον πατέρα μου, λέγοντας:
5 «Από την ημέρα που έβγαλα τον λαό μου από τη γη τής Αιγύπτου, δεν διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ καμιά πόλη, για να οικοδομηθεί οίκος, ώστε να είναι εκεί το όνομά μου· ούτε διάλεξα άνδρα, για να είναι κυβερνήτης επάνω στον λαό μου τον Ισραήλ·
6 αλλά, διάλεξα την Ιερουσαλήμ, για να είναι εκεί το όνομά μου· και διάλεξα τον Δαβίδ, για να είναι επάνω στον λαό μου τον Ισραήλ».
7 Και ήρθε στην καρδιά τού Δαβίδ τού πατέρα μου να οικοδομήσει έναν οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ.
8 Αλλ' ο Κύριος είπε στον Δαβίδ, τον πατέρα μου: Επειδή, ήρθε στην καρδιά σου να οικοδομήσεις οίκο στο όνομά μου, καλά μεν έκανες ότι συνέλαβες κάτι τέτοιο στην καρδιά σου·
9 εντούτοις, εσύ δεν θα οικοδομήσεις τον οίκο· αλλ' ο γιος σου, που θα βγει από την οσφύ σου, αυτός θα οικοδομήσει τον οίκο στο όνομά μου.
10 Ο Κύριος, λοιπόν, εκπλήρωσε τον λόγο του, που είχε μιλήσει· κι εγώ σηκώθηκα αντί τού Δαβίδ τού πατέρα μου, και κάθησα στον θρόνο τού Ισραήλ, όπως ο Κύριος είχε μιλήσει, και οικοδόμησα τον οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ·
11 και έβαλα εκεί την κιβωτό, στην οποία βρίσκεται η διαθήκη τού Κυρίου, που είχε κάνει στους γιους Ισραήλ.
12 Και ο Σολομώντας, καθώς στάθηκε μπροστά στο θυσιαστήριο του Κυρίου, μπροστά σε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ, άπλωσε τα χέρια του·
13 επειδή, ο Σολομώντας είχε κάνει μια χάλκινη βάση, που είχε μάκρος πέντε πήχες, και πλάτος πέντε πήχες, και ύψος τρεις πήχες· και την έβαλε στο μέσον τής αυλής· και αφού στάθηκε επάνω της, έπεσε στα γόνατά του, μπροστά σε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ, και άπλωσε τα χέρια του προς τον ουρανό,
14 και είπε: Κύριε Θεέ τού Ισραήλ, δεν υπάρχει θεός όμοιος με σένα, μέσα στον ουρανό, κι επάνω στη γη· ο οποίος φυλάττεις τη διαθήκη και το έλεος απέναντι στους δούλους σου, και σ' εκείνους που περπατούν μπροστά σου με όλη τους την καρδιά·
15 ο οποίος φύλαξες απέναντι στον δούλο σου τον Δαβίδ, τον πατέρα μου, όσα είχες μιλήσει σ' αυτόν, και είχες μιλήσει με το στόμα σου, και πραγματοποίησες με το χέρι σου, όπως αυτή την ημέρα.
16 Και, τώρα, Κύριε Θεέ τού Ισραήλ, φύλαξε απέναντι στον δούλο σου τον Δαβίδ, τον πατέρα μου, εκείνο που του είχες υποσχεθεί, λέγοντας: Δεν θα εκλείψει από σένα άνδρας από μπροστά μου, που να κάθεται επάνω στον θρόνο τού Ισραήλ, μόνον, βέβαια, αν οι γιοι σου προσέχουν στον δρόμο τους, για να περπατούν στον νόμο μου, καθώς εσύ περπάτησες μπροστά μου.
17 Τώρα, λοιπόν, Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, ας επαληθευθεί ο λόγος σου, που μίλησες στον δούλο σου τον Δαβίδ.
18 Αλλά, στ' αλήθεια, θα κατοικήσει ο Θεός μαζί με τον άνθρωπο επάνω στη γη; Να, ο ουρανός, και ο ουρανός των ουρανών, δεν είναι ικανοί να σε χωρέσουν· πόσο λιγότερο αυτός ο οίκος που οικοδόμησα;
19 Όμως, επίβλεψε στην προσευχή του δούλου σου, και στη δέησή του, Κύριε Θεέ μου, ώστε να εισακούσεις την κραυγή και τη δέηση, που ο δούλος σου δέεται μπροστά σου·
20 για να είναι ανοιγμένα τα μάτια σου σ' αυτόν τον οίκο ημέρα και νύχτα, προς τον τόπο για τον οποίο είχες πει, ότι θα βάλεις εκεί το όνομά σου, για να εισακούς τη δέηση που ο δούλος σου θα δέεται σ' αυτόν τον τόπο.
21 Και να εισακούς τις δεήσεις τού δούλου σου, και του λαού σου τού Ισραήλ, όταν προσεύχονται σ' αυτόν τον τόπο· κι εσύ να ακούς από τον τόπο της κατοίκησής σου, από τον ουρανό· και, καθώς ακούς, γίνε ελεήμονας.
22 Αν ένας άνθρωπος αμαρτήσει στον πλησίον του, και ζητήσει απ' αυτόν όρκο, για να τον κάνει να ορκιστεί, και ο όρκος έρθει μπροστά στο θυσιαστήριό σου, σ' αυτόν τον οίκο,
23 τότε εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και ενέργησε, και κρίνε τους δούλους σου, ανταποδίδοντας μεν στον άνομο, ώστε να στρέψεις την πράξη του ενάντια στο κεφάλι του, δικαιώνοντας όμως τον δίκαιο, ώστε να του αποδώσεις σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του.
24 Και αν ο λαός σου ο Ισραήλ χτυπηθεί μπροστά στον εχθρό, επειδή αμάρτησαν σε σένα, και επιστρέψουν, και δοξάσουν το όνομά σου, και προσευχηθούν και δεηθούν σε σένα σ' αυτόν τον οίκο,
25 τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και συγχώρεσε την αμαρτία τού λαού σου Ισραήλ, και επανάφερέ τους στη γη που έχεις δώσει σ' αυτούς και στους πατέρες τους.
26 Όταν κλειστεί ο ουρανός, και δεν γίνεται βροχή, επειδή αμάρτησαν σε σένα, αν προσευχηθούν προς αυτόν τον τόπο, και δοξάσουν το όνομά σου, και επιστρέψουν από τις αμαρτίες τους, αφού τους ταπεινώσεις,
27 τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και συγχώρεσε την αμαρτία των δούλων σου, και του λαού σου Ισραήλ, αφού τους διδάξεις τον αγαθό δρόμο στον οποίο πρέπει να περπατούν· και δώσε βροχή επάνω στη γη σου, που έχεις δώσει στον λαό σου για κληρονομιά.
28 Αν γίνει στη γη πείνα, αν γίνει θανατικό, ανεμοφθορά και ερυσίβη, ακρίδα και βρούχος αν γίνει, αν οι εχθροί τους τούς πολιορκήσουν στον τόπο τής κατοίκησής τους, αν γίνει οποιαδήποτε πληγή και οποιαδήποτε νόσος,
29 κάθε προσευχή, κάθε δέηση, που γίνεται από κάθε άνθρωπο, και από ολόκληρο τον Ισραήλ, όταν καθένας γνωρίσει την πληγή του, και τον πόνο του, και απλώσει τα χέρια του σ' αυτόν τον οίκο,
30 τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, τον τόπο τής κατοίκησής σου, και συγχώρεσε, και δώσε σε κάθε έναν σύμφωνα με όλους τους δρόμους του, όπως γνωρίζεις την καρδιά του, επειδή εσύ, μόνος εσύ, γνωρίζεις τις καρδιές των ανθρώπων·
31 για να σε φοβούνται, ώστε να περπατούν στους δρόμους σου, όλες τις ημέρες, όσες θα ζουν επάνω στο πρόσωπο της γης, που έχεις δώσει στους πατέρες μας.
32 Ακόμα και τον ξένο, που δεν είναι από τον λαό σου τον Ισραήλ, αλλά έρχεται από μακρινή γη για το μεγάλο σου όνομα, και για το κραταιό σου χέρι, και για τον απλωμένο βραχίονά σου, αν έρθουν και προσευχηθούν σ' αυτόν τον οίκο,
33 τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, από τον τόπο τής κατοίκησής σου, και κάνε σύμφωνα με όλα όσα ο ξένος σε επικαλεστεί, για να γνωρίσουν όλοι οι λαοί τής γης το όνομά σου, και να σε φοβούνται, όπως και ο λαός σου ο Ισραήλ, και να γνωρίσουν ότι το όνομά σου ονομάστηκε επάνω σ' αυτόν τον οίκο, που οικοδόμησα.
34 Όταν ο λαός σου βγει σε πόλεμο ενάντια στους εχθρούς τους, μέσα από τον δρόμο από τον οποίο θα τους στείλεις, και προσευχηθούν σε σένα προς αυτή την πόλη που διάλεξες, και τον οίκο που οικοδόμησα στο όνομά σου,
35 τότε, εισάκουσε από τον ουρανό την προσευχή τους και τη δέησή τους, και κάνε το δίκαιό τους.
36 Όταν αμαρτήσουν σε σένα, (επειδή, κανένας άνθρωπος δεν είναι αναμάρτητος), και οργιστείς γι' αυτούς, και τους παραδώσεις μπροστά στον εχθρό, και οι αιχμαλωτιστές τούς φέρουν αιχμαλώτους σε γη μακρυνή ή κοντινή,
37 και έρθουν στον εαυτό τους, μέσα στη γη που φέρθηκαν αιχμάλωτοι, και γυρίσουν και δεηθούν σε σένα μέσα στη γη τής αιχμαλωσίας τους, λέγοντας: Αμαρτήσαμε, ανομήσαμε, και αδικήσαμε·
38 και γυρίσουν σε σένα με ολόκληρη την καρδιά τους, και με ολόκληρη την ψυχή τους, στη γη τής αιχμαλωσίας τους, όπου φέρθηκαν αιχμάλωτοι, και προσευχηθούν προς τη γη τους, που έχεις δώσει στους πατέρες τους, και την πόλη που διάλεξες, και προς αυτόν τον οίκο, που οικοδόμησα στο όνομά σου,
39 τότε, εισάκουσε από τον ουρανό, από τον τόπο τής κατοίκησής σου, την προσευχή τους και τις δεήσεις τους, και κάνε το δίκαιό τους, και συγχώρεσε στον λαό σου, που αμάρτησε σε σένα.
40 Τώρα, Θεέ μου, ας είναι, παρακαλώ, τα μάτια σου ανοιχτά, και τα αυτιά σου προσεκτικά, στην προσευχή που γίνεται σ' αυτό τον τόπο.
41 Και τώρα, σήκω επάνω, Κύριε Θεέ, στην ανάπαυσή σου, εσύ, και η κιβωτός τής δύναμής σου· οι ιερείς σου, Κύριε Θεέ, ας ντυθούν σωτηρία, και οι όσιοί σου ας ευφρανθούν με αγαθά.
42 Κύριε Θεέ, μη απορρίψεις το πρόσωπο του χρισμένου σου· θυμήσου τα ελέη τού Δαβίδ τού δούλου σου.




Κεφάλαιο 7

1 Και όταν ο Σολομώντας τελείωσε στο να προσεύχεται, κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες· και η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο.
2 Και οι ιερείς δεν μπορούσαν να μπουν στον οίκο τού Κυρίου, επειδή η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο τού Κυρίου.
3 Και όλοι οι γιοι Ισραήλ, βλέποντας τη φωτιά να κατεβαίνει, και τη δόξα τού Κυρίου επάνω στον οίκο, έπεσαν μπρούμυτα στη γη, επάνω στο λιθόστρωτο, και προσκύνησαν, και δόξασαν τον Κύριο, λέγοντας ότι: Είναι αγαθός· ότι: Το έλεός του μένει στον αιώνα.
4 Τότε, ο βασιλιάς και ολόκληρος ο λαός πρόσφεραν θυσίες μπροστά στον Κύριο·
5 και ο βασιλιάς Σολομώντας πρόσφερε τη θυσία, 22.000 βόδια, και 120.000 πρόβατα. Έτσι εγκαινίασαν ο βασιλιάς και ολόκληρος ο λαός τον οίκο τού Κυρίου.
6 Και οι ιερείς στέκονταν στις υπηρεσίες τους, και οι Λευίτες με τα μουσικά όργανα του Κυρίου, που είχε κάνει ο βασιλιάς Δαβίδ, για να δοξάζουν τον Κύριο: Επειδή, το έλεός του μένει στον αιώνα, έχοντας στα χέρια τους τούς ύμνους τού Δαβίδ· και οι ιερείς σάλπιζαν απέναντί τους, και ολόκληρος ο λαός στεκόταν όρθιος.
7 Ο Σολομώντας καθιέρωσε ακόμα το μέσον τής αυλής, αυτή προς την κατεύθυνση του οίκου τού Κυρίου· επειδή, εκεί πρόσφερε τα ολοκαυτώματα, και το λίπος των ειρηνικών προσφορών· επειδή, το χάλκινο θυσιαστήριο, που έκανε ο Σολομώντας, δεν μπορούσε να χωρέσει τα ολοκαυτώματα, και την προσφορά από άλφιτα, και το λίπος.
8 Και εκείνο τον καιρό, ο Σολομώντας έκανε τη γιορτή για επτά ημέρες, και ολόκληρος ο Ισραήλ μαζί του, μια υπερβολικά μεγάλη συγκέντρωση, από την είσοδο της Αιμάθ μέχρι τον ποταμό τής Αιγύπτου.
9 Και την όγοοη ημέρα έκαναν μια πάνδημη συγκέντρωση· επειδή, έκαναν τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου επτά ημέρες, και τη γιορτή επτά ημέρες.
10 Και στην 23η ημέρα τού έβδομου μήνα απέλυσε τον λαό στις σκηνές τους, ευφραινόμενους και αγαλλόμενους στην καρδιά για τα αγαθά, όσα ο Κύριος έκανε στον Δαβίδ, και στον Σολομώντα, και στον Ισραήλ τον λαό του.
11 Και ο Σολομώντας τελείωσε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι τού βασιλιά· και κάθε τι που ήρθε στην καρδιά τού Σολομώντα για να κάνει στον οίκο τού Κυρίου, και στο παλάτι τού βασιλιά, ευοδώθηκε.
12 Και ο Κύριος φάνηκε στον Σολομώντα τη νύχτα, και του είπε: Άκουσα την προσευχή σου, και διάλεξα αυτόν τον τόπο στον εαυτό μου για οίκο θυσίας.
13 Αν κλείσω τον ουρανό και δεν γίνεται βροχή, και αν προστάξω την ακρίδα να καταφάει τη γη, και αν στείλω θανατικό ανάμεσα στον λαό μου,
14 και ο λαός μου, επάνω στον οποίο ονομάστηκε το όνομά μου, ταπεινώσουν τον εαυτό τους, και προσευχηθούν, και εκζητήσουν το πρόσωπό μου, και επιστρέψουν από τους δρόμους τους, τους πονηρούς, τότε εγώ θα εισακούσω από τον ουρανό, και θα συγχωρήσω την αμαρτία τους, και θα θεραπεύσω τη γη τους.
15 Τώρα, τα μάτια μου θα είναι ανοιχτά, και τα αυτιά μου προσεκτικά στην προσευχή που γίνεται σ' αυτό τον τόπο.
16 Επειδή, τώρα διάλεξα και αγίασα αυτό τον οίκο, για να είναι εκεί το όνομά μου μέχρι τον αιώνα· και τα μάτια μου και η καρδιά μου θα είναι εκεί όλες τις ημέρες.
17 Κι εσύ, αν περπατάς μπροστά μου, καθώς περπάτησε ο Δαβίδ, ο πατέρας σου, και κάνεις σύμφωνα με όλα όσα σε πρόσταξα, και τηρείς τα διατάγματά μου, και τις κρίσεις μου,
18 τότε, θα στερεώσω τον θρόνο τής βασιλείας σου, όπως υποσχέθηκα στον Δαβίδ, τον πατέρα σου, λέγοντας: Δεν θα εκλείψει σε σένα άνδρας που να ηγεμονεύει επάνω στον Ισραήλ.
19 Αλλ' αν εσείς αποστραφείτε, και εγκαταλείψετε τα διατάγματά μου και τις εντολές μου, που έβαλα μπροστά σας, και πάτε και λατρεύσετε άλλους θεούς, και τους προσκυνήσετε,
20 τότε θα τους ξεριζώσω από τη γη μου, που τους έχω δώσει· κι αυτό τον οίκο, που αγίασα για το όνομά μου, θα τον απορρίψω από το πρόσωπό μου, και θα τον κάνω παροιμία και εμπαιγμό ανάμεσα σε όλους τους λαούς.
21 Και ο οίκος αυτός, που έγινε τόσο ψηλός, θα είναι έκσταση σε όλους όσους διαβαίνουν δίπλα του· και θα λένε: Γιατί ο Κύριος έκανε έτσι σ' αυτή τη γη, και σ' αυτό τον οίκο;
22 Και θα αποκρίνονται: Επειδή, εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, που τους έβγαλε από την Αίγυπτο, και προσκολλήθηκαν σε άλλους θεούς, και τους προσκύνησαν, και τους λάτρευσαν· γι' αυτό, έφερε επάνω τους όλο αυτό το κακό.




Κεφάλαιο 8

1 ΚΑΙ στο τέλος των 20 χρόνων, κατά τους οποίους ο Σολομώντας οικοδόμησε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι του,
2 τις πόλεις, που ο Χουράμ είχε δώσει στον Σολομώντα, ο Σολομώντας τις οικοδόμησε, και κατοίκισε εκεί τους γιους Ισραήλ.
3 Και ο Σολομώντας πήγε στην Αιμάθ-σωβά, και υπερίσχυσε εναντίον της.
4 Και οικοδόμησε τη Θαδμώρ στην έρημο, και όλες τις πόλεις των αποθηκών, που οικοδόμησε στην Αιμάθ.
5 Οικοδόμησε ακόμα τη Βαιθ-ωρών την άνω, και τη Βαιθ-ωρών την κάτω, πόλεις οχυρωμένες με τείχη, πύλες, και μοχλούς·
6 και τη Βααλάθ, και όλες τις πόλεις των αποθηκών που είχε ο Σολομώντας, και όλες τις πόλεις των αμαξών, και τις πόλεις των καβαλάρηδων, και κάθε τι που ο Σολομώντας επιθύμησε να οικοδομήσει στην Ιερουσαλήμ, και στον Λίβανο, και σε ολόκληρη τη γη της επικρατείας του.
7 Και ολόκληρο τον λαό, που είχε εναπομείνει από τους Χετταίους, και τους Αμορραίους, και τους Φερεζαίους, και τους Ευαίους, και τους Ιεβουσαίους, που δεν ήσαν από τον Ισραήλ,
8 αλλά από τα παιδιά τους, αυτών που εναπέμειναν στη γη μαζί τους, που οι γιοι Ισραήλ δεν είχαν εξολοθρεύσει, σ' αυτούς ο Σολομώντας επέβαλε φόρο, μέχρι αυτή την ημέρα.
9 Και από τους γιους Ισραήλ ο Σολομώντας δεν έκανε δούλους για το έργο του, επειδή ήσαν άνδρες πολεμιστές, και πρωτάρχοντες, και άρχοντες για τις άμαξές του και για τους καβαλάρηδές του.
10 Απ' αυτούς ήσαν οι αρχηγοί των επιστατών, που είχε ο βασιλιάς Σολομώντας, 250, που εξουσίαζαν τον λαό.
11 Και ο Σολομώντας ανέβασε τη θυγατέρα τού Φαραώ από την πόλη τού Δαβίδ, στο παλάτι που είχε οικοδομήσει γι' αυτήν· επειδή, είχε πει: Η γυναίκα μου δεν θα κατοικεί στο παλάτι τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, επειδή το μέρος όπου μέσα εκεί είχε μπει η κιβωτός τού Κυρίου είναι άγιο.
12 Τότε, ο Σολομώντας πρόσφερε ολοκαυτώματα στον Κύριο επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου, που είχε οικοδομήσει μπροστά στο πρόναο,
13 σύμφωνα με το απαιτούμενο κάθε ημέρας για να προσφέρουν, σύμφωνα με τις εντολές τού Μωυσή, στα σάββατα, και στις νεομηνίες, και στις επίσημες γιορτές, που γίνονταν τρεις φορές τον χρόνο, στη γιορτή των αζύμων, και στη γιορτή των εβδομάδων, και στη γιορτή των σκηνών.
14 Και εγκατέστησε, σύμφωνα με τη διάταξη του πατέρα του, του Δαβίδ, τις διαιρέσεις των ιερέων στην υπηρεσία τους, και τους Λευίτες στις βάρδιες τους, για να υμνούν και να υπηρετούν απέναντι από τους ιερείς, σύμφωνα με το απαιτούμενο κάθε ημέρας· και τους πυλωρούς σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, σε κάθε πύλη· επειδή, αυτή ήταν η εντολή τού Δαβίδ, του ανθρώπου τού Θεού.
15 Και δεν παραδρόμησαν από την εντολή τού βασιλιά για τους ιερείς και τους Λευίτες σε κανένα πράγμα, ούτε σ' εκείνα για τους θησαυρούς.
16 Και η ετοιμασία ήταν για ολόκληρο το έργο τού Σολομώντα, από την ημέρα που θεμελιώθηκε ο οίκος τού Κυρίου, μέχρις ότου τελείωσε. Έτσι ολοκληρώθηκε ο οίκος τού Κυρίου.
17 Τότε ο Σολομώντας πήγε στην Εσιών-γάβερ, και στην Αιλώθ, στην ακτή της θάλασσας, στη γη τού Εδώμ.
18 Και ο Χουράμ τού έστειλε, διαμέσου των δούλων του, πλοία, και δούλους ειδήμονες της θάλασσας· και πήγαν μαζί με τους δούλους τού Σολομώντα στο Οφείρ, και πήραν από εκεί 450 τάλαντα χρυσάφι, και τα έφεραν στον βασιλιά Σολομώντα.




