Έσδρας

Κεφάλαιο: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10


-Reset+

Κεφάλαιο 1

1 ΚΑΙ στον πρώτο χρόνο τού Κύρου, του βασιλιά τής Περσίας, για να εκπληρωθεί ο λόγος τού Κυρίου, που δόθηκε με το στόμα τού προφήτη Ιερεμία, ο Κύριος διέγειρε το πνεύμα τού Κύρου, του βασιλιά τής Περσίας, και διακήρυξε σε όλο το βασίλειό του, και μάλιστα γραπτώς, τα εξής:
2 Έτσι λέει ο Κύρος, ο βασιλιάς τής Περσίας: Ο Κύριος, ο Θεός τού ουρανού, έδωσε σε μένα όλα τα βασίλεια της γης· κι αυτός με πρόσταξε να του οικοδομήσω έναν οίκο στην Ιερουσαλήμ, που είναι στην Ιουδαία·
3 ποιος από σας είναι από όλο τον λαό του; Ο Θεός του ας είναι μαζί του, και ας ανέβει στην Ιερουσαλήμ, που είναι στην Ιουδαία, και ας οικοδομήσει τον οίκο τού Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ· αυτός είναι ο Θεός στην Ιερουσαλήμ·
4 και καθέναν που απέμεινε, από όλους τους τόπους όπου παροικεί, ας τον βοηθήσουν οι άνδρες τού τόπου του με ασήμι, και με χρυσάφι, και με αγαθά, και με κτήνη, εκτός από την προαιρετική προσφορά για τον οίκο τού Θεού, που είναι στην Ιερουσαλήμ.
5 Τότε σηκώθηκαν οι αρχηγοί των πατριών τού Ιούδα και του Βενιαμίν, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, μαζί με όλους όσους ο Θεός διέγειρε το πνεύμα τους για να ανέβουν και για να οικοδομήσουν τον οίκο τού Κυρίου, που είναι στην Ιερουσαλήμ·
6 και όλοι όσοι ήσαν ολόγυρά τους τούς βοήθησαν με ασημένια σκεύη, με χρυσάφι, με αγαθά, και με κτήνη, και με πολύτιμα πράγματα, εκτός από όλες τις προαιρετικές προσφορές.
7 Και ο βασιλιάς Κύρος έβγαλε τα σκεύη τού οίκου τού Κυρίου, που είχε φέρει από την Ιερουσαλήμ ο Ναβουχοδονόσορας, και τα είχε βάλει στον οίκο τού θεού του·
8 και ο Κύρος, ο βασιλιάς τής Περσίας, τα έβγαλε, διαμέσου τού Μιθρεδάθ, του θησαυροφύλακα, και τα αρίθμησε στον Σασαβασσάρ, τον άρχοντα της Ιουδαίας.
9 Και ο αριθμός τους είναι τούτος: 30 χρυσοί δίσκοι, 1.000 ασημένιοι δίσκοι, 29 μάχαιρες,
10 30 χρυσές φιάλες, 410 ασημένιες φιάλες, δεύτερες, και άλλα σκεύη 1.000.
11 Όλα τα σκεύη τα χρυσά και τα ασημένια ήσαν 5.400· όλα τα ανέβασε ο Σασαβασσάρ, μαζί με τους αιχμαλώτους, που ανέβηκαν από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ.