Κεφάλαιο 9

1 ΚΑΙ καθώς η βασίλισσα της Σεβά άκουσε τη φήμη τού Σολομώντα, ήρθε στην Ιερουσαλήμ, για να δοκιμάσει τον Σολομώντα με αινίγματα, έχοντας μαζί της μια υπερβολικά μεγάλη συνοδεία, και καμήλες φορτωμένες με αρώματα, και άφθονο χρυσάφι, και πολύτιμες πέτρες· και όταν ήρθε στον Σολομώντα, μίλησε μαζί του για όλα όσα είχε στην καρδιά της.
2 Και ο Σολομώντας εξήγησε σ' αυτή όλα τα ερωτήματά της· και δεν στάθηκε τίποτε κρυμμένο από τον Σολομώντα, που δεν της το εξήγησε.
3 Και βλέποντας η βασίλισσα της Σεβά τη σοφία τού Σολομώντα, και το παλάτι που είχε οικοδομήσει,
4 και τα φαγητά τού τραπεζιού του, και τον τρόπο που κάθονταν οι δούλοι του, και τη στάση των υπουργών του, και την ενδυμασία τους, και τους οινοχόους του, και την ενδυμασία τους, και την ανάβασή του με την οποία ανέβαινε στον οίκο τού Κυρίου, έγινε έκθαμβη·
5 και είπε στον βασιλιά: Αληθινός είναι ο λόγος, που είχα ακούσει στη γη μου, για τα έργα σου, και για τη σοφία σου·
6 αλλά, δεν πίστευα στα λόγια τους, μέχρις ότου ήρθα, και είδαν τα μάτια μου· και να, ούτε το μισό τού πλήθους τής σοφίας σου δεν μου είχε αναγγελθεί· εσύ υπερβαίνεις τη φήμη που άκουσα·
7 μακάριοι οι άνδρες σου, και μακάριοι αυτοί οι δούλοι σου, που στέκονται πάντοτε μπροστά σου, και ακούν τη σοφία σου·
8 ας είναι ο Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος, ο οποίος ευαρεστήθηκε σε σένα, για να σε βάλει επάνω στον θρόνο του, για να είσαι βασιλιάς στον Κύριο τον Θεό σου· επειδή, ο Θεός σου αγάπησε τον Ισραήλ, ώστε να τους στερεώσει στον αιώνα, γι' αυτό σε κατέστησε βασιλιά επάνω τους, για να κάνεις κρίση και δικαιοσύνη.
9 Και έδωσε στον βασιλιά 120 τάλαντα χρυσάφι, και αρώματα πολλά, σε υπερβολικό βαθμό, και πολύτιμες πέτρες· και δεν υπήρξαν ποτέ τέτοια αρώματα, σαν αυτά που η βασίλισσα της Σεβά έδωσε στον βασιλιά Σολομώντα.
10 Και οι δούλοι μάλιστα του Χουράμ, και οι δούλοι τού Σολομώντα, που έφερναν χρυσάφι από το Οφείρ, έφερναν και ξύλο αλγουμείμ, και πολύτιμες πέτρες.
11 Και ο βασιλιάς έκανε από ξύλα αλγουμείμ αναβάσεις στον οίκο τού Κυρίου, και στο παλάτι τού βασιλιά, και κιθάρες και ψαλτήρια για τους μουσικούς· και τέτοια δεν είχαν φανεί πρωτύτερα στη γη τού Ιούδα.
12 Και ο βασιλιάς Σολομώντας έδωσε στη βασίλισσα της Σεβά όλα όσα θέλησε, όσα ζήτησε, περισσότερα των όσων έφερε στον βασιλιά. Και γύρισε, και αναχώρησε στη γη της, αυτή και οι δούλοι της.
13 Το βάρος από το χρυσάφι, που ερχόταν κάθε χρόνο στον Σολομώντα, ήταν 666 τάλαντα χρυσάφι,
14 εκτός από εκείνο που συγκεντρωνόταν από τους τελώνες και τους εμπόρους, και όλους τους βασιλιάδες τής Αραβίας, και τους σατράπες τής γης, που έφερναν στον Σολομώντα χρυσάφι και ασήμι.
15 Και ο βασιλιάς Σολομώντας έκανε 200 επιμήκεις ασπίδες από σφυρήλατο χρυσάφι· 600 σίκλοι από χρυσάφι σφυρήλατο ξοδεύτηκαν σε κάθε επιμήκη ασπίδα·
16 και 300 ασπίδες από σφυρήλατο χρυσάφι· 300 σίκλοι από χρυσάφι ξοδεύτηκαν για κάθε ασπίδα. Και ο βασιλιάς τις έβαλε στο παλάτι του δάσους τού Λιβάνου.
17 Ο βασιλιάς έκανε ακόμα έναν μεγάλο ελεφαντένιο θρόνο, και τον σκέπασε με καθαρό χρυσάφι.
18 Και ο θρόνος είχε έξι βαθμίδες και ένα χρυσό υποπόδιο, που ήσαν συνδεδεμένα με τον θρόνο, και αγκώνες από το ένα και από το άλλο μέρος της καθέδρας, και δύο λιοντάρια, που στέκονταν στα πλάγια των αγκώνων·
19 και 12 λιοντάρια στέκονταν εκεί, από τις δύο πλευρές, επάνω στις έξι βαθμίδες. Παρόμοιο δεν είχε κατασκευαστεί σε κανένα βασίλειο.
20 Και όλα τα σκεύη για το πιοτό τού βασιλιά Σολομώντα ήσαν από χρυσάφι, και όλα τα σκεύη τού παλατιού τού δάσους τού Λιβάνου από καθαρό χρυσάφι· κανένα από ασήμι· το ασήμι λογιζόταν για τίποτε στις ημέρες τού Σολομώντα.
21 Επειδή, ο βασιλιάς είχε πλοία που πήγαιναν στη Θαρσείς μαζί με τους δούλους τού Χουράμ· μια φορά ανά τριετία έρχονταν τα πλοία από τη Θαρσείς, που έφερναν χρυσάφι, και ασήμι, δόντια ελέφαντα, και πιθήκους, και παγώνια.
22 Και ο βασιλιάς Σολομώντας μεγαλύνθηκε περισσότερο από όλους τους βασιλιάδες τής γης σε πλούτο και σοφία.
23 Και όλοι οι βασιλιάδες της γής ζητούσαν το πρόσωπο του Σολομώντα, για να ακούσουν τη σοφία του, την οποία ο Θεός είχε βάλει στην καρδιά του.
24 Και κάθε ένας έφερνε το δώρο του, ασημένια σκεύη, χρυσά σκεύη, και στολές, και πανοπλίες, και αρώματα, άλογα, και μουλάρια, κάθε χρόνο.
25 Και ο Σολομώντας είχε 4.000 σταύλους αλόγων και αμαξών, και 12.000 καβαλάρηδες, τους οποίους ο βασιλιάς έβαλε στις πόλεις των αμαξών, και κοντά του στην Ιερουσαλήμ.
26 Και βασίλευσε επάνω σε όλους τους βασιλιάδες, από τον ποταμό μέχρι τη γη των Φιλισταίων, και τα σύνορα της Αιγύπτου.
27 Και ο βασιλιάς έκανε το ασήμι στην Ιερουσαλήμ σαν πέτρες, και έκανε τους κέδρους σαν τις συκαμινιές στην πεδιάδα, λόγω τής αφθονίας.
28 Και έφερναν στον Σολομώντα άλογα από την Αίγυπτο, και από όλους τούς τόπους.
29 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Σολομώντα, οι πρώτες και οι τελευταίες, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο τού Νάθαν τού προφήτη, και στην προφητεία τού Αχιά τού Σηλωνίτη, και στα οράματα του Ιδδώ, του βλέποντα, που έγιναν ενάντια στον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ;
30 Και ο Σολομώντας βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ, επάνω σε ολόκληρο τον Ισραήλ, 40 χρόνια.
31 Και ο Σολομώντας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, του πατέρα του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ροβοάμ, ο γιος του.




Κεφάλαιο 10

1 Και ο Ροβοάμ πήγε στη Συχέμ· επειδή, ολόκληρος ο Ισραήλ ερχόταν στη Συχέμ για να τον κάνει βασιλιά.
2 Και καθώς το άκουσε αυτό ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, που ήταν στην Αίγυπτο, όπου είχε φύγει από το πρόσωπο του βασιλιά Σολομώντα, ο Ιεροβοάμ γύρισε από την Αίγυπτο,
3 επειδή, έστειλαν και τον κάλεσαν. Τότε, ήρθαν ο Ιεροβοάμ και ολόκληρος ο Ισραήλ, και μίλησαν στον Ροβοάμ, λέγοντας:
4 Ο πατέρας σου είχε σκληρύνει τον ζυγό μας· τώρα, λοιπόν, τη σκληρή δουλεία τού πατέρα σου, και τον βαρύ του ζυγό, που επέβαλε επάνω μας, ελάφρυνέ τον εσύ, και θα σε δουλεύουμε.
5 Κι εκείνος τούς είπε: Ελάτε ξανά σε μένα ύστερα από τρεις ημέρες. Και ο λαός έφυγε.
6 Και ο βασιλιάς Ροβοάμ συμβουλεύτηκε τους πρεσβύτερους, που βρίσκονταν μπροστά στον Σολομώντα, τον πατέρα του, ενώ ακόμα ζούσε, λέγοντας: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσω σ' αυτό τον λαό;
7 Και του είπαν, λέγοντας: Αν φερθείς με ευμένεια σ' αυτό τον λαό, και τους ευαρεστήσεις, και τους μιλήσεις αγαθά λόγια, τότε θα είναι δούλοι σου για πάντα.
8 Όμως, απέρριψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων, που του είχαν δώσει, και συμβουλεύθηκε τους νέους, που είχαν συναναστραφεί μαζί του, οι οποίοι βρίσκονταν μπροστά του.
9 Και τους είπε: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσουμε σ' αυτό τον λαό, που μίλησε σε μένα, λέγοντας: Ελάφρυνε τον ζυγό που ο πατέρας σου επέβαλε επάνω μας;
10 Και οι νέοι, αυτοί που είχαν συναναστραφεί μαζί του, μίλησαν σ' αυτόν, λέγοντας: Έτσι θα μιλήσεις στον λαό, που σου μίλησε, λέγοντας: Ο πατέρας σου βάρυνε τον ζυγό μας, αλλ' εσύ ελάφρυνέ τον σε μας· έτσι θα τους μιλήσεις: Το μικρό μου δάχτυλο θα είναι παχύτερο από την οσφύ τού πατέρα μου·
11 τώρα, λοιπόν, ο μεν πατέρας μου σας επιφόρτισε έναν βαρύ ζυγό, εγώ όμως θα κάνω τον ζυγό σας βαρύτερο· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μάστιγες, εγώ, όμως, θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
12 Και ήρθε ο Ιεροβοάμ και ολόκληρος ο λαός την τρίτη ημέρα στον Ροβοάμ, όπως είχε μιλήσει ο βασιλιάς, λέγοντας: Ελάτε ξανά σε μένα την τρίτη ημέρα.
13 Και ο βασιλιάς απάντησε σ' αυτούς σκληρά· και ο βασιλιάς Ροβοάμ εγκατέλειψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων,
14 και τους μίλησε σύμφωνα με τη συμβουλή των νέων, λέγοντας: Ο πατέρας μου βάρυνε τον ζυγό σας, αλλ' εγώ θα τον κάνω βαρύτερο· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μάστιγες, εγώ όμως θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
15 Και ο βασιλιάς δεν εισάκουσε τον λαό· επειδή, το πράγμα έγινε από τον Θεό, ώστε ο Κύριος να εκτελέσει τον λόγο του, που είχε μιλήσει διαμέσου τού Αχιά τού Σηλωνίτη στον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ.
16 Και ολόκληρος ο Ισραήλ βλέποντας ότι ο βασιλιάς δεν τους εισάκουσε, ο λαός απάντησε στον βασιλιά, λέγοντας: Τι συμμετοχή έχουμε εμείς στον Δαβίδ; Δεν έχουμε καμιά κληρονομιά στον γιο τού Ιεσσαί· Ισραήλ, καθένας στις σκηνές σου· τώρα, Δαβίδ, πρόβλεψε για την οικογένειά σου. Και ολόκληρος ο Ισραήλ αναχώρησε στις σκηνές του.
17 Και για τους γιους Ισραήλ, που κατοικούσαν στις πόλεις τού Ιούδα, ο Ροβοάμ βασίλευσε επάνω τους.
18 Και ο βασιλιάς Ροβοάμ έστειλε τον Αδωράμ, τον υπεύθυνο για τους φόρους· και οι γιοι Ισραήλ τον λιθοβόλησαν με πέτρες, και πέθανε. Γι' αυτό, ο βασιλιάς Ροβοάμ έσπευσε να ανέβει στην άμαξα, για να φύγει στην Ιερουσαλήμ.
19 Έτσι ο Ισραήλ αποστάτησε από την οικογένεια του Δαβίδ, μέχρι αυτή την ημέρα.




Κεφάλαιο 11

1 Και καθώς ο Ροβοάμ ήρθε στην Ιερουσαλήμ, συγκέντρωσε την οικογένεια του Ιούδα και του Βενιαμίν, 180.000 από εκλεκτούς, πολεμιστές, για να πολεμήσουν ενάντια στον Ισραήλ, προκειμένου να ξαναφέρουν τη βασιλεία στον Ροβοάμ.
2 Έγινε, όμως, λόγος τού Κυρίου στον Σεμαϊα, τον άνθρωπο του Θεού, λέγοντας:
3 Μίλησε στον Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα, τον βασιλιά τού Ιούδα, και σε ολόκληρο τον Ισραήλ, που είναι μέσα στον Ιούδα και στον Βενιαμίν, λέγοντας:
4 Έτσι λέει ο Κύριος: Δεν θα ανεβείτε ούτε θα πολεμήσετε εναντίον των αδελφών σας· επιστρέψτε κάθε ένας στο σπίτι του, επειδή από μένα έγινε αυτό το πράγμα. Και υπάκουσαν στα λόγια τού Κυρίου, και έστρεψαν πίσω από το να πάνε ενάντια στον Ιεροβοάμ.
5 Και ο Ροβοάμ κατοίκησε στην Ιερουσαλήμ, και οικοδόμησε οχυρές πόλεις στον Ιούδα.
6 Και οικοδόμησε τη Βηθλεέμ, και την Ητάμ, και τη Θεκουέ,
7 και τη Βαίθ-σουρ, και τη Σοκχώ, και την Οδολλάμ,
8 και τη Γαθ, και τη Μαρησά, και τη Ζιφ,
9 και την Αδωραϊμ, και τη Λαχείς, και την Αζηκά,
10 και τη Σαραά, και την Αιαλών, και τη Χεβρών, οι οποίες είναι στον Ιούδα και στον Βενιαμίν, πόλεις οχυρωμένες.
11 Και οχύρωσε τα φρούρια, και έβαλε σ' αυτά φρουράρχους, και αποθήκες με τροφές, και λάδι, και κρασί.
12 Και σε κάθε πόλη έβαλε ασπίδες και λόγχες, και τις οχύρωσε πολύ, σε υπερβολικό βαθμό. Και ο Ιούδας και ο Βενιαμίν ήσαν κάτω από την εξουσία του.
13 Και οι ιερείς και οι Λευίτες, που υπήρχαν σε ολόκληρο τον Ισραήλ συγκεντρώθηκαν σ' αυτόν, από όλα τα σύνορά τους.
14 Επειδή, οι Λευίτες εγκατέλειψαν τα προάστιά τους και τις ιδιοκτησίες τους, και ήρθαν στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ· (για τον λόγο ότι, ο Ιεροβοάμ, και οι γιοι του, τους είχαν αποβάλει από το να ιερατεύουν στον Κύριο·
15 και έκανε για τον εαυτό του ιερείς για τους ψηλούς τόπους, και για τους δαίμονες, και για τα μοσχάρια που είχε κάνει)·
16 και ύστερα απ' αυτούς, όσοι από όλες τις φυλές τού Ισραήλ έδωσαν τις καρδιές τους στο να ζητούν τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, ήρθαν στην Ιερουσαλήμ, για να θυσιάσουν στον Κύριο, στον Θεό των πατέρων τους.
17 Και ενδυνάμωσαν τη βασιλεία τού Ιούδα, και ισχυροποίησαν τον Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα, τρία χρόνια· επειδή, τρία χρόνια περπάτησαν στον δρόμο τού Δαβίδ και του Σολομώντα.
18 Και ο Ροβοάμ πήρε στον εαυτό του για γυναίκα τη Μαελέθ, θυγατέρα τού Ιεριμώθ, γιου τού Δαβίδ, και την Αβιχαίλ θυγατέρα τού Ελιάβ, γιου τού Ιεσσαί·
19 η οποία τού γέννησε γιους, τον Ιεούς, και τον Σαμαρία, και τον Ζαάμ.
20 Και ύστερα απ' αυτή πήρε τη Μααχά, θυγατέρα τού Αβεσσαλώμ, η οποία τού γέννησε τον Αβιά, και τον Ατθαϊ, και τον Ζιζά, και τον Σελωμείθ.
21 Και ο Ροβοάμ αγάπησε τη Μααχά, τη θυγατέρα τού Αβεσσαλώμ, περισσότερο από όλες τις γυναίκες του και τις παλλακές του· (επειδή, είχε πάρει 18 γυναίκες, και 60 παλλακές· και γέννησε 28 γιους, και 60 θυγατέρες)·
22 και ο Ροβοάμ έκανε άρχοντα τον Αβιά, τον γιο τής Μααχά, για να άρχει επάνω στους αδελφούς του· επειδή, σκεφτόταν να τον κάνει βασιλιά·
23 και ενεργώντας φρόνιμα, διασκόρπισε όλους τούς γιους του σε όλους τους τόπους τού Ιούδα και του Βενιαμίν, σε κάθε οχυρή πόλη· και τους έδωσε τροφές σε αφθονία, και ζήτησε πολλές γυναίκες.




Κεφάλαιο 12

1 ΚΑΙ καθώς η βασιλεία τού Ροβοάμ στερεώθηκε και ενδυναμώθηκε, εγκατέλειψε τον νόμο τού Κυρίου, και ολόκληρος ο Ισραήλ μαζί του.
2 Και τον πέμπτο χρόνο τής βασιλείας τού Ροβοάμ, ο Σισάκ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, ανέβηκε εναντίον τής Ιερουσαλήμ, επειδή είχαν παρανομήσει στον Κύριο,
3 μαζί με 1.200 άμαξες, και 60.000 καβαλάρηδες· και ο λαός που ήρθε μαζί του από την Αίγυπτο ήταν αναρίθμητος, Λίβυοι, Τρωγλοδύτες, και Αιθίοπες.
4 Και αφού κυρίευσε τις οχυρές πόλεις, εκείνες στον Ιούδα, ήρθε μέχρι την Ιερουσαλήμ.
5 Τότε ο προφήτης Σεμαϊας ήρθε στον Ροβοάμ, και στους άρχοντες του Ιούδα, που είχαν συγκεντρωθεί στην Ιερουσαλήμ εξαιτίας του φόβου τού Σισάκ, και τους είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Εσείς με εγκαταλείψατε· γι' αυτό σας εγκατέλειψα κι εγώ στο χέρι του Σισάκ.
6 Και οι άρχοντες του Ισραήλ και ο βασιλιάς ταπεινώθηκαν, και έλεγαν: Δίκαιος είναι ο Κύριος.
7 Και όταν ο Κύριος είδε ότι ταπεινώθηκαν, έγινε λόγος Κυρίου στον Σεμαϊα, λέγοντας: Αυτοί ταπεινώθηκαν· δεν θα τους εξολοθρεύσω, αλλά θα τους χαρίσω κάποια σωτηρία· και ο θυμός μου δεν θα εκχυθεί επάνω στην Ιερουσαλήμ διαμέσου τού Σισάκ·
8 αλλ' όμως, θα γίνουν δούλοι του, για να γνωρίσουν τη δική μου δουλεία, και τη δουλεία από τις βασιλείες τής γης.
9 Και ο Σισάκ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, ανέβηκε εναντίον της Ιερουσαλήμ, και πήρε τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και τους θησαυρούς τού παλατιού τού βασιλιά, πήρε τα πάντα· πήρε, ακόμα, και τις επιμήκεις χρυσές ασπίδες, που είχε κάνει ο Σολομώντας.
10 Κι αντί εκείνων ο βασιλιάς Ροβοάμ έκανε χάλκινες επιμήκεις ασπίδες, και τις παρέδωσε στα χέρια των αρχόντων των σωματοφυλάκων, που φύλαγαν την είσοδο του παλατιού τού βασιλιά.
11 Και όταν ο βασιλιάς έμπαινε στον οίκο τού Κυρίου, έρχονταν οι σωματοφύλακες, και τις έπαιρναν και τις έφερναν ξανά στο οίκημα των σωματοφυλάκων.
12 Επειδή, λοιπόν, ταπεινώθηκε, αποστράφηκε απ' αυτόν ο θυμός τού Κυρίου, για να μη τους αφανίσει ολοκληρωτικά· για τον λόγο ότι, υπήρχαν ακόμα αγαθά πράγματα στον Ιούδα.
13 Και ο βασιλιάς Ροβοάμ ενδυναμώθηκε στην Ιερουσαλήμ, και βασίλευσε· επειδή, ο Ροβοάμ ήταν ηλικίας 41 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 17 χρόνια στην Ιερουσαλήμ, στην πόλη που ο Κύριος είχε διαλέξει από όλες τις φυλές τού Ισραήλ, για να βάλει εκεί το όνομά του. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Νααμά, η Αμμωνίτισσα.
14 Και έπραξε πονηρά, επειδή δεν προσήλωσε την καρδιά του στο να εκζητεί τον Κύριο.
15 Και οι πράξεις του Ροβοάμ, οι πρώτες και οι τελευταίες, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο τού προφήτη Σεμαϊα, και του Ιδδώ τού βλέποντα, στις γενεαλογίες; Και υπήρχαν πάντοτε πόλεμοι ανάμεσα στον Ροβοάμ και στον Ιεροβοάμ.
16 Και ο Ροβοάμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε στην πόλη του Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αβιά, ο γιος του.




Κεφάλαιο 13

1 Και ο Αβιά βασίλευσε επάνω στον Ιούδα στον 18ο χρόνο τού βασιλιά Ιεροβοάμ.
2 Βασίλευσε τρία χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Μιχαϊα, θυγατέρα τού Ουριήλ από τη Γαβαά. Και υπήρχε πόλεμος ανάμεσα στον Αβιά και στον Ιεροβοάμ.
3 Και ο Αβιά παρατάχθηκε σε μάχη με στρατό από δυνατούς πολεμιστές, 400.000 εκλεκτούς άνδρες· και ο Ιεροβοάμ παρατάχθηκε εναντίον του σε μάχη με 800.000 από εκλεκτούς άνδρες, ισχυρούς με δύναμη.
4 Και αφού ο Αβιά σηκώθηκε επάνω στο βουνό Σεμαραϊμ, που είναι στο βουνό τού Εφραϊμ, είπε: Ακούστε με, Ιεροβοάμ, και ολόκληρος ο λαός Ισραήλ·
5 δεν πρέπει να γνωρίσετε, ότι ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ έδωσε για πάντα στον Δαβίδ τη βασιλεία του επάνω στον Ισραήλ, σ' αυτόν και στους γιους του, με συνθήκη αλατιού;
6 Αλλά, ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, ο δούλος τού Σολομώντα, του γιου τού Δαβίδ, σηκώθηκε, και επαναστάτησε εναντίον τού κυρίου του·
7 και συγκεντρώθηκαν κοντά του άνθρωποι μηδαμινοί, αχρείοι, και ενδυναμώθηκαν ενάντια στον Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα, όταν ο Ροβοάμ ήταν νέος, και απαλός στην καρδιά, και δεν μπορούσε να τους αντισταθεί·
8 και, τώρα, εσείς λέτε να αντισταθείτε στη βασιλεία τού Κυρίου, που δόθηκε στα χέρια των γιων τού Δαβίδ, επειδή είστε ένα μεγάλο πλήθος, και έχετε μαζί σας χρυσά μοσχάρια, που ο Ιεροβοάμ σάς τα έκανε για θεούς·
9 δεν αποβάλατε τους ιερείς τού Κυρίου, τους γιους τού Ααρών, και τους Λευίτες, και κάνατε στον εαυτό σας ιερείς σύμφωνα με τα έθνη τής γης; Καθένας που έρχεται να γίνει ιερέας με ένα μοσχάρι βοδιού και επτά κριάρια, γίνεται ιερέας στους μη θεούς·
10 αλλ' εμείς έχουμε τον Κύριο τον Θεό μας, και δεν τον εγκαταλείπουμε· και οι ιερείς, που υπηρετούν τον Κύριο, είναι οι γιοι τού Ααρών· και οι Λευίτες, στην εργασία·
11 και καίνε κάθε πρωί και κάθε εσπέρα ολοκαυτώματα και ευώδες θυμίαμα στον Κύριο· και παραθέτουν τούς άρτους τής πρόθεσης επάνω στο καθαρό τραπέζι, και τη χρυσή λυχνία, και τα λυχνάρια της, για να καίει κάθε εσπέρα· επειδή, εμείς φυλάττουμε την υπηρεσία τού Κυρίου τού Θεού μας· εσείς, όμως, τον εγκαλείψατε·
12 και δέστε, αυτός ο Θεός είναι μαζί μας, επικεφαλής, και οι ιερείς του με ηχηρές σάλπιγγες, για να ηχούν εναντίον σας. Γιοι Ισραήλ, μη πολεμάτε εναντίον τού Κυρίου τού Θεού των πατέρων σας· επειδή, δεν θα ευοδωθείτε.
13 Και ο Ιεροβοάμ έστρεψε την ενέδρα για να γυρίσει από πίσω τους· και ήσαν κατά πρόσωπο του Ιούδα, και η ενέδρα από πίσω τους.
14 Και όταν ο Ιούδας κοίταξε ολόγυρα, ξάφνου, η μάχη ήταν από μπροστά και από πίσω τους· και βόησαν στον Κύριο, και οι ιερείς σάλπισαν με τις σάλπιγγες.
15 Τότε, οι άνδρες τού Ιούδα αλάλαξαν· και καθώς αλάλαξαν οι άνδρες του Ιούδα, ο Θεός πάταξε τον Ιεροβοάμ, και ολόκληρο τον Ισραήλ, μπροστά στον Αβιά και στον Ιούδα.
16 Και οι γιοι τού Ισραήλ έφυγαν μπροστά από τον Ιούδα. Και ο Θεός τούς παρέδωσε στο χέρι τους.
17 Και ο Αβιά και ο λαός έκαναν σ' αυτούς μια μεγάλη σφαγή· και έπεσαν από τον Ισραήλ 500.000 τραυματίες, εκλεκτοί άνδρες.
18 Και οι γιοι Ισραήλ ταπεινώθηκαν κατά τον καιρό εκείνο, ενώ οι γιοι τού Ιούδα υπερίσχυσαν, επειδή έλπισαν στον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
19 Και ο Αβιά καταδίωξε πίσω από τον Ιεροβοάμ, και πήρε απ' αυτόν πόλεις, τη Βαιθήλ και τις κωμοπόλεις της, και την Ιεσανά και τις κωμοπόλεις της, και την Εφραϊν και τις κωμοπόλεις της.
20 Και ο Ιεροβοάμ δεν ανέλαβε πλέον δύναμη στις ημέρες τού Αβιά, αλλά τον πάταξε ο Κύριος, και πέθανε.
21 Και ο Αβιά ενδυναμώθηκε· και πήρε για τον εαυτό του 14 γυναίκες, και γέννησε 22 γιους και 16 θυγατέρες.
22 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αβιά, και οι δρόμοι του, και τα λόγια του, είναι γραμμένα στην εξιστόρηση του προφήτη Ιδδώ.