Κεφάλαιο 2

1 ΚΙ αυτοί είναι οι άνθρωποι της επαρχίας, που ανέβηκαν από την αιχμαλωσία, από εκείνους που μετοικίστηκαν, τους οποίους ο Ναβουχοδονόσορας, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, τους είχε μετοικίσει στη Βαβυλώνα, και που επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ, και στην Ιουδαία, κάθε ένας στην πόλη του·
2 που ήρθαν μαζί με τον Ζοροβάβελ, τον Ιησού, τον Νεεμία, τον Σεραϊα, τον Ρεελαϊα, τον Μαροδοχαίο, τον Βιλσάν, τον Μισπάρ, τον Βιγουαί, τον Ρεούμ, τον Βαανά. Ο αριθμός των ανδρών τού λαού τού Ισραήλ ήταν:
3 Οι γιοι τού Φαρώς ήσαν 2.172.
4 Οι γιοι τού Σεφατία, 372.
5 Οι γιοι τού Αράχ, 775.
6 Οι γιοι τού Φαάθ-μωάβ, από τους γιους τού Ιησού και του Ιωάβ, 2.812.
7 Οι γιοι τού Ελάμ, 1.254.
8 Οι γιοι τού Ζατθού, 945.
9 Οι γιοι τού Ζακχαί, 760.
10 Οι γιοι τού Βανί, 642.
11 Οι γιοι τού Βηβαϊ, 623.
12 Οι γιοι τού Αζγάδ, 1.222.
13 Οι γιοι τού Αδωνικάμ, 666.
14 Οι γιοι τού Βιγουαί, 2.056.
15 Οι γιοι τού Αδίν, 454.
16 Οι γιοι τού Ατήρ, από τον Εζεκία, 98.
17 Οι γιοι τού Βησαί, 323.
18 Οι γιοι τού Ιωρά, 112.
19 Οι γιοι τού Ασούμ, 223.
20 Οι γιοι τού Γιββάρ, 95.
21 Οι γιοι τής Βηθλεέμ, 123.
22 Οι άνδρες τής Νετωφά, 56.
23 Οι άνδρες τής Αναθώθ, 128.
24 Οι γιοι τής Αζμαβέθ, 42
25 Οι γιοι τής Κιριάθ-αρείμ, της Χεφειρά, και της Βηρώθ, 743.
26 Οι γιοι τής Ραμά και τής Γαβαά, 621.
27 Οι άνδρες τής Μιχμάς, 122.
28 Οι άνδρες τής Βαιθήλ και της Γαι, 223.
29 Οι γιοι τής Νεβώ, 52.
30 Οι γιοι τής Μαγβίς, 156.
31 Οι γιοι τού άλλου Ελάμ. 1.254.
32 Οι γιοι τής Χαρήμ, 320.
33 Οι γιοι τής Λωδ, της Αδίδ, και της Ωνώ, 725.
34 Οι γιοι τής Ιεριχώ 345.
35 Οι γιοι τής Σεναά, 3.630.
36 Οι ιερείς: Οι γιοι τού Ιεδαϊα, από την οικογένεια του Ιησού, 973.
37 Οι γιοι τού Ιμμήρ, 1.052.
38 Οι γιοι τού Πασχώρ, 1.247.
39 Οι γιοι τού Χαρήμ, 1017.
40 Οι Λευίτες: Οι γιοι τού Ιησού, και του Καδμιήλ, από τους γιους τού Ωδουϊα, 74.
41 Οι ψαλμωδοί: Οι γιοι τού Ασάφ, 128.
42 Οι γιοι τών πυλωρών: Οι γιοι τού Σαλλούμ, οι γιοι τού Ατήρ, οι γιοι τού Ταλμών, οι γιοι τού Ακκούβ, οι γιοι τού Ατιτά, οι γιοι τού Σωβαϊ· όλοι ήσαν 139.
43 Οι Νεθινείμ: Οι γιοι τού Σιχά, οι γιοι τού Ασουφά, οι γιοι τού Ταββαώθ,
44 οι γιοι τού Κηρώς, οι γιοι τού Σιαά, οι γιοι τού Φαδών,
45 οι γιοι τού Λεβανά, οι γιοι τού Αγαβά, οι γιοι τού Ακκούβ,
46 οι γιοι τού Αγάβ, οι γιοι τού Σαλμαί, οι γιοι τού Ανάν,
47 οι γιοι τού Γιδδήλ, οι γιοι τού Γαάδ, οι γιοι τού Ρεαϊα,
48 οι γιοι τού Ρεσίν, οι γιοι τού Νεκωδά, οι γιοι τού Γαζάμ,
49 οι γιοι τού Ουζά, οι γιοι τού Φασέα, οι γιοι τού Βησαί,
50 οι γιοι τού Ασενά, οι γιοι τού Μεουνείμ, οι γιοι τού Νεφουσείμ,
51 οι γιοι τού Βακβούκ, οι γιοι τού Ακουφά, οι γιοι τού Αρούρ,
52 οι γιοι τού Βασλούθ, οι γιοι τού Μεϊδά, οι γιοι τού Αρσά,
53 οι γιοι τού Βαρκώς, οι γιοι τού Σισάρα, οι γιοι τού Θαμά,
54 οι γιοι τού Νεσιά, οι γιοι τού Ατιφά.
55 Οι γιοι τών δούλων τού Σολομώντα· οι γιοι τού Σωταϊ, οι γιοι τού Σωφερέθ, οι γιοι τού Φερουδά
56 οι γιοι τού Ιααλά, οι γιοι τού Δαρκών, οι γιοι τού Γιδδήλ,
57 οι γιοι τού Σεφατία, οι γιοι τού Αττίλ, οι γιοι τού Φοχερέθ από τη Σεβαϊμ, οι γιοι τού Αμί.
58 Όλοι οι Νεθινείμ, και οι γιοι τών δούλων τού Σολομώντα, ήσαν 392.
59 Κι αυτοί ήσαν που ανέβηκαν από τη Θελ-μελάχ, τη Θελ-αρησά, τη Χερούβ, την Αδδάν, και την Ιμμήρ· δεν μπορούσαν, όμως, να αποδείξουν την οικογένεια της πατριάς τους, και το σπέρμα τους, αν ήσαν από τον Ισραήλ·
60 οι γιοι τού Δαλαϊα, οι γιοι τού Τωβία, οι γιοι τού Νεκωδά, ήσαν 652·
61 και από τους γιους τών ιερέων: Οι γιοι τού Αβαϊα, οι γιοι τού Ακκώς, οι γιοι τού Βαρζελλαϊ, που πήρε γυναίκα από τις θυγατέρες τού Βαρζελλαϊ τού Γαλααδίτη, και ονομάστηκε σύμφωνα με το όνομά τους.
62 Αυτοί ζήτησαν την καταγραφή τους ανάμεσα σ' εκείνους που απαριθμήθηκαν κατά γενεαλογία, και δεν βρέθηκαν· γι' αυτό, τους έβγαλαν από την ιερατεία.
63 Και ο Θιρσαθά τούς είπε, να μη φάνε από τα αγιότατα πράγματα, μέχρις ότου σηκωθεί ιερέας με τα Ουρίμ και τα Θουμμίμ.
64 Ολόκληρη μαζί η σύναξη ήσαν 42.360,
65 εκτός από τους δούλους τους και τις υπηρέτριές τους, που ήσαν 7.337· και εκτός απ' αυτούς, υπήρχαν και 200 ψαλτωδοί, και ψάλτριες.
66 Τα άλογά τους ήσαν 736· τα μουλάρια τους, 245·
67 οι καμήλες τους, 435· τα γαϊδούρια, 6.7
20
68 Και μερικοί από τους αρχηγούς των πατριών, όταν ήρθαν στον οίκο τού Κυρίου, που ήταν στην Ιερουσαλήμ, πρόσφεραν αυτοπροαίρετα για τον οίκο τού Θεού, να τον ανεγείρουν στον τόπο του·
69 έδωσαν σύμφωνα με τη δύναμή τους στο θησαυροφυλάκιο του έργου 61.000 δραχμές από χρυσάφι, και 5.000 μνες από ασήμι, και 100 ιερατικούς χιτώνες.
70 Έτσι, οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ένα μέρος από τον λαό, και οι ψαλτωδοί, και οι πυλωροί, και οι Νεθινείμ, κατοίκησαν στις πόλεις τους, και ολόκληρος ο Ισραήλ στις πόλεις του.