Κεφάλαιο 14

1 ΚΑΙ ο Αβιά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ασά, ο γιος του. Στις ημέρες του η γη ησύχασε δέκα χρόνια.
2 Και ο Ασά έκανε το καλό και το ευθύ μπροστά στον Κύριο τον Θεό του·
3 επειδή, αφαίρεσε τα θυσιαστήρια των ξένων θεών, και τους ψηλούς τόπους, και κατασύντριψε τα αγάλματα, και κατέκοψε τα άλση·
4 και είπε στον Ιούδα να εκζητούν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, και να εκτελούν τους νόμους και τις εντολές.
5 Ακόμα, αφαίρεσε τους ψηλούς τόπους, και τα είδωλα από όλες τις πόλεις τού Ιούδα· και το βασίλειο ησύχασε μπροστά του.
6 Και οικοδόμησε οχυρές πόλεις στη γη τού Ιούδα· επειδή η γη είχε ησυχάσει, και δεν υπήρχε σ' αυτόν πόλεμος στα χρόνια εκείνα, για τον λόγο ότι ο Κύριος του είχε δώσει ανάπαυση.
7 Γι' αυτό, είπε στον Ιούδα: Ας οικοδομήσουμε αυτές τις πόλεις, και ας κάνουμε γύρω τους τείχη, και πύργους, πύλες, και μοχλούς, εφόσον είμαστε κύριοι της γης, επειδή εκζητήσαμε τον Κύριο τον Θεό μας· τον εκζητήσαμε, και μας έδωσε ολόγυρα ανάπαυση. Και οικοδόμησαν και ευοδώθηκαν.
8 Ο Ασά, μάλιστα, είχε στρατό από τον Ιούδα 300.000, που έφερναν επιμήκεις ασπίδες και λόγχες· και από τον Βενιαμίν, 280.000, ασπιδοφόρους και τοξότες· όλοι αυτοί ήσαν ισχυροί με δύναμη.
9 Και εναντίον τους βγήκε ο Αιθίοπας, ο Ζερά, με 1.000.000 στρατό, και με 300 άμαξες, και ήρθε μέχρι τη Μαρησά.
10 Και ο Ασά βγήκε εναντίον του, και παρατάχθηκαν σε μάχη στη φάραγγα Σεφαθά, κοντά στη Μαρησά.
11 Και ο Ασά βόησε στον Κύριο τον Θεό του, και είπε: Κύριε, δεν είναι σε σένα τίποτε να βοηθάς εκείνους που έχουν πολλή ή καμιά δύναμη· βοήθησέ μας, Κύριε Θεέ μας· επειδή, έχουμε εμπιστευθεί σε σένα, και ερχόμαστε στο όνομά σου ενάντια σ' αυτό το πλήθος· Κύριε, εσύ είσαι ο Θεός μας· ας μη υπερισχύσει άνθρωπος εναντίον σου.
12 Και ο Κύριος πάταξε τους Αιθίοπες μπροστά στον Ασά, και μπροστά στον Ιούδα· και οι Αιθίοπες έφυγαν.
13 Και ο Ασά και ο λαός μαζί του τους καταδίωξαν μέχρι τα Γέραρα· και έπεσαν από τους Αιθίοπες τόσοι πολλοί, ώστε δεν μπορούσαν πλέον να συνέλθουν· επειδή, συντρίφτηκαν μπροστά στον Κύριο, και μπροστά στον στρατό του· και πήραν λάφυρα πολλά, σε υπερβολικό βαθμό.
14 Και πάταξαν τις πόλεις ολόγυρα από τα Γέραρα· επειδή, ο φόβος τού Κυρίου έπεσε επάνω τους· και λαφυραγώγησαν όλες τις πόλεις· επειδή, μέσα σ' αυτές υπήρχαν πολλά λάφυρα.
15 Ακόμα, πάταξαν και τις επαύλεις των ποιμνίων, και πήραν πολλά πρόβατα και καμήλες, και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.




Κεφάλαιο 15

1 ΤΟΤΕ, ήρθε το Πνεύμα τού Θεού επάνω στον Αζαρία, τον γιο τού Ωδήδ·
2 και βγήκε σε συνάντηση του Ασά, και του είπε: Ακούστε με, Ασά, και ολόκληρος ο Ιούδας και ο Βενιαμίν: Ο Κύριος είναι με σας, όταν εσείς είστε μ' αυτόν· και αν τον εκζητάτε, θα βρεθεί σε σας· αν, όμως, τον εγκαταλείψετε, θα σας εγκαταλείψει·
3 πολύ καιρό μεν ο Ισραήλ στάθηκε χωρίς τον αληθινό Θεό, και χωρίς ιερέα που να διδάσκει, και χωρίς νόμο·
4 όταν, όμως, στη στενοχώρια τους γύρισαν στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, και τον εκζήτησαν, βρέθηκε σ' αυτούς·
5 και στους καιρούς εκείνους δεν υπήρχε ειρήνη στον εξερχόμενο, και στον εισερχόμενο, αλλ' υπήρχαν μεγάλες ταραχές επάνω σε όλους τους κατοίκους των τόπων·
6 και φθειρόταν έθνος από έθνος, και πόλη από πόλη· επειδή, ο Θεός τούς κατέθλιβε με κάθε στενοχώρια·
7 εσείς, όμως, ενδυναμώνεστε, και ας μη είναι χαλαρωμένα τα χέρια σας· επειδή, στο έργο σας θα υπάρξει μισθός.
8 Και όταν ο Ασά άκουσε αυτά τα λόγια, και την προφητεία τού προφήτη Ωδήδ, ενδυναμώθηκε, και απέβαλε τα βδελύγματα από ολόκληρη τη γη τού Ιούδα και του Βενιαμίν, και από τις πόλεις που πήρε από το βουνό Εφραϊμ, και ανανέωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, που ήταν μπροστά στον πρόναο του Κυρίου.
9 Και συγκέντρωσε ολόκληρο τον Ιούδα και τον Βενιαμίν, και εκείνους που παροικούσαν κοντά τους, από τον Εφραϊμ και τον Μανασσή, και από τον Συμεών· επειδή, πολλοί από τον Ισραήλ προσχώρησαν σ' αυτόν, βλέποντας ότι ο Κύριος ο Θεός του ήταν μαζί του.
10 Και συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ, κατά τον τρίτο μήνα, του 15ου χρόνου τής βασιλείας τού Ασά.
11 Και πρόσφεραν στον Κύριο θυσίες, εκείνη την ημέρα, από τα λάφυρα που έφεραν, 700 βόδια, και 7.000 πρόβατα.
12 Και μπήκαν σε συνθήκη να εκζητήσουν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, από ολόκληρη την καρδιά τους και από ολόκληρη την ψυχή τους·
13 και κάθε ένας που δεν θα εκζητήσει τον Κύριο τον Θεό του Ισραήλ, να θανατώνεται, από μικρόν μέχρι μεγάλον, από άνδρα μέχρι γυναίκα.
14 Και ορκίστηκαν στον Κύριο, με δυνατή φωνή, και με αλαλαγμό, και με σάλπιγγα, και με κεράτινες σάλπιγγες.
15 Και ολόκληρος ο Ιούδας ευφράνθηκε στον όρκο· επειδή, ορκίστηκαν από ολόκληρη την καρδιά τους, και τον εκζήτησαν με ολόκληρη τη θέλησή τους· και βρέθηκε σ' αυτούς· και ο Κύριος τους έδωσε ανάπαυση ολόγυρα.
16 Ακόμα και τη Μααχά, τη μητέρα τού βασιλιά Ασά, την απέβαλε από το να είναι βασίλισσα, επειδή έκανε ένα είδωλο στο άλσος· και ο Ασά κατέκοψε το είδωλό της, και το σύντριψε και το έκαψε στον χείμαρρο των Κέδρων.
17 Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν αφαιρέθηκαν από τον Ισραήλ· εντούτοις, η καρδιά τού Ασά ήταν τέλεια όλες τις ημέρες του.
18 Και έφερε στον οίκο τού Θεού τα αφιερώματα του πατέρα του, και τα δικά του αφιερώματα, ασήμι, χρυσάφι, και σκεύη.
19 Και δεν έγινε πόλεμος μέχρι τον 35ο χρόνο τής βασιλείας τού Ασά.




Κεφάλαιο 16

1 Στον 36ο χρόνο τής βασιλείας τού Ασά, ο Βαασά, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, ανέβηκε ενάντια στον Ιούδα, και οικοδόμησε τη Ραμά, για να μη αφήνει κανέναν να βγαίνει ούτε να μπαίνει προς τον Ασά, τον βασιλιά τού Ιούδα.
2 Τότε, ο Ασά έβγαλε το ασήμι και το χρυσάφι από τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του παλατιού τού βασιλιά, και τα έστειλε στον Βεν-αδάδ, τον βασιλιά τής Συρίας, που κατοικούσε στη Δαμασκό, λέγοντας:
3 Ας γίνει συνθήκη ανάμεσα σε μένα και σε σένα, όπως υπήρχε και ανάμεσα στον πατέρα μου και τον πατέρα σου· δες, σου έστειλα ασήμι και χρυσάφι· πήγαινε, διάλυσε τη συνθήκη σου, που έχεις με τον Βαασά, τον βασιλιά τού Ισραήλ, για να αναχωρήσει από μένα.
4 Και ο Βεν-αδάδ εισάκουσε τον βασιλιά Ασά, και έστειλε τους αρχηγούς των δυνάμεών του ενάντια στις πόλεις τού Ισραήλ· και πάταξαν την Ιιών, και τη Δαν, και την Αβέλ-μαϊμ, και όλες τις αποθήκες των πόλεων του Νεφθαλί.
5 Και καθώς ο Βαασά το άκουσε, σταμάτησε να οικοδομεί τη Ραμά, και εγκατέλειψε το έργο του.
6 Και ο βασιλιάς Ασά παρέλαβε ολόκληρο τον Ιούδα, και σήκωσαν τις πέτρες τής Ραμά, και τα ξύλα της, με τα οποία οικοδομούσε ο Βαασά· και μ' αυτά οικοδόμησε τη Γαβαά και τη Μισπά.
7 Και κατά τον καιρό εκείνο, ο Ανανί, ο βλέπων, ήρθε στον Ασά, τον βασιλιά τού Ιούδα, και του είπε: Επειδή, στηρίχθηκες επάνω στον βασιλιά τής Συρίας, και δεν στηρίχθηκες επάνω στον Κύριο τον Θεό σου, γι' αυτό ο στρατός τού βασιλιά τής Συρίας ξέφυγε από το χέρι σου·
8 οι Αιθίοπες και οι Λίβυοι δεν ήσαν μεγάλος στρατός, με πολυάριθμες άμαξες και καβαλάρηδες; Επειδή, όμως, στηρίχθηκες στον Κύριο, τους παρέδωσε στο χέρι σου·
9 δεδομένου ότι, τα μάτια τού Κυρίου περιτρέχουν διαμέσου ολόκληρης της γης, για να φανεί δυνατός σε όσους έχουν την καρδιά τους τέλεια προς αυτόν· σε τούτο έπραξες με αφροσύνη· γι' αυτό, στο εξής θα έχεις πολέμους.
10 Και ο Ασά οργίστηκε ενάντια στον βλέποντα, και τον έβαλε σε φυλακή· επειδή, για το πράγμα αυτό αγανάκτησε εναντίον του. Και ο Ασά κατέθλιψε μερικούς από τον λαό κατά τον καιρό εκείνο.
11 Και δέστε, οι πράξεις τού Ασά, οι πρώτες και οι τελευταίες, δέστε, είναι γραμμένες στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ.
12 Και ο Ασά αρρώστησε στα πόδια του στον 39ο χρόνο τής βασιλείας του, μέχρις ότου η αρρώστια του έγινε πολύ μεγάλη· όμως, ούτε στην αρρώστια του εκζήτησε τον Κύριο, αλλά τους γιατρούς.
13 Και ο Ασά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και πέθανε τον 41ο χρόνο τής βασιλείας του.
14 Και τον έθαψαν στον τάφο του, που είχε σκάψει για τον εαυτό του στην πόλη τού Δαβίδ, και τον έβαλαν επάνω σε κρεβάτι γεμάτο από ευωδία και διάφορα μυρεψικά αρώματα· και του έκαναν μια υπερβολικά μεγάλη καύση.




Κεφάλαιο 17

1 ΚΑΙ αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωσαφάτ, ο γιος του, και ενδυναμώθηκε ενάντια στον Ισραήλ.
2 Και έβαλε δυνάμεις σε όλες τις οχυρές πόλεις τού Ιούδα, και εγκατέστησε φρουρές στη γη τού Ιούδα, και στις πόλεις τού Εφραϊμ, που είχε κυριεύσει ο Ασά ο πατέρας του.
3 Και ο Κύριος ήταν μαζί με τον Ιωσαφάτ, επειδή περπάτησε στους δρόμους τού Δαβίδ τού πατέρα του, τους πρώτους δρόμους, και δεν εκζήτησε τους Βααλείμ·
4 αλλ' εκζήτησε τον Θεό τού πατέρα του, και περπάτησε στις εντολές του, και όχι σύμφωνα με τα έργα τού Ισραήλ.
5 Γι' αυτό, ο Κύριος στερέωσε στο χέρι του τη βασιλεία· και ολόκληρος ο Ιούδας έδωσε στον Ιωσαφάτ δώρα· και απέκτησε πλούτο και πολλή δόξα.
6 Και η καρδιά του υψώθηκε στους δρόμους τού Κυρίου· κι ακόμα, αφαίρεσε από τον Ιούδα τους ψηλούς τόπους και τα άλση.
7 Και στον τρίτο χρόνο της βασιλείας του, έστειλε τους άρχοντές του, τον Βεν-αϊλ, και τον Οβαδία, και τον Ζαχαρία, και τον Ναθαναήλ, και τον Μιχαϊα, για να διδάσκουν στις πόλεις τού Ιούδα·
8 και μαζί τους, τους Λευίτες, τον Σεμαϊα, και τον Ναθανία, και τον Ζεβαδία, και τον Ασαήλ, και τον Σεμιραμώθ, και τον Ιωνάθαν, και τον Αδωνία, και τον Τωβία, και τον Τωβ-αδωνία, τους Λευίτες· και μαζί τους, τον Ελισαμά και τον Ιωράμ, τους ιερείς·
9 και δίδασκαν στον Ιούδα, έχοντας μαζί τους το βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου, και περιέρχονταν σε όλες τις πόλεις του Ιούδα, και δίδασκαν τον λαό.
10 Και φόβος Κυρίου έπεσε επάνω σε όλα τα βασίλεια των τόπων ολόγυρα από τον Ιούδα, και δεν πολεμούσαν ενάντια στον Ιωσαφάτ.
11 Και από τους Φιλισταίους έφεραν δώρα στον Ιωσαφάτ, και φόρο από ασήμι· ακόμα και οι Άραβες έφεραν σ' αυτόν κοπάδια κριαριών 7.700, και τράγων 7.700.
12 Και ο Ιωσαφάτ προχωρούσε μεγαλυνόμενος υπερβολικά· και οικοδόμησε φρούρια στον Ιούδα, και πόλεις αποθηκών.
13 Και είχε πολλά έργα στις πόλεις τού Ιούδα· και πολεμιστές άνδρες, ισχυρούς με δύναμη, στην Ιερουσαλήμ.
14 Κι αυτοί είναι οι αριθμοί τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατριών τους· από τον Ιούδα, χιλίαρχοι, ο Αδνά ο αρχηγός, και μαζί του ισχυροί με δύναμη, 300.000.
15 Και ύστερα απ' αυτόν, ο Ιωανάν ο αρχηγός, και μαζί του 280.000.
16 Και ύστερα απ' αυτόν, ο Αμασίας, ο γιος τού Ζιχρί, που πρόθυμα πρόσφερε τον εαυτό του στον Κύριο· και μαζί του 200.000 ισχυροί με δύναμη.
17 Και από τον Βενιαμίν, ισχυρός με δύναμη, ο Ελιαδά και μαζί του τοξότες και ασπιδοφόροι, 200.000.
18 Και ύστερα απ' αυτόν, ο Ιωζαβάδ, και μαζί του 180.000 οπλισμένοι για πόλεμο.
19 Αυτοί ήσαν που υπηρετούσαν τον βασιλιά, εκτός από όσους ο βασιλιάς έβαλε στις οχυρές πόλεις σε ολόκληρο τον Ιούδα.




Κεφάλαιο 18

1 ΚΑΙ ο Ιωσαφάτ είχε πλούτο και πολλή δόξα· και συμπεθέρεψε με τον Αχαάβ.
2 Και μετά από χρόνια κατέβηκε στον Αχαάβ στη Σαμάρεια. Και ο Αχαάβ έσφαξε πρόβατα και βόδια σε αφθονία γι' αυτόν, και για τον λαό που ήταν μαζί του, και τον έπεισε να ανέβει μαζί του στη Ραμώθ-γαλαάδ.
3 Και ο Αχαάβ, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, είπε στον Ιωσαφάτ, τον βασιλιά τού Ιούδα: Έρχεσαι μαζί μου στη Ραμώθ-γαλαάδ; Κι εκείνος του απάντησε: Εγώ είμαι όπως εσύ, και ο λαός μου όπως ο λαός σου· και στον πόλεμο θα είμαστε μαζί σου.
4 Και ο Ιωσαφάτ είπε στον βασιλιά του Ισραήλ: Ρώτησε σήμερα, παρακαλώ, τον λόγο τού Κυρίου.
5 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ συγκέντρωσε τους προφήτες, 400 άνδρες, και τους είπε: Να πάμε στη Ραμώθ-γαλαάδ, για να πολεμήσουμε; Ή, να απέχω; Κι εκείνοι είπαν: Ανέβα, και ο Θεός θα την παραδώσει στο χέρι τού βασιλιά.
6 Και ο Ιωσαφάτ είπε: Δεν υπάρχει εδώ ακόμα ένας προφήτης τού Κυρίου, για να τον ρωτήσουμε διαμέσου αυτού;
7 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στον Ιωσαφάτ: Υπάρχει ακόμα ένας άνθρωπος, διαμέσου τού οποίου μπορούμε να ρωτήσουμε τον Κύριο· όμως, εγώ τον μισώ· επειδή, δεν προφητεύει κάτι καλό για μένα, αλλά πάντοτε κακό· είναι ο Μιχαϊας, ο γιος τού Ιεμλά. Και ο Ιωσαφάτ είπε: Ας μη μιλάει έτσι ο βασιλιάς.
8 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ κάλεσε έναν ευνούχο, και είπε: Βιάσου να φέρεις τον Μιχαϊα, τον γιο τού Ιεμλά.
9 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, κάθονταν, κάθε ένας επάνω στον θρόνο του, ντυμένοι με στολές, και κάθονταν σε έναν ανοιχτό τόπο προς την είσοδο της πύλης τής Σαμάρειας· και όλοι οι προφήτες προφήτευαν μπροστά τους.
10 Και ο Σεδεκίας, ο γιος τού Χαναανά, είχε κάνει για τον εαυτό του σιδερένια κέρατα, και είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Μ' αυτά θα κερατίσεις τούς Συρίους, μέχρις ότου τους συντελέσεις.
11 Και όλοι οι προφήτες προφήτευαν το ίδιο, λέγοντας: Ανέβα στη Ραμώθ-γαλαάδ, και ευοδώσου· επειδή, ο Κύριος θα την παραδώσει στο χέρι τού βασιλιά.
12 Και ο μηνυτής, που πήγε να καλέσει τον Μιχαϊα, του είπε, λέγοντας: Δες, τα λόγια των προφητών με ένα στόμα φανερώνουν καλό για τον βασιλιά· ο λόγος σου, λοιπόν, ας είναι, παρακαλώ, όπως ενός από εκείνους, και να μιλήσεις το καλό.
13 Και ο Μιχαϊας είπε: Ζει ο Κύριος, ό,τι μου πει ο Θεός, αυτό θα μιλήσω.
14 Ήρθε, λοιπόν, στον βασιλιά, και του είπε ο βασιλιάς: Μιχαϊα, να πάμε στη Ραμώθ-γαλαάδ για να πολεμήσουμε; Ή, να απέχω; Κι εκείνος είπε: Ανεβείτε και ευοδώνεστε, επειδή θα παραδοθούν στο χέρι σας.
15 Και του είπε ο βασιλιάς: Μέχρι πόσες φορές θα σε ορκίζω, να μη μου λες παρά την αλήθεια στο όνομα του Κυρίου;
16 Κι εκείνος είπε: Είδα ολόκληρο τον Ισραήλ διασπαρμένον επάνω στα βουνά, σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα· και ο Κύριος είπε: Αυτοί δεν έχουν κύριο· ας γυρίσει κάθε ένας στο σπίτι του με ειρήνη.
17 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στον Ιωσαφάτ: Δεν σου είπα ότι δεν θα προφητεύσει καλό για μένα, αλλά κακό;
18 Και ο Μιχαϊας είπε: Ακούστε, λοιπόν, τον λόγο τού Κυρίου: Είδα τον Κύριο να κάθεται επάνω στον θρόνο του, και ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού να στέκεται από τα δεξιά του και από τα αριστερά του.
19 Και ο Κύριος είπε: Ποιος θα εξαπατήσει τον Αχαάβ, τον βασιλιά τού Ισραήλ, ώστε να ανέβει και να πέσει στη Ραμώθ-γαλαάδ; Και ο μεν ένας μίλησε λέγοντας έτσι, ο δε άλλος λέγοντας έτσι.
20 Τότε, βγήκε το πνεύμα, και στάθηκε μπροστά στον Κύριο, και είπε: Εγώ θα τον εξαπατήσω. Και ο Κύριος του είπε: Με ποιον τρόπο;
21 Και είπε: Θα βγω, και θα είμαι πνεύμα ψέματος στο στόμα όλων των προφητών του. Και ο Κύριος είπε: Θα εξαπατήσεις, και μάλιστα θα κατορθώσεις· βγες, και κάνε έτσι.
22 Τώρα, λοιπόν, δες, ο Κύριος έβαλε πνεύμα ψέματος στο στόμα αυτών των προφητών σου, και ο Κύριος μίλησε για σένα κακό.
23 Τότε, αφού πλησίασε ο Σεδεκίας, ο γιος τού Χαναανά, χαστούκισε τον Μιχαϊα επάνω στο σαγόνι, και είπε: Από ποιον δρόμο πέρασε το πνεύμα τού Κυρίου από μένα, για να μιλήσει σε σένα;
24 Και ο Μιχαϊας είπε: Πρόσεξε, θα δεις, κατά την ημέρα που θα μπαίνεις από δωμάτιο σε δωμάτιο, για να κρυφτείς.
25 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε: Πιάστε τον Μιχαϊα, και ξαναφέρτε τον στον Αμών, τον άρχοντα της πόλης, και στον Ιωάς, τον γιο τού βασιλιά,
26 και πείτε: Έτσι λέει ο βασιλιάς: Βάλτε τον στη φυλακή, και να τον τρέφετε με ψωμί θλίψης και με νερό θλίψης, μέχρις ότου επιστρέψω με ειρήνη.
27 Και ο Μιχαϊας είπε: Αν πραγματικά επιστρέψεις με ειρήνη, ο Κύριος δεν μίλησε με μένα. Και είπε: Ακούστε το εσείς, όλοι οι λαοί.
28 Και ανέβηκε ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και ο βασιλιάς τού Ιούδα, ο Ιωσαφάτ, στη Ραμώθ-γαλαάδ.
29 Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στον Ιωσαφάτ: Εγώ θα μετασχηματιστώ, και θα μπω στη μάχη· εσύ, όμως, ντύσου τη στολή σου. Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ μετασχηματίστηκε, και μπήκαν στη μάχη.
30 Και ο βασιλιάς τής Συρίας είχε προστάξει τους άρχοντες των αμαξών του, λέγοντας: Μη πολεμάτε ούτε μικρόν ούτε μεγάλον, αλλά μονάχα τον βασιλιά τού Ισραήλ.
31 Και καθώς οι άρχοντες των αμαξών είδαν τον Ιωσαφάτ, τότε αυτοί είπαν: Αυτός είναι ο βασιλιάς τού Ισραήλ· και τον περικύκλωσαν για να τον πολεμήσουν· αλλ' ο Ιωσαφάτ αναβόησε, και τον βοήθησε ο Κύριος· και ο Θεός τούς απέστρεψε απ' αυτόν.
32 Και βλέποντας οι άρχοντες των αμαξών ότι δεν ήταν ο βασιλιάς τού Ισραήλ, γύρισαν από την καταδίωξή του.
33 Και κάποιος άνθρωπος, τοξεύοντας άσκοπα, χτύπησε τον βασιλιά τού Ισραήλ ανάμεσα στις αρθρώσεις τού θώρακα· κι εκείνος είπε στον ηνίοχο: Στρέψε το χέρι σου, και βγάλε με από τον στρατό, επειδή πληγώθηκα.
34 Και η μάχη μεγάλωσε κατά την ημέρα εκείνη· και ο βασιλιάς τού Ισραήλ στεκόταν επάνω στην άμαξα κατάντικρυ στους Συρίους μέχρι την εσπέρα· και γύρω στη δύση τού ήλιου πέθανε.