Κεφάλαιο 3

1 ΚΑΙ όταν έφτασε ο έβδομος μήνας και οι γιοι Ισραήλ ήσαν στις πόλεις, ο λαός συγκεντρώθηκε σαν ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ.
2 Και σηκώθηκε ο Ιησούς, ο γιος τού Ιωσεδέκ, και οι αδελφοί του, οι ιερείς, και ο Ζοροβάβελ, ο γιος τού Σαλαθιήλ, και οι αδελφοί του, και οικοδόμησαν το θυσιαστήριο του Θεού τού Ισραήλ, για να προσφέρουν ολοκαυτώματα επάνω σ' αυτό, σύμφωνα με το γραμμένο στον νόμο τού Μωυσή, του ανθρώπου τού Θεού·
3 και έστησαν το θυσιαστήριο στην τοποθεσία του, παρόλο που τους απειλούσε ο λαός εκείνων των τόπων· και επάνω σ' αυτό πρόσφεραν ολοκαυτώματα προς τον Κύριο, ολοκαυτώματα το πρωί και την εσπέρα.
4 Και έκαναν τη γιορτή των σκηνών, σύμφωνα με το γραμμένο, και τις καθημερινές ολοκαυτώσεις με τον καθορισμένο αριθμό, όπως ήταν διαταγμένο, σύμφωνα με το καθήκον κάθε μιας ημέρας.
5 Και ύστερα απ' αυτά, πρόσφεραν τα παντοτινά ολοκαυτώματα, κι εκείνα των νεομηνιών, και όλων των αγιασμένων γιορτών τού Κυρίου, και καθενός που πρόσφερε αυτοπροαίρετη προσφορά στον Κύριο.
6 Από την πρώτη ημέρα τού έβδομου μήνα άρχισαν να προσφέρουν ολοκαυτώματα στον Κύριο· όμως, τα θεμέλια του ναού τού Κυρίου δεν είχαν μπει ακόμα.
7 Και έδωσαν ασήμι στους λιθοτόμους, και στους χτίστες και τροφές και ποτά, και λάδι, στους Σιδωνίους, και στους Τυρίους, για να φέρουν κέδρινα ξύλα από τον Λίβανο στη θάλασσα της Ιόππης, σύμφωνα με την άδεια που τους έδωσε ο Κύρος, ο βασιλιάς τής Περσίας.
8 Και στον δεύτερο χρόνο τής επιστροφής τους στον οίκο τού Θεού στην Ιερουσαλήμ, στον δεύτερο μήνα, άρχισαν, ο Ζοροβάβελ, ο γιος τού Σαλαθιήλ, και ο Ιησούς, ο γιος τού Ιωσεδέκ, και οι υπόλοιποι των αδελφών τους, οι ιερείς και οι Λευίτες, και όλοι εκείνοι που ήρθαν από την αιχμαλωσία στην Ιερουσαλήμ· και έβαλαν τους Λευίτες, από ηλικίας 20 χρόνων και επάνω, να επισπεύδουν την εργασία τού οίκου τού Κυρίου.
9 Και παραστάθηκε ο Ιησούς, οι γιοι του και οι αδελφοί του, ο Καδμιήλ και οι γιοι του, οι γιοι τού Ιούδα, σαν ένας άνθρωπος, για να παρακινούν τους εργαζόμενους στον οίκο τού Θεού να κάνουν γρήγορα· οι γιοι τού Ηναδάδ, οι γιοι τους, και οι αδελφοί τους οι Λευίτες.
10 Και όταν οι οικοδόμοι έβαλαν τα θεμέλια του ναού τού Κυρίου, οι ιερείς στάθηκαν ντυμένοι, με σάλπιγγες, και οι Λευίτες, οι γιοι τού Ασάφ, με κύμβαλα, για να υμνούν τον Κύριο, σύμφωνα με τη διαταγή τού Δαβίδ τού βασιλιά τού Ισραήλ·
11 και έψαλλαν εναλλακτικά υμνώντας και ευχαριστώντας τον Κύριο ότι: Είναι αγαθός, ότι: Το έλεός του μένει στον αιώνα επάνω στον Ισραήλ. Και ολόκληρος ο λαός αλάλαξε με μεγάλον αλαλαγμό, υμνώντας τον Κύριο, για τη θεμελίωση του οίκου τού Κυρίου.
12 Και πολλοί από τους ιερείς και τους Λευίτες και τους αρχηγούς των πατριών, γέροντες πια, που είχαν δει τον προηγούμενο οίκο, καθώς θεμελιωνόταν μπροστά στα μάτια τους, έκλαιγαν με μεγάλη φωνή· πολλοί μάλιστα αλάλαξαν με μεγάλη φωνή και με ευφροσύνη.
13 Και ο λαός δεν ξεχώριζε τη φωνή τού αλαλαγμού τής ευφροσύνης από τη φωνή τού κλάματος του λαού· επειδή, ο λαός αλάλαζε με μεγάλον αλαλαγμό, και η βοή ακουγόταν μέχρι από μακρυά.




Κεφάλαιο 4

1 ΚΑΙ οι εχθροί τού Ιούδα και του Βενιαμίν, όταν άκουσαν ότι οι γιοι της αιχμαλωσίας οικοδομούν τον ναό στον Κύριο, τον Θεό τού Ισραήλ,
2 ήρθαν στον Ζοροβάβελ, και στους αρχηγούς των πατριών και τους είπαν: Ας οικοδομήσουμε μαζί σας· επειδή, και εμείς εκζητούμε τον Θεό σας, όπως κι εσείς, και σ' αυτόν θυσιάζουμε από την εποχή τού Εσαραδδών, του βασιλιά τής Ασσούρ, που μας έφερε εδώ.
3 Ο Ζοροβάβελ, όμως, και ο Ιησούς, και οι υπόλοιποι από τους αρχηγούς των πατριών τού Ισραήλ, τους είπαν: Δεν υπάρχει τίποτε κοινό σε σας και σε μας, ώστε να οικοδομήσετε οίκο στον Θεό μας· εμείς, όμως, οι ίδιοι ενωμένοι θα οικοδομήσουμε στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, όπως μας πρόσταξε ο βασιλιάς Κύρος, ο βασιλιάς τής Περσίας.
4 Τότε, ο λαός τής γης παρέλυε τα χέρια τού λαού τού Ιούδα, και τους έφερνε αναταραχή στην οικοδομή,
5 και μίσθωναν συμβούλους ενάντια σ' αυτούς, για να ματαιώνουν τη βουλή τους όλες τις ημέρες που ο Κύρος ήταν βασιλιάς τής Περσίας, και μέχρι τη βασιλεία τού Δαρείου, του βασιλιά τής Περσίας.
6 Και στη βασιλεία τού Ασσουήρη, στην αρχή τής βασιλείας του, έγραψαν κατηγορία ενάντια στους κατοίκους τής Ιουδαίας και της Ιερουσαλήμ.
7 Και στις ημέρες τού Αρταξέρξη, έγραψε στον Αρταξέρξη, τον βασιλιά τής Περσίας, ο Βισλάμ, ο Μιθρεδάθ, ο Ταβεήλ, και οι υπόλοιποι συνέταιροί τους· και η επιστολή ήταν γραμμένη Συριακά, και εξηγημένη Συριακά.
8 Ο Ρεούμ, ο έπαρχος, και ο Σαμψαί, ο γραμματέας, έγραψαν μια επιστολή στον Αρταξέρξη, τον βασιλιά, ενάντια στην Ιερουσαλήμ, με τον εξής τρόπο:
9 Ο Ρεούμ, ο έπαρχος, και ο Σαμψαί, ο γραμματέας, και οι υπόλοιποι συνέταιροί τους, οι Δειναίοι, οι Αφαρσαχαίοι, οι Ταρφαλαίοι, οι Αφαρσαίοι, οι Αρχευαίοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Σουσαναχαίοι, οι Δεαυαίοι, οι Ελαμίτες,
10 και οι υπόλοιποι από τα έθνη, που ο μεγάλος και ένδοξος Ασεναφάρ μετακόμισε, και τα κατοίκισε στις πόλεις τής Σαμάρειας, και οι υπόλοιποι που είναι πέρα από τον ποταμό, και τα λοιπά.
11 Αυτό είναι το αντίγραφο της επιστολής, που έστειλαν σ' αυτόν, στον Αρταξέρξη, τον βασιλιά: Οι δούλοι σου, οι άνδρες που είναι πέρα από τον ποταμό, και τα λοιπά.
12 Ας είναι γνωστό στον βασιλιά, ότι οι Ιουδαίοι που ανέβηκαν από σένα σε μας, όταν ήρθαν στην Ιερουσαλήμ, οικοδομούν την αποστάτρια και πονηρή πόλη, και εγείρουν τον τοίχο, και επισκευάζουν τα θεμέλια.
13 Ας είναι γνωστό κιόλας στον βασιλιά, ότι, αν η πόλη αυτή οικοδομηθεί, και εγερθούν οι τοίχοι της, δεν θα πληρώσουν φόρο, τελώνιο ή διόδια· και το εισόδημα του βασιλιά θα ζημιωθεί.
14 Και επειδή τρεφόμαστε από το παλάτι, και ήταν απρεπές για μας να βλέπουμε την ατιμία τού βασιλιά, γι' αυτό στείλαμε και γνωστοποιήσαμε στον βασιλιά,
15 για να γίνει έρευνα στο βιβλίο των υπομνημάτων των πατέρων σου· και θα βρεις στο βιβλίο των υπομνημάτων, και θα γνωρίσεις ότι η πόλη αυτή είναι πόλη αποστάτρια, και ολέθρια στους βασιλιάδες και στις επαρχίες, και ότι από παλιά κινούσαν επανάσταση ανάμεσά της, γι' αυτό η πόλη αυτή ερημώθηκε.
16 Γνωστοποιούμε στον βασιλιά ότι, αν αυτή η πόλη ανοικοδομηθεί, και ανεγερθούν οι τοίχοι της, δεν θα έχεις κανένα μέρος στην περιοχή πέρα από τον ποταμό.
17 Ο βασιλιάς αποκρίθηκε στον Ρεούμ, τον έπαρχο και τον Σαμψαί, τον γραμματέα, και τους υπόλοιπους συνεταίρους τους, που κατοικούσαν στη Σαμάρεια, και στους άλλους που ήσαν πέρα από τον ποταμό: Ειρήνη, και τα λοιπά.
18 Η επιστολή που στείλατε σε μας, διαβάστηκε μπροστά μου ακριβώς.
19 Και βγήκε διαταγή από μένα, και ερεύνησαν, και βρήκαν ότι η πόλη αυτή επαναστατεί ενάντια στους βασιλιάδες από παλιά, και γίνονται σ' αυτή στάσεις και συνωμοσίες·
20 ακόμα, υπήρξαν ισχυροί βασιλιάδες στην Ιερουσαλήμ, που δέσποζαν σε όλους τους λαούς πέρα από τον ποταμό· και πληρωνόταν σ' αυτούς φόρος, τελώνιο και διόδια.
21 Τώρα, λοιπόν, προστάξτε να σταματήσουν τους ανθρώπους εκείνους, και να μη οικοδομηθεί η πόλη, μέχρις ότου εκδοθεί διαταγή από μένα.
22 και προσέξτε μη αμελήσετε να το κάνετε· για να μη αυξηθεί το κακό προς ζημία των βασιλιάδων.
23 Και όταν το αντίγραφο της επιστολής τού βασιλιά Αρταξέρξη διαβάστηκε μπροστά στον Ρεούμ, και τον Σαμψαί, τον γραμματέα, και τους συνεταίρους τους, ανέβηκαν με βιασύνη στην Ιερουσαλήμ, στους Ιουδαίους, και τους σταμάτησαν με βία και με δύναμη.
24 Και το έργο τού οίκου τού Θεού, που ήταν στην Ιερουσαλήμ σταμάτησε, και έμεινε σταματημένο μέχρι τον δεύτερο χρόνο τής βασιλείας τού Δαρείου, του βασιλιά τής Περσίας.