Κεφάλαιο 19

1 Και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, επέστρεψε στο σπίτι του με ειρήνη, στην Ιερουσαλήμ.
2 Και βγήκε σε συνάντησή του ο Ιηού, ο γιος τού Ανανί, ο βλέπων, και είπε στον βασιλιά Ιωσαφάτ: Βοηθάς τον ασεβή, και αγαπάς αυτούς που μισούν τον Κύριο; Γι' αυτό, οργή από τον Κύριο είναι επάνω σου·
3 εντούτοις, βρέθηκαν σε σένα καλά πράγματα, επειδή αφαίρεσες τα άλση από τη γη, και κατεύθυνες την καρδιά σου στο να εκζητάς τον Κύριο.
4 ΚΑΙ ο Ιωσαφάτ κατοίκησε στην Ιερουσαλήμ· έπειτα, πέρασε πάλι μέσα από τον λαό, από τη Βηρ-σαβεέ μέχρι το βουνό Εφραϊμ, και τους επέστρεψε στον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
5 Και εγκατέστησε στη γη κριτές, σε όλες τις οχυρές πόλεις τού Ιούδα, σε κάθε μία πόλη.
6 Και στους κριτές είπε: Δείτε τι κάνετε εσείς· επειδή, δεν κρίνετε κρίση ανθρώπου, αλλά του Κυρίου, ο οποίος είναι μαζί σας όταν βγάζετε κρίση·
7 τώρα, λοιπόν, ας είναι επάνω σας ο φόβος τού Κυρίου· προσέχετε στις πράξεις σας· επειδή, δεν υπάρχει αδικία στον Κύριο τον Θεό μας, ούτε προσωποληψία ούτε δωροδοκία.
8 Κι ακόμα, ο Ιωσαφάτ εγκατέστησε στην Ιερουσαλήμ κριτές από τους Λευίτες, και από τους ιερείς, και από τους αρχηγούς των πατριών τού Ισραήλ, για την κρίση τού Κυρίου, και για τις διαφορές, και προσέτρεχαν στην Ιερουσαλήμ.
9 Και τους πρόσταξε, λέγοντας: Έτσι θα κάνετε με φόβο Κυρίου, με πίστη, και με τέλεια καρδιά·
10 και οποιαδήποτε διαφορά έρθει σε σας από τους αδελφούς σας, αυτών που κατοικούν στις πόλεις τους, ανάμεσα σε αίμα και αίμα, ανάμεσα σε νόμο και εντολή, διατάγματα και νόμιμα, θα τους νουθετείτε, για να μη γίνονται ένοχοι στον Κύριο, και έρθει οργή επάνω σε σας, κι επάνω στους αδελφούς σας· έτσι να κάνετε, και δεν θα γίνεστε ένοχοι·
11 και δέστε, ο Αμαρίας, ο ιερέας, θα είναι ο αρχηγός σας σε κάθε υπόθεση του Κυρίου, και ο Ζεβαδίας, ο γιος τού Ισραήλ, ο άρχοντας της οικογένειας του Ιούδα, σε κάθε υπόθεση του βασιλιά· και οι Λευίτες θα είναι επιστάτες μπροστά σας· γίνεστε ανδρείοι και εκτελείτε, και ο Κύριος ο Θεός σας θα είναι με τον αγαθό.




Κεφάλαιο 20

1 ΚΑΙ ύστερα απ' αυτά, ήρθαν ενάντια στον Ιωσαφάτ οι γιοι τού Μωάβ, και οι γιοι τού Αμμών, και μαζί τους και άλλοι, εκτός από τους Αμμωνίτες, για να τον πολεμήσουν.
2 Και ήρθαν και ανήγγειλαν στον Ιωσαφάτ, λέγοντας: Ένα μεγάλο πλήθος έρχεται εναντίον σου, από την πέρα περιοχή τής θάλασσας, από τη Συρία· και δες, είναι στην Ασασών-θαμάρ, που είναι η Εν-γαδδί.
3 Και ο Ιωσαφάτ φοβήθηκε, και δόθηκε στο να εκζητάει τον Κύριο, και κήρυξε νηστεία σε ολόκληρο τον Ιούδα.
4 Και οι άνδρες τού Ιούδα συγκεντρώθηκαν, για να ζητήσουν βοήθεια από τον Κύριο· από όλες, ακόμα, τις πόλεις τού Ιούδα ήρθαν να ζητήσουν τον Κύριο.
5 Και ο Ιωσαφάτ στάθηκε στη συγκέντρωση του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, και στον οίκο τού Κυρίου, προς το πρόσωπο της νέας αυλής,
6 και είπε: Κύριε, Θεέ των πατέρων μας, δεν είσαι εσύ ο Θεός που είσαι στον ουρανό; Και δεν είσαι εσύ που είσαι κυρίαρχος επάνω σε όλα τα βασίλεια των εθνών, και στο χέρι σου δεν είναι η δύναμη και η ισχύ, και κανένας δεν μπορεί να σου αντισταθεί;
7 Δεν είσαι εσύ ο Θεός μας, αυτός που εκδίωξες τους κατοίκους αυτής τής γης μπροστά από τον λαό σου τον Ισραήλ, και την έδωσες στο σπέρμα τού Αβραάμ τού αγαπητού σου στον αιώνα;
8 Και σ' αυτή κατοίκησαν, και οικοδόμησαν σε σένα αγιαστήριο για το όνομά σου, λέγοντας:
9 Αν -όταν έρθει επάνω μας κακό, ρομφαία, κρίση ή θανατικό ή πείνα- σταθούμε μπροστά απ' αυτό τον οίκο, και μπροστά σου (επειδή, το όνομά σου βρίσκεται σ' αυτόν τον οίκο), και βοήσουμε σε σένα στη θλίψη μας, τότε θα ακούσεις, και θα σώσεις.
10 Και τώρα, δες, οι γιοι τού Αμμών, και του Μωάβ, και εκείνοι από το βουνό τού Σηείρ, στους οποίους δεν άφησες τον Ισραήλ να πάει, όταν έρχονταν από την Αίγυπτο, αλλά ξέκλιναν απ' αυτούς, και δεν τους εξολόθρευσαν,
11 και δες, πώς μας ανταμείβουν, ερχόμενοι να μας βγάλουν από την κληρονομιά σου, που μας έδωσες να κληρονομήσουμε.
12 Θεέ μας, δεν θα τους κρίνεις; Επειδή, δεν υπάρχει σ' εμάς δύναμη για να αντισταθούμε σ' αυτό το μεγάλο πλήθος που έρχεται εναντίον μας, και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε· αλλ' επάνω σε σένα είναι τα μάτια μας.
13 Και ολόκληρος ο Ιούδας στεκόταν μπροστά στον Κύριο, με τα βρέφη τους, τις γυναίκες τους, και τους γιους τους.
14 Τότε, ήρθε το Πνεύμα τού Κυρίου επάνω στον Ιααζιήλ, τον γιο τού Ζαχαρία, γιου τού Βεναϊα, γιου τού Ιεϊήλ, γιου τού Ματθανία τού Λευίτη, από τους γιους τού Ασάφ, στο μέσον τής συγκέντρωσης·
15 και είπε: Ακούστε, ολόκληρος ο Ιούδας, και εκείνοι που κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ, και εσύ, βασιλιά Ιωσαφάτ: Έτσι λέει σε σας ο Κύριος: Μη φοβάστε ούτε να τρομάζετε από το πρόσωπο αυτού τού μεγάλου πλήθους· επειδή, η μάχη δεν είναι δική σας, αλλά του Θεού·
16 κατεβείτε αύριο εναντίον τους· δέστε, ανεβαίνουν από την ανάβαση Σις· και θα τους βρείτε στην άκρη τού χειμάρρου, μπροστά στην έρημο Ιερουήλ·
17 σ' αυτή τη μάχη δεν θα πολεμήσετε εσείς· παρουσιαστείτε, σταθείτε, και δείτε τη σωτηρία τού Κυρίου μαζί σας, ω, Ιούδα και Ιερουσαλήμ· μη φοβάστε ούτε να τρομάξετε· αύριο να βγείτε εναντίον τους· και μαζί σας ο Κύριος.
18 Και ο Ιωσαφάτ έσκυψε με το πρόσωπό του στη γη· και ολόκληρος ο Ιούδας και όσοι κατοικούσαν στην Ιερουσαλήμ, έπεσαν μπροστά στον Κύριο, προσκυνώντας τον Κύριο.
19 Και σηκώθηκαν οι Λευίτες, από τους γιους των Κααθιτών, και από τους γιους των Κοριτών, για να υμνήσουν τον Κύριο τον Θεό του Ισραήλ, με υψωμένη φωνή, σε υπερβολικά βαθμό.
20 Και αφού σηκώθηκαν το πρωί, βγήκαν προς την έρημο Θεκουέ· και όταν βγήκαν, ο Ιωσαφάτ στάθηκε, και είπε: Ακούστε με, Ιούδα, και όσοι κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ: Πιστέψτε στον Κύριο τον Θεό μας, και θα στερεωθείτε· πιστέψτε στους προφήτες του, και θα ευοδωθείτε.
21 Και αφού συμβουλεύθηκε μαζί με τον λαό, διέταξε τους ψαλτωδούς να ψάλλουν στον Κύριο, και να υμνούν τη μεγαλοπρέπεια της αγιότητάς του, βγαίνοντας μπροστά από τον στρατό, και να λένε: Δοξολογείτε τον Κύριο, επειδή το έλεός του μένει στον αιώνα.
22 Και όταν άρχισαν να ψάλλουν και να υμνούν, ο Κύριος έστησε ενέδρες εναντίον των γιων τού Αμμών, του Μωάβ, και εκείνων από το βουνό τού Σηείρ, που ήρθαν εναντίον τού Ιούδα· και χτυπήθηκαν.
23 Επειδή, σηκώθηκαν οι γιοι τού Αμμών και του Μωάβ εναντίον των κατοίκων τού βουνού τού Σηείρ, για να τους εξολοθρεύσουν και να τους εξαλείψουν· και αφού συντέλεσαν τους κατοίκους τού Σηείρ, βοήθησαν ο ένας τον άλλον για να εξολοθρευτούν.
24 Και καθώς ο Ιούδας ήρθε στη σκοπιά τής ερήμου, σήκωσε τα μάτια του προς το πλήθος, και να, ήσαν νεκρά σώματα πεσμένα καταγής, και δεν διασώθηκε κανένας.
25 Και όταν ο Ιωσαφάτ και ο λαός του ήρθαν για να τους λαφυραγωγήσουν, ανάμεσα στα νεκρά σώματά τους βρήκαν και πλούτη σε αφθονία, και πολύτιμη αποσκευή, και πήραν για τον εαυτό τους τόσα πολλά, ώστε δεν μπορούσαν να τα μεταφέρουν· και στάθηκαν τρεις ημέρες λαφυραγωγώντας, επειδή τα λάφυρα ήσαν πολλά.
26 Και την τέταρτη ημέρα συγκεντρώθηκαν στην κοιλάδα της Ευλογίας· επειδή, εκεί ευλόγησαν τον Κύριο· γι' αυτό, το όνομα εκείνου του τόπου ονομάστηκε Κοιλάδα Ευλογίας, μέχρι τη σημερινή ημέρα.
27 Τότε, όλοι οι άνδρες τού Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, και επικεφαλής τους ο Ιωσαφάτ, κίνησαν για να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ με ευφροσύνη· επειδή, ο Κύριος τους εύφρανε από τους εχθρούς τους.
28 Και ήρθαν στην Ιερουσαλήμ με ψαλτήρια και κιθάρες και σάλπιγγες, στον οίκο τού Κυρίου.
29 Και φόβος Θεού έπεσε επάνω σε όλα τα βασίλεια εκείνων των τόπων, όταν άκουσαν ότι ο Κύριος πολέμησε εναντίον των εχθρών τού Ισραήλ.
30 Και η βασιλεία τού Ιωσαφάτ ησύχασε· επειδή, ο Θεός του έδωσε σ' αυτόν ανάπαυση, ολόγυρα.
31 ΚΑΙ ο Ιωσαφάτ βασίλευσε επάνω στον Ιούδα· ήταν ηλικίας 35 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 25 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αζουβά, θυγατέρα τού Σιλεϊ.
32 Και περπάτησε στον δρόμο τού Ασά, του πατέρα του, και δεν ξέκλινε απ' αυτόν, πράττοντας το ευθύ μπροστά στον Κύριο.
33 Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν αφαιρέθηκαν· επειδή, ο λαός δεν είχαν ακόμα κατευθύνει την καρδιά τους προς τον Θεό των πατέρων τους.
34 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσαφάτ, οι πρώτες και οι τελευταίες, δέστε, είναι γραμμένες στα λόγια τού Ιηού, του γιου τού Ανανί, που καταγράφτηκαν στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ισραήλ.
35 Και ύστερα απ' αυτά, ο Ιωσαφάτ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, ενώθηκε με τον Οχοζία, τον βασιλιά τού Ισραήλ, που είχε πράξει με πολύ ασεβή τρόπο.
36 Και ενώθηκε μαζί του, για να κάνουν πλοία, τα οποία να πλεύσουν στη Θαρσείς· και έκαναν πλοία στην Εσιών-γάβερ.
37 Τότε, ο Ελιέζερ, ο γιος τού Δωδαυά, από τη Μαρησά, προφήτευσε ενάντια στον Ιωσαφάτ, λέγοντας: Επειδή ενώθηκες με τον Οχοζία, ο Κύριος έσπασε τα έργα σου. Και τα πλοία συντρίφτηκαν, και δεν μπόρεσαν να πάνε στη Θαρσείς.




Κεφάλαιο 21

1 ΚΑΙ ο Ιωσαφάτ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους πατέρες του στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωράμ, ο γιος του.
2 Και είχε αδελφούς, γιους του Ιωσαφάτ, τον Αζαρία, και τον Ιεχιήλ, και τον Ζαχαρία, και τον Αζαρία, και τον Μιχαήλ, και τον Σεφατία· όλοι αυτοί ήσαν γιοι τού Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ισραήλ.
3 Και ο πατέρας τους έδωσε σ' αυτούς πολλά δώρα από ασήμι και από χρυσάφι, και από πολύτιμα πράγματα, μαζί με πόλεις οχυρωμένες στη γη τού Ιούδα· τη βασιλεία, όμως, έδωσε στον Ιωράμ, επειδή ήταν ο πρωτότοκος.
4 Και όταν ο Ιωράμ υψώθηκε στη βασιλεία τού πατέρα του, και κραταιώθηκε, θανάτωσε όλους τους αδελφούς του με ρομφαία, ακόμα δε και μερικούς από τους άρχοντες του Ισραήλ.
5 Ο Ιωράμ ήταν ηλικίας 32 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε οκτώ χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
6 Και περπάτησε στον δρόμο των βασιλιάδων τού Ισραήλ, όπως έκανε η οικογένεια του Αχαάβ· επειδή, η γυναίκα του ήταν θυγατέρα τού Αχαάβ· και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο.
7 Αλλ' ο Κύριος δεν θέλησε να εξολοθρεύσει την οικογένεια του Δαβίδ, εξαιτίας τής διαθήκης που είχε κάνει στον Δαβίδ, και επειδή είχε πει να δώσει έναν λύχνο σ' αυτόν, και στους γιους του, πάντοτε.
8 Στις ημέρες του αποστάτησε ο Εδώμ από την υποταγή τού Ιούδα, και έκαναν δικό τους βασιλιά.
9 Και ο Ιωράμ πέρασε μέσα στη γη τους μαζί με τους άρχοντές του, και όλες οι άμαξες μαζί του· και αφού σηκώθηκε τη νύχτα, πάταξε τους Ιδουμαίους, που τον περικύκλωναν, και τους άρχοντες των αμαξών.
10 Έτσι αποστάτησε ο Εδώμ από την υποταγή τού Ιούδα μέχρι αυτή την ημέρα. Τότε, τον ίδιο καιρό αποστάτησε και η Λιβνά από την υποταγή του, επειδή είχε εγκαταλείψει τον Κύριο τον Θεό των πατέρων του.
11 Αυτός ακόμα οικοδόμησε ψηλούς τόπους επάνω στα βουνά τού Ιούδα, και έκανε τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ να πορνεύουν, και αποπλάνησε τον Ιούδα.
12 Και ήρθε σ' αυτόν ένα έγγραφο από τον προφήτη Ηλία, που έλεγε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Δαβίδ τού πατέρα σου· επειδή δεν περπάτησες στους δρόμους τού Ιωσαφάτ τού πατέρα σου, και στους δρόμους τού Ασά, του βασιλιά τού Ιούδα,
13 αλλά περπάτησες στον δρόμο των βασιλιάδων τού Ισραήλ, και έκανες τον Ιούδα και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ να πορνεύσουν, σύμφωνα με τις πορνείες τής οικογένειας του Αχαάβ, ακόμα μάλιστα θανάτωσες τους αδελφούς σου, την οικογένεια του πατέρα σου, τους καλύτερους από σένα,
14 δες, ο Κύριος θα πατάξει με μεγάλη πληγή τον λαό σου, και τα παιδιά σου, και τις γυναίκες σου, και όλα τα υπάρχοντά σου·
15 κι εσύ θα χτυπηθείς με πολλές αρρώστιες, με αρρώστια των εντοσθίων σου, μέχρις ότου βγουν τα εντόσθιά σου από την αρρώστια σου από ημέρα σε ημέρα.
16 Ακόμα, ο Κύριος διέγειρε εναντίον τού Ιωράμ το πνεύμα των Φιλισταίων, και των Αράβων, και των πλησιόχωρων Αιθιόπων·
17 και ανέβηκαν εναντίον τού Ιούδα, και εφόρμησαν επάνω του, και διάρπαξαν όλα τα υπάρχοντα που βρέθηκαν στο σπίτι τού βασιλιά, κι ακόμα τους γιους του, και τις γυναίκες του· ώστε, δεν του έμεινε άλλος γιος, παρά ο Ιωάχαζ, ο νεότερος των γιων του.
18 Ύστερα απ' όλα αυτά, ο Κύριος πάταξε αυτόν στα εντόσθιά του, με ανίατη αρρώστια·
19 και καθώς ο καιρός προχωρούσε, ύστερα από παρέλευση δύο χρόνων, βγήκαν τα εντόσθιά του, από την αρρώστια του, και πέθανε με σκληρούς πόνους. Και ο λαός του δεν του έκανε καύση, σύμφωνα με την καύση των πατέρων του.
20 Ήταν ηλικίας 32 χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ οκτώ χρόνια, και έφυγε χωρίς να είναι ποθητός· και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, όμως όχι στους τάφους των βασιλιάδων.




Κεφάλαιο 22

1 ΚΑΙ οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έκαναν βασιλιά αντ' αυτού τον Οχοζία, τον νεότερο γιο του· επειδή, όλους τους πρεσβύτερους τους θανάτωσαν τα τάγματα που είχαν έρθει στο στρατόπεδο μαζί με τους Άραβες. Και βασίλευσε ο Οχοζίας, ο γιος τού Ιωράμ, του βασιλιά τού Ιούδα.
2 Ο Οχοζίας ήταν 42 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε έναν χρόνο στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Γοθολία, η θυγατέρα τού Αμρί.
3 Κι αυτός περπάτησε στους δρόμους της οικογένειας του Αχαάβ· επειδή, η μητέρα του ήταν σύμβουλός του στο να αμαρτάνει.
4 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως η οικογένεια του Αχαάβ· επειδή, μετά τον θάνατο του πατέρα του, αυτοί ήσαν οι σύμβουλοί του για τον αφανισμό του.
5 Και με τις συμβουλές τους, πήγε μαζί με τον Ιωράμ, τον γιο τού Αχαάβ, τον βασιλιά τού Ισραήλ, σε πόλεμο εναντίον τού Αζαήλ, του βασιλιά τής Συρίας, στη Ραμώθ-γαλαάδ· και οι Σύριοι χτύπησαν τον Ιωράμ.
6 Και γύρισε στην Ιεζραέλ για να γιατρευτεί, εξαιτίας των πληγών, που δέχθηκε στη Ραμά, όταν πολεμούσε εναντίον τού Αζιήλ, του βασιλιά τής Συρίας. Και ο Αζαρίας, ο γιος τού Ιωράμ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, κατέβηκε για να δει τον Ιωράμ, τον γιο τού Αχαάβ στην Ιεζραέλ, επειδή ήταν άρρωστος.
7 Και από τον Θεό στάθηκε όλεθρος του Οχοζία το να έρθει στον Ιωράμ· επειδή, όταν ήρθε, βγήκε μαζί με τον Ιωράμ εναντίον τού Ιηού, του γιου τού Νιμσί, τον οποίο ο Κύριος είχε χρίσει για να εξολοθρεύσει την οικογένεια του Αχαάβ.
8 Και όταν ο Ιηού έκανε την εκδίκηση ενάντια στην οικογένεια του Αχαάβ, βρίσκοντας τους άρχοντες του Ιούδα, και τους γιους των αδελφών τού Οχοζία, που υπηρετούσαν τον Οχοζία, τους θανάτωσε.
9 Και αναζήτησε τον Οχοζία· και τον συνέλαβαν καθώς κρυβόταν στη Σαμάρεια, και τον έφεραν στον Ιηού· και τον θανάτωσαν, και τον έθαψαν· επειδή, είπαν: Είναι γιος τού Ιωσαφάτ, που είχε εκζητήσει τον Κύριο με όλη του την καρδιά. Και η οικογένεια του Οχοζία δεν είχε δύναμη για να κρατήσει πλέον τη βασιλεία.
10 Και η Γοθολία, η μητέρα τού Οχοζία, βλέποντας ότι ο γιος της πέθανε, σηκώθηκε και εξολόθρευσε ολόκληρο το βασιλικό σπέρμα τής οικογένειας του Ιούδα.
11 Όμως, η Ιωσαβεέθ, η θυγατέρα τού βασιλιά, παίρνοντας τον Ιωάς, τον γιο τού Οχοζία, τον έκλεψε μέσα από τους γιους τού βασιλιά, που θανατώνονταν, και έβαλε αυτόν και την τροφό του σε ένα δωμάτιο του κοιτώνα. Έτσι, η Ιωσαβεέθ, η θυγατέρα τού βασιλιά Ιωράμ, η γυναίκα τού Ιωδαέ τού ιερέα (επειδή, ήταν αδελφή τού Οχοζία), τον έκρυψε μπροστά από τη Γοθολία, και δεν τον θανάτωσε.
12 Και ήταν μαζί τους, καθώς κρυβόταν στον οίκο τού Κυρίου έξι χρόνια· και επάνω στη γη βασίλευε η Γοθολία.




Κεφάλαιο 23

1 ΚΑΙ στον έβδομο χρόνο, ο Ιωδαέ κραταιώθηκε, και παίρνοντας τους εκατόνταρχους, τον Αζαρία, τον γιο τού Ιεροάμ, και τον Ισμαήλ, τον γιο τού Ιωανάν, και τον Αζαρία, τον γιο τού Ωβήδ, και τον Μαασία, τον γιο τού Αδαϊα, και τον Ελισαφάτ, τον γιο τού Ζιχρί, έκανε μαζί τους συνθήκη.
2 Και περιδιάβηκε τον Ιούδα, και συγκέντρωσε τους Λευίτες από όλες τις πόλεις τού Ιούδα, και τους αρχηγούς των πατριών τού Ισραήλ, και ήρθε στην Ιερουσαλήμ.
3 Και ολόκληρη η σύναξη έκανε συνθήκη μαζί με τον βασιλιά στον οίκο τού Θεού. Και τους είπε: Δέστε, ο γιος τού βασιλιά θα βασιλεύσει, όπως μίλησε ο Κύριος για τους γιους τού Δαβίδ.
4 Αυτό είναι το πράγμα, που θα κάνετε: Το ένα τρίτο από σας, που μπαίνετε το σάββατο, από τους ιερείς και από τους Λευίτες, θα φυλάττουν στις πύλες·
5 και το ένα τρίτο στο σπίτι τού βασιλιά· και το ένα τρίτο στην πύλη τού θεμελίου· και ολόκληρος ο λαός στις αυλές τού οίκου τού Κυρίου·
6 και κανένας δεν θα μπαίνει μέσα στον ναό τού Κυρίου, παρά μονάχα οι ιερείς, και όσοι από τους Λευίτες υπηρετούν· αυτοί θα μπαίνουν μέσα, επειδή είναι άγιοι· και ολόκληρος ο λαός θα φυλάττει την υπηρεσία τού Κυρίου·
7 και οι Λευίτες θα περικυκλώνουν τον βασιλιά ολόγυρα, κάθε ένας έχοντας τα όπλα του στο χέρι· και όποιος μπει μέσα στον οίκο, ας θανατώνεται· και θα είστε μαζί με τον βασιλιά, όταν μπαίνει μέσα, και όταν βγαίνει έξω.
8 Και οι Λευίτες και ολόκληρος ο Ιούδας έκαναν σύμφωνα με όλα όσα είχε προστάξει ο Ιωδαέ, ο ιερέας, και πήραν κάθε ένας τούς άνδρες του, που έμπαιναν μέσα το σάββατο, μαζί με εκείνους που έβγαιναν έξω το σάββατο· επειδή, ο Ιωδαέ ο ιερέας δεν απέλυε τις τάξεις.
9 Και ο Ιωδαέ ο ιερέας έδωσε στους εκατόνταρχους τις λόγχες, και τις επιμήκεις ασπίδες τού βασιλιά Δαβίδ, που ήσαν στον οίκο τού Θεού.
10 Και έστησε ολόκληρο τον λαό, κάθε έναν άνδρα που είχε τα όπλα του στο χέρι του, από τη δεξιά πλευρά τού οίκου, μέχρι την αριστερή πλευρά τού οίκου, κοντά στο θυσιαστήριο και τον ναό, ολόγυρα στον βασιλιά.
11 Τότε έβγαλαν τον γιο τού βασιλιά, και έβαλαν επάνω του το διάδημα, και το μαρτύριον, και τον έκαναν βασιλιά. Και τον έχρισαν ο Ιωδαέ και οι γιοι του, και είπαν: Ζήτω ο βασιλιάς.
12 Και όταν η Γοθολία άκουσε τη φωνή τού λαού να τρέχει και να επευφημεί τον βασιλιά, ήρθε στον λαό στον οίκο τού Κυρίου.
13 Και είδε, και να, ο βασιλιάς στεκόταν κοντά στον στύλο του στην είσοδο, και οι άρχοντες και οι σάλπιγγες κοντά στον βασιλιά· και ολόκληρος ο λαός τής γης χαιρόταν, και σάλπιζαν με τις σάλπιγγες, και οι ψαλτωδοί έψαλλαν με τα μουσικά τους όργανα, και όσοι ήσαν επιστήμονες στο να ψάλλουν· τότε, η Γοθολία έσχισε τα ιμάτιά της, και είπε: Προδοσία! Προδοσία!
14 Και ο Ιωδαέ ο ιερέας έβγαλε έξω τους εκατόνταρχους, τους αρχηγούς τού στρατού, και τους είπε: Βγάλτε την έξω από τις τάξεις· και όποιος την ακολουθήσει, ας θανατώνεται με μάχαιρα. Επειδή, ο ιερέας είχε πει: Μη τη θανατώσετε στον οίκο τού Κυρίου.
15 Και έβαλαν τα χέρια τους επάνω της· και όταν ήρθε στην είσοδο της πύλης των αλόγων, που ήταν στο σπίτι τού βασιλιά, εκεί τη θανάτωσαν.
16 Και ο Ιωδαέ έκανε συνθήκη ανάμεσα στον εαυτό του, και σε ολόκληρο τον λαό, και τον βασιλιά, ότι θα είναι λαός τού Κυρίου.
17 Και ολόκληρος ο λαός μπήκε στον οίκο τού Βάαλ, και τον γκρέμισαν, και τα θυσιαστήριά του και τα είδωλά του τα κατασύντριψαν· και τον Ματθάν, τον ιερέα τού Βάαλ, τον θανάτωσαν μπροστά στα θυσιαστήρια.
18 Και ο Ιωδαέ έδωσε την επιτήρηση του οίκου τού Κυρίου στα χέρια των ιερέων των Λευιτών, που ο Δαβίδ είχε διαιρέσει για τον οίκο τού Κυρίου, ώστε να μεταφέρουν τα ολοκαυτώματα του Κυρίου, καθώς είναι γραμμένο στον νόμο τού Μωυσή, με ευφροσύνη και με ύμνους, σύμφωνα με τη διάταξη του Δαβίδ.
19 Και έστησε τους πυλωρούς στις πύλες τού οίκου τού Κυρίου, για να μη μπαίνει μέσα κανένας ακάθαρτος για οποιοδήποτε πράγμα.
20 Και πήρε τους εκατόνταρχους, και τους δυνατούς, και τους άρχοντες του λαού, και ολόκληρο τον λαό τής γης, και κατέβασε τον βασιλιά από τον οίκο τού Κυρίου· και πέρασαν μέσα από την ψηλή πύλη στο σπίτι τού βασιλιά, και κάθισαν τον βασιλιά στον θρόνο τής βασιλείας.
21 Και ολόκληρος ο λαός τής γης ευφράνθηκε· και η πόλη ησύχασε· και τη Γοθολία τη θανάτωσαν με μάχαιρα.




Κεφάλαιο 24

1 Ο ΙΩΑΣ ήταν ηλικίας επτά χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 40 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Σιβιά, από τη Βηρ-σαβεέ.
2 Και ο Ιωάς έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όλες τις ημέρες τού Ιωδαέ τού ιερέα.
3 Και ο Ιωδαέ πήρε σ' αυτόν δύο γυναίκες, και γέννησε γιους και θυγατέρες.
4 Και ύστερα απ' αυτά ήρθε στην καρδιά τού Ιωάς, να ανακαινίσει τον οίκο τού Κυρίου.
5 Και καθώς συγκέντρωσε τους ιερείς και τους Λευίτες, τους είπε: Βγείτε έξω, στις πόλεις τού Ιούδα, και να συγκεντρώνετε ασήμι από ολόκληρο τον Ισραήλ για επισκευή τού οίκου τού Θεού σας κάθε χρόνο, και επισπεύστε το πράγμα· όμως, οι Λευίτες δεν επέσπευσαν.
6 Και ο βασιλιάς κάλεσε τον Ιωδαέ τον αρχηγό, και του είπε: Γιατί δεν ζήτησες από τους Λευίτες να εισπράξουν από τον Ιούδα και από την Ιερουσαλήμ τον φόρο τού Μωυσή, του δούλου τού Κυρίου, και από τη συναγωγή τού Ισραήλ, για τη σκηνή τού μαρτυρίου; (
7 Επειδή, η Γοθολία, η ασεβής, και οι γιοι της, κατέφθειραν τον οίκο τού Θεού· ακόμα και όλα τα αφιερώματα του οίκου τού Κυρίου τα αφιέρωσαν ως αναθήματα στους Βααλείμ).
8 Έκαναν, λοιπόν, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά ένα κιβώτιο, και το έβαλαν στην πύλη τού οίκου τού Κυρίου έξω.
9 Και διακήρυξαν στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, να εισφέρουν στον Κύριο τον φόρο του Μωυσή, του δούλου του Θεού, που είχε επιβληθεί επάνω στον Ισραήλ στην έρημο.
10 Και ευφράνθηκαν όλοι οι άρχοντες και ολόκληρος ο λαός, και εισέφεραν, και έρριχναν στο κιβώτιο, μέχρις ότου γεμιστεί.
11 Και όταν το κιβώτιο φερόταν στους επιστάτες τού βασιλιά διαμέσου των Λευιτών, και όταν αυτοί έβλεπαν ότι το ασήμι ήταν πολύ, ερχόταν ο γραμματέας τού βασιλιά, και ο επιστάτης τού πρώτου ιερέα, και άδειαζαν το κιβώτιο, και, φέρνοντάς το, το έβαζαν πάλι στον τόπο του. Έτσι έκαναν κάθε ημέρα, και συγκέντρωναν πολύ ασήμι.
12 Και το έδινε ο βασιλιάς και ο Ιωδαέ σ' εκείνους που εκτελούσαν το έργο τής υπηρεσίας τού οίκου τού Κυρίου, και μίσθωναν κτίστες και ξυλουργούς για να ανακαινίσουν τον οίκο τού Κυρίου· ακόμα και σιδηρουργούς και χαλκουργούς, για να επισκευάσουν τον οίκο τού Κυρίου.
13 Κι αυτοί που εργάζονταν, το έργο εργάζονταν, και διαμέσου αυτών το έργο τής επισκευής προχώρησε· και αποκατέστησαν τον οίκο τού Θεού στην προηγούμενή του κατάσταση, και τον στερέωσαν.
14 Και αφού τελείωσαν, έφεραν μπροστά στον βασιλιά και στον Ιωδαέ το ασήμι που είχε απομείνει, και απ' αυτό κατασκεύασαν σκεύη για τον οίκο τού Κυρίου, σκεύη υπηρεσίας και ολοκαύτωσης και φιάλες, και σκεύη χρυσά και ασημένια. Και πρόσφεραν ολοκαυτώματα στον οίκο τού Κυρίου παντοτινά, όλες τις ημέρες τού Ιωδαέ.
15 Και ο Ιωδαέ γέρασε, και ήταν πλήρης ημερών, και πέθανε· όταν πέθανε, ήταν ηλικίας 130 χρόνων.
16 Και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, μαζί με τους βασιλιάδες· επειδή, έπραξε καλό στον Ισραήλ, και στον Θεό, και στην οικογένειά του.
17 Και μετά τον θάνατο του Ιωδαέ ήρθαν οι άρχοντες του Ιούδα, και προσκύνησαν τον βασιλιά· τότε, ο βασιλιάς τούς εισάκουσε·
18 και εγκατέλειψαν τον οίκο τού Κυρίου τού Θεού των πατέρων τους, και λάτρευαν τα άλση και τα είδωλα· και ήρθε η οργή ενάντια στον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, γι' αυτή την ανομία τους.
19 Έστειλε, βέβαια, σ' αυτούς προφήτες, για να τους επαναφέρουν στον Κύριο, και διαμαρτυρήθηκαν εναντίον τους· αλλ' αυτοί δεν έδωσαν ακρόαση.
20 Και το Πνεύμα τού Θεού περιχύθηκε επάνω στον Ζαχαρία, τον γιο τού Ιωδαέ τού ιερέα, και αφού στάθηκε λίγο πιο ψηλά από τον λαό, τους είπε: Γιατί εσείς παραβαίνετε τις εντολές τού Κυρίου; Σίγουρα, δεν θα ευοδωθείτε· επειδή, εσείς εγκαταλείψατε τον Κύριο, κι αυτός σας εγκατέλειψε.
21 Και συνωμότησαν εναντίον του· και τον λιθοβόλησαν με πέτρες, με προσταγή τού βασιλιά, στην αυλή τού οίκου τού Κυρίου.
22 Και ο Ιωάς δεν θυμήθηκε το έλεος που είχε κάνει σ' αυτόν ο πατέρας του, ο Ιωδαέ, αλλά θανάτωσε τον γιο του· κι ενώ πέθαινε, είπε: Ο Κύριος ας δει, και ας το εκζητήσει.
23 Και στο τέλος τού χρόνου ανέβηκε ο στρατός τής Συρίας εναντίον του· και ήρθαν εναντίον τού Ιούδα και εναντίον τής Ιερουσαλήμ, και εξολόθρευσαν όλους τους άρχοντες του λαού ανάμεσα από τον λαό, και όλα τα λάφυρά τους τα έστειλαν στον βασιλιά τής Δαμασκού.
24 Αν και ο στρατός τής Συρίας ήρθε με λίγους άνδρες, ο Κύριος όμως παρέδωσε στο χέρι τους έναν υπερβολικά μεγάλον στρατό, επειδή είχαν εγκαταλείψει τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους· και έκαναν κρίση ενάντια στον Ιωάς.
25 Και αφού αναχώρησαν απ' αυτόν, αφήνοντάς τον με μεγάλες αρρώστιες, οι δούλοι του συνωμότησαν εναντίον του, εξαιτίας τού αίματος των γιων τού Ιωδαέ τού ιερέα, και τον θανάτωσαν επάνω στο κρεβάτι του, και πέθανε· και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, δεν τον έθαψαν όμως στους τάφους των βασιλιάδων.
26 Κι εκείνοι που συνωμότησαν εναντίον του ήσαν οι εξής: Ο Ζαβάδ, ο γιος τής Σιμεάθ τής Αμμωνίτισσας, και ο Ιωζαβάδ, ο γιος τής Σιμρίθ τής Μωαβίτισσας.
27 Και για τους γιους του και το πλήθος των φορτίων κάτω απ' αυτόν, και την επισκευή τού οίκου τού Θεού, δέστε, είναι γραμμένα στα υπομνήματα του βιβλίου των βασιλιάδων. Και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμασίας, ο γιος του.




Κεφάλαιο 25

1 Ο ΑΜΑΣΙΑΣ βασίλευσε σε ηλικία 25 χρόνων, και βασίλευσε 29 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιωαδάν, από την Ιερουσαλήμ.
2 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όμως όχι με τέλεια καρδιά.
3 Και καθώς η βασιλεία του κραταιώθηκε σ' αυτόν, θανάτωσε τους δούλους του, που είχαν φονεύσει τον βασιλιά, τον πατέρα του·
4 τα παιδιά τους, όμως, δεν τα θανάτωσε, καθώς είναι γραμμένο στον νόμο, στο βιβλίο τού Μωυσή, όπου ο Κύριος είχε προστάξει, λέγοντας: Οι πατέρες δεν θα θανατώνονται για τα παιδιά ούτε τα παιδιά θα θανατώνονται για τους πατέρες· αλλά, κάθε ένας θα θανατώνεται για το δικό του αμάρτημα.
5 Και ο Αμασίας συγκέντρωσε τον Ιούδα, και απ' αυτούς έκανε χιλίαρχους, και εκατόνταρχους, κατά οικογένειες πατριών, μέσα από ολόκληρο τον Ιούδα, και τον Βενιαμίν· και τους αρίθμησε από 20 χρόνων κι επάνω, και τους βρήκε 300.000, εκλεκτούς, που έβγαιναν σε πόλεμο, οι οποίοι κρατούσαν λόγχη και ασπίδα.
6 Ακόμα, μίσθωσε από τον Ισραήλ 100.000 ισχυρούς με δύναμη, για 100 τάλαντα ασήμι.
7 Και ήρθε σ' αυτόν ένας άνθρωπος του Θεού, λέγοντας: Βασιλιά, ας μη έρθει μαζί σου ο στρατός τού Ισραήλ· επειδή, ο Κύριος δεν είναι μαζί με τον Ισραήλ, με όλους τους γιους Εφραϊμ·
8 αν θέλεις, όμως, να πας, κάν' το· ενδυναμώσου για τον πόλεμο· αλλ' ο Θεός θα σε κατατροπώσει μπροστά στον εχθρό· επειδή, ο Θεός έχει δύναμη να βοηθήσει, και να κατατροπώσει.
9 Και ο Αμασίας είπε στον άνθρωπο του Θεού: Αλλά τι θα κάνουμε για τα 100 τάλαντα, που έδωσα στον στρατό τού Ισραήλ; Και ο άνθρωπος του Θεού απάντησε: Ο Κύριος είναι δυνατός να σου δώσει περισσσότερα απ' αυτά.
10 Τότε ο Αμασίας τούς διαχώρισε, τον στρατό που είχε έρθει σ' αυτόν από τον Εφραϊμ, για να επιστρέψουν στον τόπο τους· και άναψε υπερβολικά ο θυμός τους ενάντια στον Ιούδα, και γύρισαν στον τόπο με έξαψη θυμού.
11 Και ο Αμασίας ενδυναμώθηκε, και έβγαλε τον λαό του, και πήγε στην κοιλάδα τού αλατιού, και πάταξε τους γιους τού Σηείρ, 10.000.
12 Οι γιοι τού Ιούδα αιχμαλώτισαν και 10.000 ζωντανούς, και τους έφεραν στην άκρη τού γκρεμού, και τους καταγκρέμιζαν από την άκρη τού γκρεμού, ώστε όλοι έγιναν κομμάτια.
13 Οι άνδρες, όμως, του στρατού που είχε αποπέμψει ο Αμασίας, για να μη πάνε μαζί του σε πόλεμο, επιτέθηκαν επάνω στις πόλεις τού Ιούδα, από τη Σαμάρεια μέχρι τη Βαιθ-ωρών, και πάταξαν 3.000 απ' αυτούς, και πήραν πολλά λάφυρα.
14 Και ο Αμασίας, αφού επέστρεψε από τη σφαγή τών Ιδουμαίων, έφερε μαζί του τους θεούς των γιων τού Σηείρ, και τους έστησε ως θεούς για τον εαυτό του, και προσκύνησε μπροστά τους, και θυμίασε σ' αυτούς.
15 Γι' αυτό, εξάφθηκε η οργή τού Κυρίου ενάντια στον Αμασία· και του έστειλε έναν προφήτη, και του είπε: Γιατί εκζήτησες τους θεούς τού λαού, που δεν μπόρεσαν να ελευθερώσουν τον λαό από το χέρι σου;
16 Κι ενώ του μιλούσε, ο βασιλιάς είπε σ' αυτόν: Σύμβουλο του βασιλιά σε έκανα; Πάψε· γιατί να θανατωθείς; Και ο προφήτης έπαψε, λέγοντας: Ξέρω ότι ο Θεός θέλησε να σε εξολοθρεύσει, επειδή έκανες αυτό, και δεν υπάκουσες τη συμβουλή μου.
17 Τότε, ο βασιλιάς Αμασίας έκανε συμβούλιο, και έστειλε στον Ιωάς, τον γιο τού Ιωάχαζ, γιου τού Ιηού, τον βασιλιά τού Ισραήλ, λέγοντας: Έλα, να δούμε ο ένας τον άλλον, προσωπικά.
18 Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς του Ισραήλ, έστειλε στον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, λέγοντας: Η αγκαθιά στον Λίβανο έστειλε στον κέδρο, που είναι στον Λίβανο, λέγοντας: Δώσε τη θυγατέρα σου στον γιο μου για γυναίκα· όμως, διάβηκε ένα θηρίο τού χωραφιού, που είναι στον Λίβανο, και καταπάτησε την αγκαθιά.
19 Εσύ λες: Να, πάταξα τον Εδώμ· και η καρδιά σου υψώθηκε σε καύχηση· κάθησε, τώρα, στο σπίτι σου· γιατί μπλέκεσαι σε κακό, για το οποίο θα έπεφτες, εσύ και ο Ιούδας μαζί σου;
20 Ο Αμασίας, όμως, δεν τον άκουσε· επειδή, αυτό έγινε από τον Θεό, για να τους παραδώσει στο χέρι των εχθρών, επειδή εκζήτησαν τους θεούς τού Εδώμ.
21 Ανέβηκε, λοιπόν, ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ· και είδαν ο ένας τον άλλον, προσωπικά, αυτός και ο Αμασίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, στη Βαιθ-σεμές, που είναι του Ιούδα.
22 Και ο Ιούδας χτυπήθηκε μπροστά στον Ισραήλ, και κάθε ένας έφυγε στις σκηνές του.
23 Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, συνέλαβε τον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, τον γιο τού Ιωάς, γιου τού Ιωάχαζ, στη Βαιθ-σεμές, και τον έφερε στην Ιερουσαλήμ, και κατεδάφισε το τείχος τής Ιερουσαλήμ από την πύλη του Εφραϊμ μέχρι την πύλη τής γωνίας, 400 πήχες.
24 Και παίρνοντας όλο το χρυσάφι και το ασήμι, και όλα τα σκεύη που βρέθηκαν στον οίκο τού Θεού, μαζί με τον Ωβήδ-εδώμ, και τους θησαυρούς τού σπιτιού τού βασιλιά, και ανθρώπους ως ενέχυρα, γύρισε στη Σαμάρεια.
25 Και ο Αμασίας ο βασιλιάς, ο γιος τού Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έζησε ύστερα από τον θάνατο του Ιωάς, γιου τού Ιωάχαζ, βασιλιά τού Ισραήλ, 15 χρόνια.
26 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αμασία, οι πρώτες και οι τελευταίες, δέστε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο τών βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ;
27 Και ύστερα, αφού ο Αμασίας στράφηκε από το να ακολουθεί τον Κύριο, έκαναν συνωμοσία εναντίον του στην Ιερουσαλήμ· και έφυγε στη Λαχείς· όμως, έστειλαν από πίσω του στη Λαχείς, και τον θανάτωσαν εκεί.
28 Και τον έφεραν επάνω σε άλογα, και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του σε μια πόλη τού Ιούδα.




Κεφάλαιο 26

1 ΚΑΙ ολόκληρος ο λαός τού Ιούδα πήρε τον Οζία, που ήταν ηλικίας 16 χρόνων, και τον έκαναν βασιλιά, αντί του πατέρα του, του Αμασία.
2 Αυτός οικοδόμησε την Αιλώθ, και την επέστρεψε στον Ιούδα, αφού ο βασιλιάς κοιμήθηκε με τους πατέρες του.
3 Ο Οζίας ήταν ηλικίας 16 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 52 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιεχολία, από την Ιερουσαλήμ.
4 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει ο Αμασίας, ο πατέρας του.
5 Και εκζητούσε τον Θεό στις ημέρες τού Ζαχαρία, του νοήμονα στις οράσεις τού Θεού· και όσον καιρό εκζητούσε τον Κύριο, ο Θεός τον ευόδωνε.
6 Και βγήκε και πολέμησε ενάντια στους Φιλισταίους, και γκρέμισε το τείχος τής Γαθ, και το τείχος τής Ιαβνή, και το τείχος τής Αζώτου, και οικοδόμησε πόλεις μέσα στην Άζωτο, και μέσα στους Φιλισταίους.
7 Και ο Θεός τον βοήθησε ενάντια στους Φιλισταίους, και ενάντια στους Άραβες, που κατοικούσαν στη Γουρ-βαάλ, και ενάντια στους Μεουνείμ.
8 Και οι Αμμωνίτες έδωσαν δώρα στον Οζία· και το όνομά του διαδόθηκε μέχρι την είσοδο της Αιγύπτου· επειδή, κραταιώθηκε στο έπακρον.
9 Και ο Οζίας οικοδόμησε πύργους στην Ιερουσαλήμ, επάνω στην πύλη τής γωνίας, κι επάνω στην πύλη τής φάραγγας, κι επάνω στις γωνίες, και τους οχύρωσε.
10 Ακόμα, οικοδόμησε πύργους στην έρημο, και άνοιξε πολλά πηγάδια· επειδή, είχε πολλά κτήνη, και στους χαμηλούς τόπους και στις πεδιάδες· και γεωργούς και αμπελουργούς, στην ορεινή περιοχή και στον Κάρμηλο· επειδή, αγαπούσε τη γεωργία.
11 Και ο Οζίας είχε στρατόαπό πολεμιστές, που έβγαιναν σε πόλεμο κατά τάγματα, σύμφωνα με τον αριθμό της απαρίθμησής τους, που είχε γίνει από τον γραμματέα Ιεϊήλ και τον Μαασία, τον επιστάτη, με την οδηγία τού Ανανία, ενός από τους στρατηγούς τού βασιλιά.
12 Ολόκληρος ο αριθμός των αρχηγών των πατριών των ισχυρών σε δύναμη ήταν 2.600.
13 Και κάτω από την οδηγία τους υπήρχε μια πολεμική δύναμη, 307.500, δυνατοί και ανδρείοι στον πόλεμο, για να βοηθούν τον βασιλιά ενάντια στους εχθρούς.
14 Και ο Οζίας ετοίμασε σ' αυτούς, σε ολόκληρο τον στρατό, επιμήκεις ασπίδες και λόγχες, περικεφαλαίες και θώρακες, και τόξα και σφενδόνες για πέτρες.
15 Και έκανε μηχανές στην Ιερουσαλήμ, που είχαν εφευρεθεί από μηχανικούς, για να είναι επάνω στους πύργους, και επάνω στις γωνίες, ώστε μ' αυτές να ρίχνουν βέλη και μεγάλες πέτρες· και το όνομά του διαδόθηκε μακριά· επειδή, βοηθιόταν θαυμάσια, μέχρις ότου κραταιώθηκε.
16 Αλλά, αφού κραταιώθηκε, υψώθηκε η καρδιά του σε διαφθορά· και ασέβησε στον Κύριο τον Θεό του, και μπήκε στον ναό τού Κυρίου για να θυμιάσει επάνω στο θυσιαστήριο του θυμιάματος.
17 Και ο ιερέας Αζαρίας μπήκε μέσα πίσω απ' αυτόν, και μαζί του 80 ιερείς τού Κυρίου, δυνατοί άνδρες·
18 και αντιστάθηκαν στον βασιλιά Οζία, και του είπαν: Οζία, δεν ανήκει σε σένα να θυμιάσεις στον Κύριο, αλλά στους ιερείς, τους γιους τού Ααρών, τους καθιερωμένους να θυμιάζουν· βγες έξω από το θυσιαστήριο· επειδή, ασέβησες· κι αυτό δεν θα είναι για δόξα σε σένα από τον Κύριο τον Θεό.
19 Και ο Οζίας, έχοντας στο χέρι του ένα θυμιατήριο για να θυμιάσει, θύμωσε· κι ενώ θύμωσε ενάντια στους ιερείς, η λέπρα ξεπρόβαλε στο μέτωπό του, μπροστά στους ιερείς, μέσα στον οίκο τού Κυρίου, κοντά στο θυσιαστήριο του θυμιάματος.
20 Και ο Αζαρίας, ο πρώτος ιερέας, τον κοίταξε, και όλοι οι ιερείς, και να, ήταν λεπρός στο μέτωπό του· και βιάστηκαν να τον βγάλουν από εκεί· κι αυτός ο ίδιος βιάστηκε να βγει, επειδή τον πάταξε ο Κύριος.
21 Και ο Οζίας, ο βασιλιάς, ήταν λεπρός μέχρι την ημέρα τού θανάτου του· και κατοικούσε σε ξεχωρισμένο σπίτι, λεπρός· επειδή, αποκόπηκε από τον οίκο τού Κυρίου· την δε επιτήρηση στο παλάτι τού βασιλιά είχε ο Ιωθάμ, ο γιος του, κρίνοντας τον λαό τής γης.
22 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Οζία, οι πρώτες και οι τελευταίες, γράφτηκαν από τον προφήτη Ησαϊα, τον γιο τού Αμώς.
23 Και ο Οζίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του στο πεδίο τής ταφής των βασιλιάδων· επειδή, είπαν: Είναι λεπρός. Και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωθάμ, ο γιος του.




Κεφάλαιο 27

1 Ο ΙΩΘΑΜ ήταν ηλικίας 25 χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιερουσά, θυγατέρα τού Σαδώκ.
2 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει ο Οζίας, ο πατέρας του· δεν μπήκε, όμως, μέσα στον ναό τού Κυρίου. Και ο λαός ήταν ακόμα διεφθαρμένος.
3 Αυτός οικοδόμησε την ψηλή πύλη τού οίκου τού Κυρίου· κι επάνω στο τείχος τού Οφήλ οικοδόμησε πολλά.
4 Ακόμα, οικοδόμησε πόλεις στην ορεινή περιοχή τού Ιούδα, και στους δρυμούς οικοδόμησε φρούρια και πύργους.
5 Και καθώς πολεμούσε με τον βασιλιά των γιων του Αμμών, υπερίσχυσε εναντίον τους. Και κατά τον χρόνο εκείνο οι γιοι τού Αμμών τού έδωσαν 100 τάλαντα ασήμι, και 10.000 κόρους σιταριού, και 10.000 κόρους κριθαριού. Τόσα του πλήρωσαν οι γιοι τού Αμμών, και τον δεύτερο χρόνο, και τον τρίτο χρόνο.
6 Και ο Ιωθάμ κραταιώθηκε, επειδή κατεύθυνε τους δρόμους του μπροστά στον Κύριο τον Θεό του.
7 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωθάμ, και όλοι οι πόλεμοί του, και οι δρόμοι του, να, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων του Ισραήλ και του Ιούδα.
8 Ήταν ηλικίας 25 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
9 Και ο Ιωθάμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Άχαζ, ο γιος του.




Κεφάλαιο 28

1 Ο ΑΧΑΖ ήταν ηλικίας 20 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· όμως, δεν έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όπως ο πατέρας του ο Δαβίδ·
2 αλλά περπάτησε στους δρόμους των βασιλιάδων τού Ισραήλ, κι ακόμα έκανε χωνευτά είδωλα στους Βααλείμ.
3 Κι αυτός θυμίασε στην κοιλάδα τού Εννόμ, και πέρασε τα παιδιά του μέσα από τη φωτιά, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει από μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
4 Και θυσίαζε και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους, κι επάνω στους λόφους, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
5 Γι' αυτό, ο Κύριος ο Θεός του τον παρέδωσε στο χέρι τού βασιλιά τής Συρίας· και τον πάταξαν, και πήραν απ' αυτούς αιχμαλώτους ένα μεγάλο πλήθος, και τους έφεραν στη Δαμασκό. Κι ακόμα, παραδόθηκε στο χέρι τού βασιλιά τού Ισραήλ, που τον πάταξε με μεγάλη σφαγή.
6 Επειδή, ο Φεκά, ο γιος τού Ρεμαλία, θανάτωσε από τον Ιούδα 120.000 μέσα σε μια ημέρα, όλους τους ισχυρούς σε δύναμη, επειδή εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
7 Και ο Ζιχρί, ένας δυνατός άνδρας από τον Εφραϊμ, θανάτωσε τον Μαασία, τον γιο τού βασιλιά, και τον Αζρικάμ, τον επιστάτη τού παλατιού, και τον Ελκανά, τον 2ο ύστερα από τον βασιλιά.
8 Και οι γιοι Ισραήλ αιχμαλώτισαν από τους αδελφούς τους 200.000, γυναίκες, γιους, και θυγατέρες, κι ακόμα πήραν απ' αυτούς πολλά λάφυρα, και έφεραν τα λάφυρα στη Σαμάρεια.
9 Και ήταν εκεί ο προφήτης τού Κυρίου, που ονομαζόταν Ωβήδ· και βγήκε σε συνάντηση του στρατού, που ερχόταν στη Σαμάρεια, και τους είπε: Δέστε, επειδή ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας οργίστηκε ενάντια στον Ιούδα, τους παρέδωσε στο χέρι σας· κι εσείς τους θανατώσατε με μανία, που έφτασε μέχρι τον ουρανό·
10 και τώρα λέτε να υποτάξετε στον εαυτό σας τους γιους τού Ιούδα και την Ιερουσαλήμ για δούλους και δούλες· δεν είναι με σας, μάλιστα με σας, αμαρτίες ενάντια στον Κύριο τον Θεό σας;
11 τώρα, λοιπόν, ακούστε με και επιστρέψτε τούς αιχμαλώτους, που αιχμαλωτίσατε από τους αδελφούς σας· επειδή, η οργή τού Κυρίου επίκειται σε σας.
12 Και σηκώθηκαν μερικοί από τους άρχοντες των γιων τού Εφραϊμ, ο Αζαρίας, ο γιος τού Ιωανάν, ο Βαραχίας, ο γιος τού Μεσιλλεμώθ, και ο Εζεκίας, ο γιος τού Σαλλούμ, και ο Αμασά, ο γιος τού Αδλαϊ, ενάντια στους ερχόμενους από τον πόλεμο,
13 και τους είπαν: Δεν θα φέρετε εδώ μέσα τους αιχμαλώτους, επειδή, ενώ ανομήσαμε στον Κύριο, θέλετε να προσθέσετε στις αμαρτίες μας, και στις ανομίες μας· επειδή, η ανομία μας είναι μεγάλη, και οργή θυμού κρέμεται επάνω στον Ισραήλ.
14 Και οι πολεμιστές άφησαν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα μπροστά στους άρχοντες και σε ολόκληρη τη συναγωγή.
15 Και αφού σηκώθηκαν οι άνδρες που ονομάστηκαν με το όνομά τους, πήραν τους αιχμαλώτους, και όλους όσους απ' αυτούς ήσαν γυμνοί, τους έντυσαν από τα λάφυρα· και αφού τους έντυσαν, και τους έβαλαν υποδήματα, και τους έδωσαν να φάνε και να πιουν, και τους άλειψαν, και όλους τους αδύνατους μεταξύ τους τούς μετακόμισαν επάνω σε γαϊδούρια, και τους έφεραν στην Ιεριχώ, την πόλη των φοινίκων, στους αδελφούς τους· και γύρισαν στη Σαμάρεια.
16 Κατά την εποχή εκείνη, ο βασιλιάς Άχαζ έστειλε στους βασιλιάδες τής Ασσυρίας, για να τον βοηθήσουν.
17 Επειδή, καθώς ξαναήρθαν οι Ιδουμαίοι, πάταξαν τον Ιούδα, και πήραν αιχμαλώτους.
18 Και οι Φιλισταίοι εφορμώντας στις πόλεις τής πεδινής περιοχής, και της μεσημβρινής, του Ιούδα, κυρίευσαν τη Βαιθ-σεμές, και την Αιαλών, και τη Γεδηρώθ, και τη Σοκχώ και τις κωμοπόλεις της, και τη Θαμνά και τις κωμοπόλεις της, και τη Γιμζώ και τις κωμοπόλεις της· και κατοίκησαν εκεί.
19 Επειδή, ο Κύριος ταπείνωσε τον Ιούδα, εξαιτίας τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ισραήλ· για τον λόγο ότι, άφησε να κυριαρχήσει διαφθορά στον Ιούδα, και ασέβησε στον Κύριο υπερβολικά.
20 Και ήρθε σ' αυτόν ο Θελγάθ-φελνασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, και τον κατέθλιψε, αντί να τον ενδυναμώσει.
21 Επειδή, ο Άχαζ, παίρνοντας τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του σπιτιού τού βασιλιά, και των αρχόντων, τους έδωσε στον βασιλιά τής Ασσυρίας· όμως, όχι για βοήθειά του.
22 Και στον καιρό τής στενοχώριας του παρανόμησε στον Κύριο ακόμα περισσότερο, αυτός ο βασιλιάς ο Άχαζ.
23 Και θυσίαζε στους θεούς τής Δαμασκού, που τον είχαν πατάξει· και έλεγε: Επειδή, οι θεοί τού βασιλιά τής Συρίας τούς βοηθούν, θα θυσιάσω σ' αυτούς, για να βοηθήσουν κι εμένα. Εκείνοι, όμως, στάθηκαν η φθορά του, και ολόκληρου του Ισραήλ.
24 Και ο Άχαζ συγκέντρωσε τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, και κατέκοψε τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, και έκλεισε τις θύρες τού οίκου τού Κυρίου, και έκανε για τον εαυτό του θυσιαστήρια σε κάθε γωνιά μέσα στην Ιερουσαλήμ.
25 Και σε κάθε πόλη τού Ιούδα έκανε ψηλούς τόπους, για να θυμιάζει σε άλλους θεούς, και παρόργισε τον Κύριο, τον Θεό των πατέρων του.
26 Και οι υπόλοιπες πράξεις του, οι πρώτες και οι τελευταίες, και όλοι οι δρόμοι του, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ.
27 Και ο Άχαζ κοιμήθηκε με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη, στην Ιερουσαλήμ· δεν τον έφεραν, όμως, στους τάφους των βασιλιάδων τού Ισραήλ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Εζεκίας, ο γιος του.




Κεφάλαιο 29

1 Ο ΕΖΕΚΙΑΣ βασίλευσε σε ηλικία 25 χρόνων, και βασίλευσε 29 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αβιά, θυγατέρα τού Ζαχαρία.
2 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έπραξε ο πατέρας του ο Δαβίδ.
3 Αυτός, στον πρώτο χρόνο τής βασιλείας του, τον πρώτο μήνα, άνοιξε τις πόρτες τού οίκου τού Κυρίου, και τις επισκεύασε.
4 Και έφερε μέσα τους ιερείς και τους Λευίτες, και τους συγκέντρωσε στην ανατολική πλατεία,
5 και τους είπε: Ακούστε με, Λευίτες: Αγιαστείτε τώρα, και αγιάστε τον ναό τού Κυρίου τού Θεού των πατέρων σας, και βγάλτε έξω την ακαθαρσία από τον άγιο τόπο.
6 Επειδή, οι πατέρες μας παρανόμησαν, και έπραξαν πονηρά μπροστά στον Κύριο τον Θεό μας, και τον εγκατέλειψαν, και απέστρεψαν τα πρόσωπά τους από το κατοικητήριο του Κυρίου, και γύρισαν τις πλάτες·
7 και έκλεισαν τις πόρτες του πρόναου, και έσβησαν τα λυχνάρια, και δεν θυμίαζαν θυμίαμα, και δεν πρόσφεραν ολοκαυτώματα στον Θεό τού Ισραήλ, στον άγιο τόπο.
8 Γι' αυτό, η οργή τού Κυρίου ήρθε επάνω στον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, και τους παρέδωσε σε διασπορά, σε έκσταση, και σε συριγμό, όπως βλέπετε με τα μάτια σας.
9 Επειδή, να, οι πατέρες μας έπεσαν με μάχαιρα· και οι γιοι μας, και οι θυγατέρες μας, και οι γυναίκες μας, γι' αυτό είναι σε αιχμαλωσία.
10 Τώρα, λοιπόν, έχω στην καρδιά μου να κάνω διαθήκη προς τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, για να αποστρέψει την οργή τού θυμού του από μας.
11 Παιδιά μου, μη πλανιέστε τώρα· επειδή, ο Κύριος σας έκλεξε για να παραστέκεστε μπροστά του, να τον υπηρετείτε, και να είστε υπηρέτες του, και να θυμιάζετε.
12 Τότε, σηκώθηκαν οι Λευίτες, ο Μαάθ ο γιος τού Αμασαϊ, και ο Ιωήλ ο γιος τού Αζαρία, από τους γιους τύν Κααθιτών· και από τους γιους τού Μεραρί, ο Κεις ο γιος τού Αβδί, ο Αζαρίας ο γιος τού Ιαλελεήλ· και από τους Γηρσωνίτες, ο Ιωάχ ο γιος τού Ζιμά, και ο Εδέν ο γιος τού Ιωάχ·
13 και από τους γιους τού Ελισαφάν, ο Σιμρί, και ο Ιεϊήλ· και από τους γιους του Ασάφ, ο Ζαχαρίας, και ο Ματθανίας·
14 και από τους γιους τού Αιμάν, ο Ιεχιήλ, και ο Σιμεϊ· και από τους γιους τού Ιεδουθούν, ο Σεμαϊας, και ο Οζιήλ.
15 Και συγκέντρωσαν τους αδελφούς τους, και αγιάστηκαν, και ήρθαν, όπως πρόσταξε ο βασιλιάς, με τον λόγο τού Κυρίου, για να καθαρίσουν τον οίκο τού Κυρίου.
16 Και οι ιερείς μπήκαν μέσα στο εσώτερο του οίκου τού Κυρίου, για να τον καθαρίσουν· και έβγαλαν όλη την ακαθαρσία, που βρέθηκε στον ναό τού Κυρίου, και στην αυλή τού οίκου τού Κυρίου. Και οι Λευίτες, αφού την πήραν, την έφεραν έξω στον χείμαρρο των Κέδρων.
17 Και άρχισαν να αγιάζουν την πρώτη ημέρα τού πρώτου μήνα, και την όγδοη ημέρα τού μήνα μπήκαν στο πρόναο του Κυρίου. Και αγίασαν τον οίκο τού Κυρίου σε οκτώ ημέρες, και τη 16η ημέρα τού πρώτου μήνα τελείωσαν.
18 Τότε, μπήκαν στον Εζεκία τον βασιλιά, και είπαν: Καθαρίσαμε ολόκληρο τον οίκο τού Κυρίου, και το θυσιαστήριο της ολοκαύτωσης, και όλα τα σκεύη του, και την τράπεζα της πρόθεσης, και όλα τα σκεύη της·
19 και όλα τα σκεύη, που είχε μιάνει ο Άχαζ, στην εποχή τής βασιλείας του, όταν αποστάτησε, τα ετοιμάσαμε, και τα αγιάσαμε· και δέστε, είναι μπροστά στο θυσιαστήριο τού Κυρίου.
20 Τότε, σηκώθηκε ο βασιλιάς Εζεκίας, και αφού συγκέντρωσε τους άρχοντες της πόλης, ανέβηκε στον οίκο του Κυρίου.
21 Και έφεραν επτά μοσχάρια, και επτά κριάρια, και επτά αρνιά, και επτά τράγους, για προσφορά περί αμαρτίας για τη βασιλεία, και για το αγιαστήριο, και για τον Ιούδα. Και είπε στους ιερείς, τους γιους τού Ααρών, να τα προσφέρουν επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου.
22 Και έσφαξαν τα μοσχάρια· και αφού οι ιερείς παρέλαβαν το αίμα, ράντισαν επάνω στο θυσιαστήριο· παρόμοια, έσφαξαν τα κριάρια, και ράντισαν το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο· και έσφαξαν τα αρνιά, και ράντισαν το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο.
23 Έπειτα, έφεραν τους τράγους, για την προσφορά περί αμαρτίας, μπροστά στον βασιλιά και στη σύναξη, κι εκείνοι έβαλαν τα χέρια τους επάνω τους·
24 και οι ιερείς τούς έσφαξαν, και ράντισαν το αίμα τους περί αμαρτίας επάνω στο θυσιαστήριο, για να κάνουν εξιλέωση για ολόκληρο τον Ισραήλ· επειδή, ο βασιλιάς είχε προστάξει το ολοκαύτωμα και την προσφορά περί αμαρτίας, για ολόκληρο τον Ισραήλ.
25 Και τοποθέτησε τους Λευίτες στον οίκο τού Κυρίου, με κύμβαλα, με ψαλτήρια, και με κιθάρες, σύμφωνα με την προσταγή τού Δαβίδ, και του Γαδ, του βλέποντα τού βασιλιά, και του προφήτη Νάθαν· επειδή, η προσταγή ήταν από τον Κύριο, διαμέσου των προφητών του.
26 Και στάθηκαν οι Λευίτες με τα όργανα του Δαβίδ, και οι ιερείς με τις σάλπιγγες.
27 Και ο Εζεκίας είπε να προσφέρουν την ολοκαύτωση επάνω στο θυσιαστήριο. Και όταν άρχισε η ολοκαύτωση, άρχισε ο ύμνος τού Κυρίου, με τις σάλπιγγες, και με τα όργανα τα προσδιορισμένα από τον Δαβίδ, τον βασιλιά τού Ισραήλ.
28 Και ολόκληρη η σύναξη προσκυνούσε, και οι ψαλτωδοί έψαλλαν και οι σαλπιγκτές σάλπιζαν· όλο αυτό εξακολουθούσε μέχρις ότου τελείωσε η ολοκαύτωση.
29 Και καθώς τελείωσαν να προσφέρουν, έσκυψαν ο βασιλιάς και όλοι εκείνοι που βρέθηκαν μαζί του, και προσκύνησαν.
30 Και στους Λευίτες είπε ο βασιλιάς Εζεκίας, και οι άρχοντες, να υμνούν τον Κύριο, με τα λόγια τού Δαβίδ, και του Ασάφ τού βλέποντα. Και ύμνησαν με ευφροσύνη, και αφού έσκυψαν, προσκύνησαν.
31 Τότε, ο Εζεκίας απαντώντας είπε: Τώρα, είστε καθιερωμένοι στον Κύριο· ελάτε, και προσφέρετε θυσίες και ευχαριστήριες προσφορές στον οίκο τού Κυρίου. Και η σύναξη πρόσφερε θυσίες και ευχαριστήριες προσφορές, καθένας που ήταν πρόθυμος στην καρδιά, πρόσφερε ολοκαυτώματα.
32 Και ο αριθμός των ολοκαυτωμάτων, που πρόσφερε η σύναξη, έγινε 70 μοσχάρια, 100 κριάρια, 200 αρνιά· όλα αυτά ήσαν για ολοκαύτωση στον Κύριο.
33 Και τα αφιερώματα ήσαν 600 βόδια και 3.000 πρόβατα.
34 Οι ιερείς, όμως, ήσαν λίγοι, και δεν μπορούσαν να γδέρνουν όλα τα ολοκαυτώματα· γι' αυτό, οι αδελφοί τους οι Λευίτες τούς βοήθησαν, μέχρις ότου συντελέστηκε η εργασία, και μέχρις ότου οι ιερείς αγιάστηκαν· επειδή, οι Λευίτες στάθηκαν πιο ευθείς στην καρδιά στο να αγιαστούν, παρά οι ιερείς.
35 Ακόμα δε τα ολοκαυτώματα ήσαν πολλά, μαζί με τα λίπη των ειρηνικών προσφορών, και μαζί με τις σπονδές για κάθε ολοκαύτωμα. Έτσι αποκαταστάθηκε η υπηρεσία τού οίκου τού Κυρίου.
36 Και ο Εζεκίας ευφράνθηκε, και ολόκληρος ο λαός, ότι ο Θεός είχε προδιαθέσει τον λαό· επειδή, το πράγμα έγινε ξαφνικά.




Κεφάλαιο 30

1 ΚΑΙ ο Εζεκίας έστειλε σε ολόκληρο τον Ισραήλ και τον Ιούδα· έγραψε ακόμα επιστολές στον Εφραϊμ και στον Μανασσή, για νάρθουν στον οίκο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, για να κάνουν Πάσχα στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.
2 Επειδή, ο βασιλιάς έκανε συμβούλιο, και οι άρχοντές του, και ολόκληρη η σύναξη του λαού στην Ιερουσαλήμ να κάνουν το Πάσχα στον δεύτερο μήνα.
3 Επειδή, δεν μπόρεσαν να το κάνουν κατά την εποχή εκείνη, για τον λόγο ότι οι ιερείς δεν ήσαν αρκετά αγιασμένοι, και ο λαός δεν ήταν συγκεντρωμένος στην Ιερουσαλήμ.
4 Και το πράγμα άρεσε στον βασιλιά, και σε ολόκληρη τη σύναξη.
5 Γι' αυτό, αποφάσισαν να διακηρύξουν μέσα σε ολόκληρο τον Ισραήλ, από τη Βηρ-σαβεέ μέχρι τη Δαν, νάρθουν για να κάνουν Πάσχα στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, στην Ιερουσαλήμ· επειδή, από πολύ χρόνο δεν είχαν κάνει σύμφωνα με το γραμμένο.
6 Και οι ταχυδρόμοι πήγαν με τις επιστολές, από τον βασιλιά και τους άρχοντές του, μέσα από ολόκληρο τον Ισραήλ και τον Ιούδα, και σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά, λέγοντας: Γιοι τού Ισραήλ, επιστρέψτε στον Κύριο τον Θεό τού Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ισραήλ· κι αυτός θα επιστρέψει σ' εκείνους που από σας εναπέμειναν, όσοι διασωθήκατε από το χέρι των βασιλιάδων τής Ασσυρίας·
7 και μη γίνεστε όπως οι πατέρες σας, και όπως οι αδελφοί σας, που ασέβησαν στον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους· και τους παρέδωσε σε ερήμωση, όπως βλέπετε·
8 τώρα, μη σκληρύνετε τον τράχηλό σας, όπως οι πατέρες σας· υποταχθείτε στον Κύριο, και μπείτε μέσα στο αγιαστήριό του, που αγίασε στον αιώνα· και δουλέψτε τον Κύριο τον Θεό σας, για να αποστρέψει την έξαψη του θυμού του από σας·
9 επειδή, αν επιστρέψετε στον Κύριο, οι αδελφοί σας και τα παιδιά σας θα βρουν έλεος μπροστά σ' αυτούς που τους αιχμαλώτισαν, και θα επανέλθουν σ' αυτή τη γη· επειδή, ο Κύριος ο Θεός σας είναι οικτίρμονας και ελεήμονας, και δεν θα αποστρέψει από σας το πρόσωπό του, αν επιστρέψετε σ' αυτόν.
10 Και οι ταχυδρόμοι πέρασαν μέσα από πόλη σε πόλη, μέσα από τη γη τού Εφραϊμ και του Μανασσή, και μέχρι τον Ζαβουλών· όμως, εκείνοι τους περιγέλασαν, και τους χλεύασαν.
11 Μερικοί, όμως, από τον Ασήρ και τον Μανασσή και τον Ζαβουλών ταπεινώθηκαν, και ήρθαν στην Ιερουσαλήμ.
12 Και επάνω στον Ιούδα ήταν το χέρι τού Θεού, ώστε να τους δώσει μια καρδιά, για να κάνουν την προσταγή τού βασιλιά και των αρχόντων, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
13 Και συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ, πολύς λαός, για να κάνουν τη γιορτή των αζύμων στον δεύτερο μήνα, μια υπερβολικά μεγάλη σύναξη.
14 Και αφού σηκώθηκαν, αφαίρεσαν τα θυσιαστήρια που υπήρχαν στην Ιερουσαλήμ· και αφαίρεσαν όλα τα θυσιαστήρια του θυμιάματος, και τα έρριξαν στον χείμαρρο των Κέδρων.
15 Και θυσίασαν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού δεύτερου μήνα· και οι ιερείς και οι Λευίτες ντράπηκαν, και αφού αγιάστηκαν, έφεραν ολοκαυτώματα στον οίκο τού Κυρίου.
16 Και στάθηκαν στον τόπο τους, σύμφωνα με την τάξη τους, σύμφωνα με τον νόμο τού Μωυσή, του ανθρώπου τού Θεού· και οι ιερείς ράντιζαν το αίμα, παίρνοντας από το χέρι των Λευιτών.
17 Επειδή, υπήρχαν πολλοί μέσα στη σύναξη, που δεν είχαν αγιαστεί· γι' αυτό, οι Λευίτες πήραν το φορτίο να σφάξουν τα αρνιά τού Πάσχα για καθέναν που δεν ήταν καθαρός, για να τους αγιάσουν στον Κύριο.
18 Επειδή, ένα μεγάλο μέρος από τον λαό, πολλοί από τον Εφραϊμ, και τον Μανασσή, τον Ισσάχαρ, και τον Ζαβουλών δεν είχαν καθαριστεί, αλλ' έτρωγαν το Πάσχα, όχι σύμφωνα με το γραμμένο· ο Εζεκίας, όμως, δεήθηκε γι' αυτούς, λέγοντας: Ο αγαθός Κύριος ας γίνει ελεήμονας σε καθέναν,
19 που κατευθύνει την καρδιά του στο να εκζητεί τον Θεό, τον Κύριο τον Θεό των πατέρων του, ακόμα και αν δεν καθαρίστηκε σύμφωνα με τον καθαρισμό τού αγιαστηρίου.
20 Και ο Κύριος εισάκουσε τον Εζεκία, και συγχώρεσε τον λαό.
21 Και οι γιοι Ισραήλ, αυτοί που βρέθηκαν στην Ιερουσαλήμ, έκαναν επτά ημέρες τη γιορτή των αζύμων με μεγάλη ευφροσύνη· και οι Λευίτες και οι ιερείς υμνούσαν καθημερινά, τον Κύριο, με δυνατά όργανα.
22 Και ο Εζεκίας μίλησε σύμφωνα με την καρδιά όλων των Λευιτών που είχαν αγαθή σύνεση για τον Κύριο· και έτρωγαν στη γιορτή επτά ημέρες, θυσιάζοντας ειρηνικές θυσίες, και δοξολογώνταςτον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
23 Και ολόκληρη η συναγωγή έκανε συμβούλιο για να κάνουν άλλες επτά ημέρες· και έκαναν ευφροσύνη άλλες επτά ημέρες.
24 Επειδή, ο Εζεκίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, πρόσφερε στη σύναξη, 1.000 βόδια και 7.000 πρόβατα· και οι άρχοντες πρόσφεραν στη σύναξη, 1.000 βόδια και 10.000 πρόβατα· και αγιάστηκαν πολλοί ιερείς.
25 Και ευφράνθηκαν, ολόκληρη η σύναξη του Ιούδα, και οι ιερείς και οι Λευίτες, και ολόκληρη η σύναξη, που είχε συγκεντρωθεί από τον Ισραήλ, και οι ξένοι, που είχαν έρθει από τη γη τού Ισραήλ, κι εκείνοι που κατοικούσαν στη γη τού Ιούδα.
26 Και έγινε μεγάλη ευφροσύνη στην Ιερουσαλήμ· επειδή, από τις ημέρες τού Σολομώντα, του γιου τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, δεν είχε γίνει τέτοιο πράγμα στην Ιερουσαλήμ.
27 Ύστερα απ' αυτά, αφού οι ιερείς και οι Λευίτες σηκώθηκαν, ευλόγησαν τον λαό· και η φωνή τους εισακούστηκε, και η προσευχή τους ήρθε στον ουρανό, το άγιο κατοικητήριο του Κυρίου.




Κεφάλαιο 31

1 Και αφού συντελέστηκαν όλα αυτά, ολόκληρος ο Ισραήλ, αυτοί που βρέθηκαν, βγήκαν έξω στις πόλεις τού Ιούδα και σύντριψαν τα αγάλματα, και κατέκοψαν τα άλση, και γκρέμισαν τους ψηλούς τόπους και τα θυσιαστήρια από ολόκληρο τον Ιούδα και τον Βενιαμίν· το ίδιο έκαναν και στον Εφραϊμ και τον Μανασσή, μέχρις ότου τελείωσαν. Τότε, όλοι οι γιοι Ισραήλ επέστρεψαν, κάθε ένας στην ιδιοκτησία του, στις πόλεις τους.
2 ΚΑΙ ο Εζεκίας έβαλε σε τάξη τις διαιρέσεις των ιερέων και των Λευιτών, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, κάθε έναν σύμφωνα με την υπηρεσία του, τους ιερείς και τους Λευίτες, για τα ολοκαυτώματα και τις ειρηνικές προσφορές, για να υπηρετούν, και να δοξολογούν, και να υμνούν, στις πύλες των σκηνωμάτων τού Κυρίου.
3 Ρύθμισε και το μερίδιο του βασιλιά, από τα υπάρχοντά του, για τις ολοκαυτώσεις, για τις πρωινές και τις εσπερινές ολοκαυτώσεις, και για τις ολοκαυτώσεις των σαββάτων, και των νεομηνιών, και των επισήμων γιορτών, σύμφωνα με το γραμμένο στον νόμο τού Κυρίου.
4 Ακόμα, είπε στον λαό, που κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, να δίνει τη μερίδα των ιερέων και των Λευιτών, για να ενισχύονται στον νόμο τού Κυρίου.
5 Και καθώς διαδόθηκε ο λόγος, οι γιοι Ισραήλ έφεραν απαρχές από σιτάρι, και κρασί, και λάδι, και μέλι, και από όλα τα γεννήματα του χωραφιού σε αφθονία· ακόμα, έφεραν σε αφθονία τα δέκατα από κάθε πράγμα.
6 Και οι γιοι τού Ισραήλ και του Ιούδα, που κατοικούσαν στις πόλεις τού Ιούδα, κι αυτοί έφεραν τα δέκατα από βόδια και πρόβατα, και τα δέκατα των άγιων πραγμάτων, που αφιερώνονταν στον Κύριο τον Θεό τους, και τα έβαλαν σε σωρούς.
7 Στον τρίτο μήνα άρχισαν να κάνουν τούς σωρούς, και στον έβδομο μήνα τελείωσαν.
8 Και όταν ο Εζεκίας και οι άρχοντες ήρθαν και είδαν τούς σωρούς, ευλόγησαν τον Κύριο, και τον λαό του τον Ισραήλ.
9 Έπειτα, ο Εζεκίας ρώτησε τους ιερείς και τους Λευίτες για τους σωρούς.
10 Και ο Αζαρίας, ο πρώτος ιερέας, από την οικογένεια του Σαδώκ, του απάντησε, και είπε: Αφότου άρχισαν να φέρνουν τις προσφορές στον οίκο τού Κυρίου, φάγαμε σε χορτασμό, και περίσσευσε πληθώρα· επειδή, ο Κύριος ευλόγησε τον λαό του· κι αυτό που εναπέμεινε είναι η μεγάλη αυτή αφθονία.
11 Τότε, ο Εζεκίας είπε να ετοιμάσουν τα ταμεία στον οίκο τού Κυρίου· και τα ετοίμασαν,
12 και έφεραν μέσα με πιστότητα τις προσφορές, και τα δέκατα, και τα αφιερώματα· και επιστάτης σ' αυτούς ήταν ο Χωνανίας ο Λευίτης, και ύστερα απ' αυτόν ο Σιμεϊ ο αδελφός του.
13 Και ο Ιεχιήλ, και ο Αζαζίας, και ο Ναχάθ, και ο Ασαήλ, και ο Ιεριμώθ, και ο Ιωζαβάδ, και ο Ελιήλ, και ο Ισμαχίας, και ο Μαάθ, και ο Βεναϊας, ήσαν επιτηρητές, κάτω από την οδηγία τού Χωνανία και του Σιμεϊ τού αδελφού του, με προσταγή τού βασιλιά Εζεκία, και του Αζαρία τού επιστάτη τού οίκου τού Θεού.
14 Και ο Κωρή, ο γιος τού Ιεμνά τού Λευίτη, ο πυλωρός προς ανατολάς, ήταν υπεύθυνος στις προαιρετικές προσφορές τού Θεού, για να διανέμει τις προσφορές τού Κυρίου, και τα αγιότατα πράγματα.
15 Και μαζί του ήταν ο Εδέν, και ο Μινιαμείν, και ο Ιησούς, και ο Σεμαϊας, ο Αμαρίας, και ο Σεχανίας, στις πόλεις των ιερέων, εμπιστευμένοι να διανέμουν στους αδελφούς τους, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, το ίδιο στον μεγάλο και στον μικρό,
16 σε κάθε έναν που έμπαινε μέσα στον οίκο τού Κυρίου, το καθημερινό του μερίδιο, στα καθήκοντα της υπηρεσίας του, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, εκτός από τα αρσενικά τους, που απαριθμήθηκαν κατά γενεαλογία, από ηλικίας τριών χρόνων κι επάνω·
17 και η απαρίθμηση των ιερέων, και των Λευιτών, έγινε, σύμφωνα με την οικογένεια των πατριών τους, από ηλικίας 20 χρόνων κι επάνω, σύμφωνα με τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους·
18 και σε όλα τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, και τους γιους τους, και τις θυγατέρες τους, σε ολόκληρη τη σύναξη, που απαριθμήθηκαν κατά γενεαλογία· επειδή, με πιστότητα αγιάστηκαν στα άγια.
19 Και για τους γιους τού Ααρών τούς ιερείς, στα χωράφια των προαστίων των πόλεών τους, σε κάθε μια πόλη ήσαν άνθρωποι διορισμένοι ονομαστικά για να δίνουν μερίδια σε όλα τα αρσενικά ανάμεσα στους ιερείς, και σε όλα όσα απαριθμήθηκαν ανάμεσα στους Λευίτες.
20 Και ο Εζεκίας έκανε με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρο τον Ιούδα· και έπραξε το καλό και το ευθύ και το αληθινό, μπροστά στον Κύριο τον Θεό του.
21 Και σε κάθε έργο που άρχισε στην υπηρεσία τού οίκου τού Θεού, και σε κάθε νόμο, και στα προστάγματα, εκζητώντας τον Θεό του, το έκανε με ολόκληρη την καρδιά του, και ευοδωνόταν.




Κεφάλαιο 32

1 ΥΣΤΕΡΑ από τα πράγματα αυτά, κι αυτή την αλήθεια, ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ήρθε και μπήκε μέσα στον Ιούδα, και στρατοπέδευσε ενάντια στις οχυρές πόλεις, και είπε να τις υποτάξει στον εαυτό του.
2 Και ο Εζεκίας, βλέποντας ότι ήρθε ο Σενναχειρείμ, και σκοπός του ήταν να πολεμήσει εναντίον τής Ιερουσαλήμ,
3 έκανε συμβούλιο με τους άρχοντές του, και μαζί με τους δυνατούς του, να φράξει τα νερά των πηγών, που ήσαν έξω από την πόλη· και συνεργάστηκαν μαζί του.
4 Και συγκεντρώθηκε πολύς λαός, και έφραξαν όλες τις πηγές, και τον ποταμό που έρρεε διαμέσου τής γης, λέγοντας: Για ποιον λόγο, όταν έρθουν οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας, να βρουν πολύ νερό;
5 Και αφού ενδυναμώθηκε, ανοικοδόμησε ολόκληρο το χαλασμένο τείχος, και το ανύψωσε μέχρι τους πύργους, και επισκεύασε ένα άλλο τείχος έξω, και επισκεύασε τη Μιλλώ, την πόλη τού Δαβίδ, και έκανε πολλά όπλα και επιμήκεις ασπίδες.
6 Και έβαλε πολέμαρχους επικεφαλής τού λαού, και τους συγκέντρωσε κοντά του στην πλατεία τής πύλης τής πόλης, και μίλησε σύμφωνα με την καρδιά τους, λέγοντας:
7 Ρνδυναμώνεστε και γίνεστε ανδρείοι, μη φοβηθείτε, ούτε να τρομάξετε, από το πρόσωπο του βασιλιά τής Ασσυρίας, και από το πρόσωπο όλου τού πλήθους αυτών που είναι μαζί του· επειδή, περισσότεροι είναι μαζί μας παρά μαζί του·
8 μαζί του είναι σάρκινοι βραχίονες· μαζί μας, όμως, είναι ο Κύριος ο Θεός μας, για να μας βοηθάει, και να μάχεται τις μάχες μας. Και ο λαός ενθαρρύνθηκε με τα λόγια τού Εζεκία, του βασιλιά τού Ιούδα.
9 Ύστερα απ' αυτά, ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, (ενώ αυτός, έχοντας μαζί του όλη τη δύναμή του, πολιορκούσε τη Λαχείς), έστειλε τους δούλους του, στην Ιερουσαλήμ, στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, που ήταν στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας:
10 Έτσι λέει ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Σε τι έχετε πεποίθηση και κάθεστε, ενώ είστε πολιορκημένοι στην Ιερουσαλήμ;
11 Δεν σας εξαπατάει ο Εζεκίας για να σας παραδώσει σε θάνατο από πείνα και από δίψα, λέγοντας: Ο Κύριος ο Θεός μας θα μας ελευθερώσει από το χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας;
12 Αυτός ο ίδιος ο Εζεκίας δεν σήκωσε τους ψηλούς τόπους του, και τα θυσιαστήριά του, και είπε στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας: Μπροστά σε ένα θυσιαστήριο μόνον θα προσκυνάτε, κι επάνω σ' αυτό θα θυμιάζετε;
13 Δεν ξέρετε τι έχω κάνει εγώ, και οι πατέρες μου, σε όλους τούς λαούς τής γης; Μπόρεσαν οι θεοί των εθνών τής γης να λυτρώσουν τούς τόπους τους από το χέρι μου;
14 Ποιος απ' όλους τους θεούς εκείνων των εθνών, που οι πατέρες μου εξολόθρευσαν, μπόρεσε να λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου, ώστε ο Θεός σας να μπορέσει να σας λυτρώσει από το χέρι μου;
15 Τώρα, λοιπόν, ας μη σας πλανάει ο Εζεκίας, και ας μη σας εξαπατάει έτσι, και μη τον πιστεύετε· επειδή, κανένας θεός κανενός έθνους ή βασιλείας δεν μπόρεσε να λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου, και από το χέρι των πατέρων μου· πολύ λιγότερο θα μπορέσει ο Θεός σας να σας λυτρώσει από το χέρι μου.
16 Κι ακόμα περισσότερα μίλησαν οι δούλοι του ενάντια στον Κύριο τον Θεό, και ενάντια στον δούλο του τον Εζεκία.
17 Έγραψε και επιστολές για να ονειδίσει τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, και να μιλήσει εναντίον του, λέγοντας: Όπως οι θεοί των εθνών τής γης δεν λύτρωσαν τον λαό τους από το χέρι μου, έτσι και ο Θεός τού Εζεκία δεν θα λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου.
18 Τότε, βόησαν με μεγάλη φωνή, Ιουδαϊστί, προς τον λαό τής Ιερουσαλήμ, που ήταν επάνω στο τείχος, για να τους φοβίσουν και να τους ταράξουν, ώστε να κυριεύσουν την πόλη·
19 και μίλησαν εναντίον τού Θεού τής Ιερουσαλήμ, όπως είχαν κάνει ενάντια στους θεούς τής γης, που είναι έργα χεριών ανθρώπων.
20 Και ο βασιλιάς Εζεκίας προσευχήθηκε γι' αυτά, και ο προφήτης Ησαϊας, ο γιος τού Αμώς, και βόησαν προς τον ουρανό.
21 Και ο Κύριος έστειλε έναν άγγελο, που αφάνισε όλους τους ισχυρούς με δύναμη, και τους άρχοντες, και τους στρατηγούς μέσα στο στρατόπεδο του βασιλιά τής Ασσυρίας. Και επέστρεψε στη γη του, με καταντροπιασμένο το πρόσωπο. Και όταν μπήκε στον οίκο τού θεού του, εκείνοι που βγήκαν από τα σπλάχνα του, τον θανάτωσαν εκεί με μάχαιρα.
22 Και ο Κύριος έσωσε τον Εζεκία, και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, από το χέρι τού Σενναχειρείμ, του βασιλιά τής Ασσυρίας, και από το χέρι όλων, και τους ασφάλισε ολόγυρα.
23 Και πολλοί έφεραν δώρα προς τον Κύριο στην Ιερουσαλήμ, και πολύτιμα πράγματα στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα· και από τότε μεγαλύνθηκε μπροστά σε όλα τα έθνη.
24 Κατά τις ημέρες εκείνες, ο Εζεκίας αρρώστησε μέχρι θανάτου· και προσευχήθηκε στον Κύριο· και τον εισάκουσε, και του έδωσε ένα σημάδι.
25 Όμως, ο Εζεκίας δεν ανταπέδωσε σύμφωνα με την ευεργεσία που του έγινε· επειδή, υψώθηκε η καρδιά του· γι' αυτό, ήρθε οργή επάνω του, κι επάνω στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ.
26 Και για την έπαρση της καρδιάς του, ο Εζεκίας ταπεινώθηκε, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και δεν ήρθε επάνω τους, στις ημέρες του Εζεκία, η οργή τού Κυρίου.
27 Και ο Εζεκίας απέκτησε πλούτο και μεγάλη δόξα, σε υπερβολικό βαθμό· και έκανε στον εαυτό του θησαυρούς από ασήμι, και χρυσάφι, και πολύτιμες πέτρες, και αρώματα, και ασπίδες, και από κάθε είδος επιθυμητά σκεύη·
28 και αποθήκες για το εισόδημα του σιταριού, και του κρασιού, και του λαδιού· και σταύλους για κτήνη κάθε είδους, και μάνδρες για κοπάδια.
29 Και έκανε πόλεις για τον εαυτό του, και απέκτησε πρόβατα και βόδια σε πλήθος· επειδή, ο Θεός έδωσε σ' αυτόν περιουσία υπερβολικά μεγάλη.
30 Ακόμα, αυτός ο Εζεκίας έφραξε την επάνω έξοδο των νερών τού Γιών, και τα κατεύθυνε προς τα κάτω, δυτικά από την πόλη τού Δαβίδ. Και ο Εζεκίας ευοδώθηκε σε όλα τα έργα του.
31 Με τους πρεσβευτές, όμως, των αρχόντων της Βαβυλώνας, που έστειλαν σ' αυτόν για να ερευνήσουν για το θαύμα που είχε γίνει στη γη, ο Θεός τον εγκατέλειψε, για να τον δοκιμάσει, ώστε να γνωρίσει όλα όσα ήσαν μέσα στην καρδιά του.
32 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Εζεκία, και τα ελέη του, δέστε, είναι γραμμένα στην όραση του προφήτη Ησαϊα, του γιου τού Αμώς, στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα, και του Ισραήλ.
33 Και ο Εζεκίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στον πιο ψηλό από τους τάφους των γιων τού Δαβίδ· και ολόκληρος ο Ιούδας και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τού έκαναν στον θάνατό του τιμές· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Μανασσής, ο γιος του.




Κεφάλαιο 33

1 Ο ΜΑΝΑΣΣΗΣ ήταν 12 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 55 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
2 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, τα οποία ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ·
3 και ανοικοδόμησε τους ψηλούς τόπους, τους οποίους ο πατέρας του ο Εζεκίας είχε καταστρέψει, και ανέγειρε θυσιαστήρια στους Βααλείμ, και έκανε άλση, και προσκύνησε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, και τα λάτρευσε.
4 Και οικοδόμησε θυσιαστήρια στον οίκο τού Κυρίου, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει: Στην Ιερουσαλήμ θα είναι το όνομά μου στον αιώνα.
5 Και οικοδόμησε θυσιαστήρια σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου.
6 Κι αυτός διαπέρασε τους γιους του μέσα από τη φωτιά στην κοιλάδα τού γιου τού Εννόμ· και προμάντευε καιρούς, και έκανε οιωνισμούς και μαγείες, και σύστησε ανταποκριτές δαιμονίων και επαοιδούς· έπραξε πολλά πονηρά πράγματα μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίσει.
7 Και έστησε το γλυπτό, την εικόνα που είχε κάνει, στον οίκο τού Θεού, για τον οποίο ο Θεός είχε πει στον Δαβίδ και στον Σολομώντα τον γιο του: Μέσα σ' αυτόν τον οίκο, και στην Ιερουσαλήμ, που διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ, θα βάλω το όνομά μου στον αιώνα·
8 και δεν θα μετασαλεύσω το πόδι τού Ισραήλ από τη γη που παρέδωσα στους πατέρες σας· αν μόνον προσέξουν να κάνουν όλα όσα έχω προστάξει σ' αυτούς, σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο και τα διατάγματα και τις κρίσεις, που δόθηκαν διαμέσου τού Μωυσή.
9 Και ο Μανασσής πλάνησε τον Ιούδα και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, ώστε να πράττουν πονηρότερα από τα έθνη, που ο Κύριος είχε αφανίσει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
10 Και ο Κύριος μίλησε στον Μανασσή, και στον λαό του· όμως, δεν έδωσαν προσοχή.
11 Γι' αυτό, έφερε εναντίον τους ο Κύριος τους άρχοντες του στρατού τού βασιλιά τής Ασσυρίας, και έπιασαν τον Μανασσή ανάμεσα στους θάμνους, και αφού τον έδεσαν με αλυσίδες, τον έφεραν στη Βαβυλώνα.
12 Και ενώ ήταν μέσα σε θλίψη, ικέτευσε τον Κύριο τον Θεό του, και ταπεινώθηκε υπερβολικά μπροστά στον Θεό των πατέρων του,
13 και προσευχήθηκε σ' αυτόν· τότε, ο Θεός τον ελέησε, και άκουσε τη δέησή του, και τον επανέφερε στην Ιερουσαλήμ, στο βασίλειό του. Τότε, γνώρισε ο Μανασσής ότι ο Κύριος αυτός είναι ο Θεός.
14 Και ύστερα απ' αυτό, οικοδόμησε ένα τείχος έξω από την πόλη τού Δαβίδ, προς δυσμάς τού Γιών, στην κοιλάδα, μέχρι την ιχθυϊκή είσοδο της πύλης, και περικύκλωσε το Οφήλ, και το ύψωσε σε μεγάλο ύψος, και έβαλε πολέμαρχους σε όλες τις οχυρωμένες πόλεις τού Ιούδα.
15 Και αφαίρεσε τους ξένους θεούς, και την εικόνα από τον οίκο τού Κυρίου, και όλα τα θυσιαστήρια, που είχε οικοδομήσει επάνω στο βουνό τού Κυρίου, και στην Ιερουσαλήμ· και τα έρριξε έξω από την πόλη.
16 Και ανόρθωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, και θυσίασε επάνω σ' αυτό θυσίες ειρηνικές και ευχαριστήριες, και πρόσταξε τον Ιούδα να λατρεύει τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.
17 Ο λαός, όμως, θυσίαζε ακόμα επάνω στους ψηλούς τόπους, όμως μόνον στον Κύριο τον Θεό τους.
18 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Μανασσή, και η προσευχή του, που έκανε στον Θεό του, και τα λόγια των βλεπόντων, που του μίλησαν στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ, δέστε, είναι γραμμένα στα χρονικά τών βασιλιάδων τού Ισραήλ.
19 Και η προσευχή του, και πώς εισακούστηκε, και όλες οι αμαρτίες του, και η αποστασία του, και τα μέρη όπου είχε οικοδομήσει ψηλούς τόπους, και είχε στήσει τα άλση και τα γλυπτά, πριν ταπεινωθεί, δέστε, είναι γραμμένα στα λόγια τών βλεπόντων.
20 Και ο Μανασσής κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στο σπίτι του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμμών, ο γιος του.
21 Ο ΑΜΜΩΝ ήταν ηλικίας 22 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε δύο χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
22 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως είχε πράξει ο Μανασσής, ο πατέρας του· και ο Αμμών θυσίαζε σε όλα τα γλυπτά, που είχε κάνει ο πατέρας του, ο Μανασσής, και τα λάτρευε·
23 και δεν ταπεινώθηκε μπροστά στον Κύριο, όπως είχε ταπεινωθεί ο πατέρας του, ο Μανασσής· αλλ' αυτός, ο Αμμών, ανόμησε περισσότερο και περισσότερο.
24 Και οι δούλοι του συνωμότησαν εναντίον του, και τον θανάτωσαν μέσα στο σπίτι του.
25 Και ο λαός τής γης θανάτωσε όλους εκείνους που είχαν συνωμοτήσει ενάντια στον βασιλιά Αμμών· και ο λαός τής γης έκανε, αντ' αυτού, βασιλιά τον Ιωσία, τον γιο του.




Κεφάλαιο 34

1 Ο ΙΩΣΙΑΣ ήταν ηλικίας οκτώ χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 31 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
2 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε στους δρόμους τού πατέρα του, του Δαβίδ, και δεν ξέκλινε δεξιά ή αριστερά.
3 Και στον όγδοο χρόνο τής βασιλείας του, ενώ ήταν ακόμα νέος, άρχισε να εκζητεί τον Θεό τού πατέρα του, του Δαβίδ· και στον 12ο χρόνο άρχισε να καθαρίζει τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, από τους ψηλούς τόπους, και από τα άλση, και τα γλυπτά και τα χωνευτά.
4 Και μπροστά του κατέστρεψαν τα θυσιαστήρια των Βααλείμ· και καταγκρέμισε τα είδωλα που ήσαν επάνω απ' αυτά· και τα άλση, και τα γλυπτά, και τα χωνευτά, τα κατασύντριψε, και τα λέπτυνε σε σκόνη, και την έρριξε επάνω στα μνήματα εκείνων που θυσίαζαν σ' αυτά.
5 Και έκαψε τα κόκαλα των ιερέων επάνω στα θυσιαστήριά τους, και καθάρισε τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ.
6 Και έκανε το ίδιο στις πόλεις τού Μανασσή, και του Εφραϊμ, και του Συμεών, και μέχρι τού Νεφθαλί, ολόγυρα στους ερημωμένους τόπους τους.
7 Και αφού κατέστρεψε τα θυσιαστήρια και τα άλση, και καταλέπτυνε τα γλυπτά σε σκόνη, και κατέκοψε όλα τα είδωλα μέσα από ολόκληρη τη γη τού Ισραήλ, γύρισε στην Ιερουσαλήμ.
8 Και στον 18ο χρόνο τής βασιλείας του, αφού καθάρισε τη γη και τον ναό, έστειλε τον Σαφάν, τον γιο τού Αζαλία, και τον Μαασία, τον άρχοντα της πόλης, και τον Ιωάχ, τον γιο τού Ιωάχαζ, τον υπομνηματογράφο, για να επισκευάσουν τον οίκο τού Κυρίου τού Θεού του.
9 Και όταν ήρθαν στον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, παρέδωσαν το ασήμι που είχε μπει μέσα στον οίκο τού Θεού, το οποίο οι Λευίτες, που φύλαγαν τις θύρες, είχαν συνάξει από το χέρι τού Μανασσή και του Εφραϊμ, και από ολόκληρο το υπόλοιπο του Ισραήλ, και από ολόκληρον τον Ιούδα και τον Βενιαμίν· και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.
10 Και τα έδωσαν στο χέρι εκείνων που έκαναν τα έργα, και εκείνων που επιστατούσαν στον οίκο τού Κυρίου· κι εκείνοι που έκαναν τα έργα, τα οποία εργάζονταν στον οίκο τού Κυρίου, το παρέδωσαν για να επισκευάσουν και να επιδιορθώσουν τον οίκο·
11 στους μαραγκούς και οικοδόμους το έδωσαν, για να αγοράσουν πελεκητές πέτρες, και ξύλα για δοκούς, και για να στεγάσουν τα οικήματα που είχαν καταστρέψει οι βασιλιάδες τού Ιούδα.
12 Και οι άνδρες εργάζονταν το έργο με πιστότητα· και επάνω σ' αυτούς επιτηρητές ήσαν ο Ιαάθ και ο Οβαδία, οι Λευίτες, από τους γιους τού Μεραρί· και ο Ζαχαρίας και ο Μεσσουλάμ, από τους γιους των Κααθιτών, για να επισπεύδουν το έργο· και από τους Λευίτες όλοι οι επιστήμονες μουσικών οργάνων.
13 Ακόμα, είχαν την επίβλεψη στους αχθοφόρους και τους εργοδιώκτες όλων των εργαζόμενων, σε οποιαδήποτε υπηρεσία· και από τους Λευίτες ήσαν γραμματείς, και επιστάτες, και θυρωροί.
14 Και ενώ έβγαζαν το ασήμι, που είχε μπει στον οίκο τού Κυρίου, ο Χελκίας ο ιερέας βρήκε το βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου, που είχε δοθεί διαμέσου τού Μωυσή.
15 Και ο Χελκίας αποκρίθηκε και είπε στον Σαφάν τον γραμματέα: Βρήκα ένα βιβλίο τού νόμου στον οίκο τού Κυρίου. Και ο Χελκίας έδωσε το βιβλίο στον Σαφάν.
16 Και ο Σαφάν έφερε το βιβλίο στον βασιλιά, και έπειτα έδωσε λόγο στον βασιλιά, λέγοντας: Οι δούλοι σου κάνουν κάθε τι που τους ορίστηκε·
17 και αρίθμησαν το ασήμι που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου, και το παρέδωσαν στο χέρι των επιστατών, και στο χέρι εκείνων που κάνουν τα έργα.
18 Και ο Σαφάν ο γραμματέας ανήγγειλε στον βασιλιά, λέγοντας: Ο ιερέας Χελκίας μού έδωσε ένα βιβλίο. Και ο Σαφάν το διάβασε μπροστά στον βασιλιά.
19 Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τού νόμου, έσχισε τα ιμάτιά του.
20 Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία και τον Αχικάμ, τον γιο τού Σαφάν, και τον Αβδών, τον γιο τού Μιχαία, και τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαϊα, τον δούλο τού βασιλιά, λέγοντας:
21 Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Κύριο για μένα, και για όσους εναπέμειναν στον Ισραήλ και τον Ιούδα, και για τα λόγια τού βιβλίου που βρέθηκε· επειδή, η οργή τού Κυρίου, που ξεχύθηκε επάνω μας, είναι μεγάλη, για το ότι οι πατέρες μας δεν φύλαξαν τον λόγο τού Κυρίου, ώστε να πράξουν σύμφωνα με όλα τα γραμμένα μέσα στο βιβλίο.
22 Τότε, πήγε ο Χελκίας, και οι απεσταλμένοι από τον βασιλιά, προς την προφήτισσα Όλδα, τη γυναίκα τού Σαλλούμ, γιου τού Τικβά, γιου τού Ασρά, του ιματιοφύλακα, (κι αυτή κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, προς το Μισνέ)· και της μίλησαν σύμφωνα μ' αυτά.
23 Κι εκείνη τούς είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Πείτε στον άνθρωπο που σας έστειλε σε μένα:
24 Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, εγώ φέρνω κακά επάνω σ' αυτό τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του, όλες τις κατάρες τις γραμμένες στο βιβλίο, που διάβασαν μπροστά στον βασιλιά τού Ιούδα·
25 επειδή, με εγκατέλειψαν, και θυμίασαν σε άλλους θεούς, για να με παροργίσουν εξαιτίας όλων των έργων των χεριών τους· γι' αυτό, ο θυμός μου θα ξεχυθεί επάνω σε τούτο τον τόπο, και δεν θα σβήσει.
26 Και στον βασιλιά τού Ιούδα, που σας έστειλε για να ρωτήσετε τον Κύριο, έτσι θα του πείτε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, για τα λόγια που άκουσες·
27 επειδή, απαλύνθηκε η καρδιά σου, και ταπεινώθηκες μπροστά στον Θεό, όταν άκουσες τα λόγια του ενάντια σ' αυτόν τον τόπο, και ενάντια στους κατοίκους του, και ταπεινώθηκες μπροστά μου, και έσχισες τα ιμάτιά σου, και έκλαψες μπροστά μου, γι' αυτό κι εγώ σε εισάκουσα, λέει ο Κύριος·
28 δες, εγώ θα σε συνάξω στους πατέρες σου, και θα συναχθείς στον τάφο σου με ειρήνη, και τα μάτια σου δεν θα δουν όλα τα κακά, που εγώ θα φέρνω επάνω σε τούτο τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του. -Και έφεραν απάντηση στον βασιλιά.
29 Και ο βασιλιάς έστειλε και συγκέντρωσε όλους τους πρεσβύτερους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.
30 Και ο βασιλιάς ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και όλοι οι άνδρες τού Ιούδα, και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ολόκληρος ο λαός, από τον μεγάλο μέχρι τον μικρό· και διάβασαν σε επήκοόν τους όλα τα λόγια τού βιβλίου τής διαθήκης, που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου.
31 Και ο βασιλιάς, αφού στάθηκε στον τόπο του, έκανε τη συνθήκη μπροστά στον Κύριο, να περπατάει πίσω από τον Κύριο, και να φυλάττει τις εντολές του, και τα μαρτύριά του, και τα διατάγματά του, με ολόκληρη την καρδιά του, και με ολόκληρη την ψυχή του, ώστε να εκτελεί τα λόγια τής διαθήκης, που ήσαν γραμμένα σε τούτο το βιβλίο.
32 Και έκανε να σταθούν σε τούτο όλοι όσοι βρέθηκαν στην Ιερουσαλήμ και στον Βενιαμίν. Και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έκαναν σύμφωνα με τη διαθήκη τού Θεού, του Θεού των πατέρων τους.
33 Και ο Ιωσίας αφαίρεσε όλα τα βδελύγματα από όλους τούς τόπους των γιων Ισραήλ, και όσους βρέθηκαν στον Ισραήλ, τους έκανε να λατρεύουν τον Κύριο τον Θεό τους· σε όλες τις ημέρες του δεν απομακρύνθηκαν πίσω από τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.




Κεφάλαιο 35

1 Ο ΙΩΣΙΑΣ έκανε επιπλέον Πάσχα στον Κύριο στην Ιερουσαλήμ· και θυσίασαν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού πρώτου μήνα.
2 Και έβαλε ιερείς στις υπηρεσίες τους, και τους ενίσχυσε στην υπηρεσία τού οίκου τού Κυρίου·
3 και είπε στους Λευίτες, αυτούς που δίδασκαν ολόκληρο τον Ισραήλ, τους καθιερωμένους στον Κύριο: Βάλτε την άγια κιβωτό στον οίκο, τον οποίο έχει οικοδομήσει ο Σολομώντας, ο γιος τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ· δεν θα τη βαστάζετε πλέον επάνω σε ώμους· δουλεύετε τώρα τον Κύριο τον Θεό σας, και τον λαό του τον Ισραήλ·
4 και ετοιμαστείτε σύμφωνα με τις οικογένειες των πατριών σας, κατά τις διαιρέσεις σας, σύμφωνα με το γραμμένο τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, και σύμφωνα με το γραμμένο τού Σολομώντα, του γιου του.
5 Και σταθείτε στο αγιαστήριο, σύμφωνα με τις διαιρέσεις των οικογενειών των πατριών υπέρ των αδελφών σας, των γιων τού λαού, και σύμφωνα με τη διαίρεση των οικογενειών των πατριών των Λευιτών.
6 Και θυσιάστε το Πάσχα, και αγιαστείτε, και ετοιμάστε το στους αδελφούς σας, για να κάνουν σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που δόθηκε διαμέσου τού Μωυσή.
7 Και ο Ιωσίας πρόσφερε στον λαό πρόβατα, αρνιά, και κατσικάκια, τα έδωσε όλα για τις θυσίες τού Πάσχα, για όλους όσους παραβρέθηκαν, 30.000 τον αριθμό, και 3.000 βόδια· αυτά ήσαν από τα υπάρχοντα του βασιλιά.
8 Και οι άρχοντές του το πρόσφεραν προαιρετικά στον λαό, στους ιερείς, και στους Λευίτες. Ο Χελκίας, και ο Ζαχαρίας, και ο Ιεχιήλ, οι άρχοντες του οίκου τού Θεού, έδωσαν στους ιερείς, για τις θυσίες τού Πάσχα, 2.600 αρνιά και κατσίκια, και 300 βόδια.
9 Και ο Χωνανίας, και ο Σεμαϊας, και ο Ναθανιήλ, οι αδελφοί του, και ο Ασαβίας, και ο Ιεϊήλ, και ο Ιωζαβάδ, άρχοντες των Λευιτών, πρόσφεραν στους Λευίτες για θυσίες τού Πάσχα, 5.000 αρνιά και κατσίκια, και 500 βόδια.
10 Και ετοιμάστηκε η υπηρεσία, και οι ιερείς στάθηκαν στον τόπο τους, και οι Λευίτες στις διαιρέσεις τους, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά.
11 Και θυσίασαν το Πάσχα, και οι ιερείς ράντισαν το αίμα από το χέρι τους, και οι Λευίτες έγδαραν τα θύματα.
12 Και διαίρεσαν τα ολοκαυτώματα, για να τα δώσουν σύμφωνα με τις διαιρέσεις των οικογενειών των πατριών τού λαού, για να προσφέρουν στον Κύριο, σύμφωνα με το γραμμένο στο βιβλίο τού Μωυσή· το ίδιο και για τα βόδια.
13 Και το Πάσχα έψησαν με φωτιά, σύμφωνα με το διαταγμένο· και έψησαν τα άγια σε χύτρες, και σε καζάνια, και σε κακάβια, και τα μοίρασαν γρήγορα ανάμεσα σε ολόκληρο τον λαό.
14 Και έπειτα, ετοίμασαν στον εαυτό τους, και στους ιερείς· επειδή, οι ιερείς, οι γιοι τού Ααρών, καταγίνονταν στο να προσφέρουν ολοκαυτώματα και τα λίπη μέχρι αργά τη νύχτα· γι' αυτό, οι Λευίτες ετοίμασαν για τον εαυτό τους, και για τους ιερείς, τους γιους τού Ααρών.
15 Και οι ψαλτωδοί, οι γιοι τού Ασάφ, ήσαν στον τόπο τους, σύμφωνα με τη διαταγή τού Δαβίδ, και του Ασάφ, και του Αιμάν, και του Ιεδουθούν, του βλέποντα τού βασιλιά, και οι πυλωροί φύλαγαν σε κάθε μία πύλη· δεν ήταν ανάγκη να απομακρυνθούν από τις υπηρεσίες τους· επειδή, οι αδελφοί τους οι Λευίτες ετοίμασαν γι' αυτούς.
16 Και ετοιμάστηκε ολόκληρη η υπηρεσία τού Κυρίου την ίδια ημέρα, για να κάνουν το Πάσχα, και να προσφέρουν ολοκαυτώματα επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά Ιωσία.
17 Και οι γιοι Ισραήλ, που παραβρέθηκαν, έκαναν κατά τον καιρό εκείνο το Πάσχα, και τη γιορτή των αζύμων επτά ημέρες.
18 Και δεν είχε γίνει Πάσχα στον Ισραήλ σαν εκείνο, από τις ημέρες τού Σαμουήλ τού προφήτη· ούτε όλοι οι βασιλιάδες τού Ισραήλ είχαν κάνει σαν το Πάσχα που έκανε ο Ιωσίας, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ολόκληρος ο Ιούδας και ο Ισραήλ, αυτοί που παραβρέθηκαν, και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ.
19 Και στον 18ο χρόνο τής βασιλείας τού Ιωσία έγινε τούτο το Πάσχα.
20 Ύστερα από όλα αυτά, αφού ο Ιωσίας ετοίμασε τον οίκο, ανέβηκε ο Νεχαώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου για να πολεμήσει στη Χαρκεμίς προς τον Ευφράτη· και ο Ιωσίας βγήκε εναντίον του.
21 Και του έστειλε μηνυτές, λέγοντας: Τι υπάρχει ανάμεσα σε σένα και σε μένα, βασιλιά τού Ιούδα; Δεν έρχομαι εναντίον σου, αλλ' εναντίον τού οίκου με τον οποίο έχω πόλεμο· και ο Θεός με πρόσταξε να σπεύσω· κράτησε απόσταση από τον Θεό, που είναι μαζί μου, για να μη σε εξολοθρεύσει.
22 Εντούτοις, ο Ιωσίας δεν απέστρεψε το πρόσωπό του απ' αυτόν· αλλά, μετασχηματίστηκε, για να πολεμήσει εναντίον του, και δεν εισάκουσε τα λόγια τού Νεχαώ, που ήσαν από το στόμα τού Θεού, και ήρθε να πολεμήσει στην κοιλάδα Μεγιδδώ.
23 Και οι τοξότες τόξευσαν επάνω στον βασιλιά Ιωσία· και ο βασιλιάς είπε στους δούλους του: Βγάλτε με έξω, επειδή πληγώθηκα βαριά.
24 Και οι δούλοι του τον έβγαλαν από την άμαξά του, και τον επιβίβασαν στη δεύτερη άμαξά του· και τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ, και πέθανε· και θάφτηκε στους τάφους των πατέρων του. Και ολόκληρος ο Ιούδας και η Ιερουσαλήμ πένθησαν για τον Ιωσία.
25 Και ο Ιερεμίας θρήνησε για τον Ιωσία· και όλοι οι ψάλτες και οι ψάλτριες, μέχρι σήμερα, αναφέρουν στους θρήνους τους τον Ιωσία, και τους έκαναν επίσημο θεσμό στον Ισραήλ· και δέστε, είναι γραμμένοι στους Θρήνους.
26 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσία, και τα ελέη του, σύμφωνα με το γραμμένο στον νόμο τού Κυρίου,
27 και τα έργα του, τα πρώτα και τα τελευταία, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ισραήλ και του Ιούδα.




Κεφάλαιο 36

1 ΚΑΙ ο λαός τής γης πήρε τον Ιωάχαζ, τον γιο τού Ιωσία, και τον έκαναν βασιλιά στην Ιερουσαλήμ, αντί του πατέρα του.
2 Ο Ιωάχαζ ήταν ηλικίας 23 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε τρεις μήνες στην Ιερουσαλήμ.
3 Και ο βασιλιάς τής Αιγύπτου τον καθαίρεσε στην Ιερουσαλήμ, και καταδίκασε τη γη σε πρόστιμο από 100 τάλαντα ασήμι, και ένα τάλαντο χρυσάφι.
4 Και ο βασιλιάς της Αιγύπτου έκανε βασιλιά επάνω στον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ τον Ελιακείμ, τον αδελφό του, και άλλαξε το όνομά του σε Ιωακείμ. Ενώ, τον Ιωάχαζ, τον αδελφό του, ο Νεχαώ τον πήρε, και τον έφερε στην Αίγυπτο.
5 Ο Ιωακείμ ήταν ηλικίας 25 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο τον Θεό του.
6 Εναντίον του ανέβηκε ο Ναβουχοδονόσορας, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, και τον έδεσε με αλυσίδες, για να τον φέρει στη Βαβυλώνα.
7 Και από τα σκεύη τού οίκου τού Κυρίου ο Ναβουχοδονόσορας έφερε στη Βαβυλώνα, και τα έβαλε στον ναό του στη Βαβυλώνα.
8 Και οι λοιπές πράξεις τού Ιωακείμ, και τα βδελύγματά του όσα έκανε, και όσα βρέθηκαν σ' αυτόν, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ισραήλ και του Ιούδα· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωαχείν, ο γιος του.
9 Ο ΙΩΑΧΕΙΝ ήταν ηλικίας 18 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε τρεις μήνες και δέκα ημέρες στην Ιερουσαλήμ· και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο.
10 Και στο τέλος τού χρόνου, αφού ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας έστειλε, τον έφερε στη Βαβυλώνα, μαζί με τα εκλεκτά σκεύη τού οίκου τού Κυρίου· και τον Σεδεκία, τον αδελφό του, τον έκανε βασιλιά επάνω στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ.
11 Ο ΣΕΔΕΚΙΑΣ ήταν ηλικίας 21 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
12 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο τον Θεό του· δεν ταπεινώθηκε μπροστά στον Ιερεμία τον προφήτη, ο οποίος μιλούσε από το στόμα τού Κυρίου.
13 Κι ακόμα, αποστάτησε ενάντια στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα, που τον είχε ορκίσει στον Θεό· και σκλήρυνε τον τράχηλό του, και πεισμάτωσε την καρδιά του, ώστε να μη επιστρέψει στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.
14 Ακόμα, όλοι οι πρώτοι από τους ιερείς, και ο λαός, αθέτησαν υπερβολικά τον νόμο και έπραξαν σύμφωνα με όλα τα βδελύγματα των εθνών, και μόλυναν τον οίκο τού Κυρίου, που τον είχε αγιάσει στην Ιερουσαλήμ.
15 Και ο Κύριος, ο Θεός των πατέρων τους, τους παρήγγειλε διαμέσου των απεσταλμένων του, σηκωνόμενος το πρωί και εξαποστέλλοντας· επειδή, λυπόταν τον λαό του, και το κατοικητήριό του.
16 Αυτοί, όμως, χλεύαζαν τους απεσταλμένους τού Θεού, και καταφρονούσαν τα λόγια του, και κορόιδευαν τους προφήτες του, μέχρις ότου η οργή τού Κυρίου ανέβηκε εναντίον τού λαού του, ώστε θεραπεία δεν υπήρχε.
17 Γι' αυτό, έφερε εναντίον τους τον βασιλιά των Χαλδαίων, και θανάτωσε τους νέους τους με μάχαιρα μέσα στον οίκο τού αγιαστηρίου τους, και δεν λυπήθηκε νέον ή παρθένα, γέροντα ή σκυφτόν· όλους τους παρέδωσε στο χέρι του.
18 Και όλα τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, μεγάλα και μικρά, και τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και τους θησαυρούς τού βασιλιά, και των αρχόντων του, τα έφερε όλα στη Βαβυλώνα.
19 Και κατέκαψαν τον οίκο τού Θεού, και κατέσκαψαν το τείχος τής Ιερουσαλήμ, και κατέκαψαν όλα τα παλάτια της με φωτιά, και αφάνισαν όλα τα πολύτιμα σκεύη της.
20 Και όσους ξέφυγαν τη μάχαιρα, τους μετοίκισε στη Βαβυλώνα, όπου ήσαν δούλοι σ' αυτόν και στους γιους του, μέχρι τον καιρό τής βασιλείας των Περσών·
21 για να εκπληρωθεί ο λόγος τού Κυρίου, που είχε γίνει διαμέσου τού στόματος του Ιερεμία, μέχρις ότου η γη χαρεί τα σάββατά της· επειδή, όλο τον καιρό τής ερήμωσής της φύλαγε σάββατο, μέχρις ότου συμπληρωθούν 70 χρόνια.
22 ΚΑΙ στον πρώτο χρόνο τού Κύρου, του βασιλιά τής Περσίας, για να εκπληρωθεί ο λόγος τού Κυρίου, που έγινε διαμέσου τού στόματος του Ιερεμία, ο Κύριος διέγειρε το πνεύμα τού Κύρου, του βασιλιά τής Περσίας, και διακήρυξε μέσα σε ολόκληρο το βασίλειό του, και μάλιστα εγγράφως, λέγοντας:
23 Έτσι λέει ο Κύρος, ο βασιλιάς τής Περσίας: Ο Κύριος, ο Θεός τού ουρανού, έδωσε σε μένα όλα τα βασίλεια της γης· κι αυτός με πρόσταξε να του οικοδομήσω έναν οίκο στην Ιερουσαλήμ, που είναι στην Ιουδαία· ποιος από σας είναι από ολόκληρο τον λαό του; Ο Κύριος ο Θεός του ας είναι μαζί του, και ας ανέβει.