Κεφάλαιο 5

1 ΤΟΤΕ, ο προφήτης Αγγαίος, και ο Ζαχαρίας, ο γιος τού Ιδδώ, προφήτευσαν στους Ιουδαίους, που ήσαν στην Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ, προφητεύοντας σ' αυτούς στο όνομα του Θεού τού Ισραήλ.
2 Και σηκώθηκαν ο Ζοροβάβελ, ο γιος τού Σαλαθιήλ, και ο Ιησούς, ο γιος τού Ιωσεδέκ, και άρχισαν να οικοδομούν τον οίκο τού Θεού, που ήταν στην Ιερουσαλήμ· και μαζί τους οι προφήτες τού Θεού βοηθώντας τους.
3 Αυτό τον καιρό, καθώς ήρθαν σ' αυτούς ο Ταθναϊ, ο έπαρχος των περιοχών από το εδώ μέρος τού ποταμού, και ο Σεθάρ-βοσναϊ, και οι συνέταιροί τους, τους είπαν τα εξής: Ποιος σας πρόσταξε να οικοδομείτε αυτόν τον οίκο, και να ανεγείρετε αυτόν τον τοίχο;
4 Και τότε τους είπαμε ποια είναι τα ονόματα των ανδρών, που οικοδομούν αυτή την οικοδομή.
5 Αλλ' επάνω στους πρεσβύτερους των Ιουδαίων ήταν το μάτι τού Θεού τους, και δεν μπορούσαν να τους σταματήσουν, μέχρις ότου έρθει η υπόθεση στον Δαρείο· και τότε έδωσαν απάντηση γι' αυτό διαμέσου μιας επιστολής.
6 Αντίγραφο της επιστολής, που έστειλαν στον Δαρείο, τον βασιλιά, ο Ταθναϊ, ο έπαρχος των περιοχών από το εδώ μέρος τού ποταμού, και ο Σεθάρ-βοσναϊ, και οι συνέταιροί τους οι Αφαρσαχαίοι, που είναι από το εδώ μέρος τού ποταμού.
7 Του έστειλαν μια επιστολή, στην οποία ήταν γραμμένο ως εξής: Στον Δαρείο, τον βασιλιά, κάθε ειρήνη.
8 Ας είναι γνωστό στον βασιλιά, ότι πήγαμε στην επαρχία τής Ιουδαίας, στον οίκο τού μεγάλου Θεού, κι αυτός οικοδομείται με μεγάλες πέτρες, και μπαίνουν ξύλα στους τοίχους, και το έργο αυτό προχωρεί γρήγορα, και ευοδώνεται στα χέρια τους.
9 Και καθώς ρωτήσαμε εκείνους τους πρεσβύτερους, τους μιλήσαμε ως εξής: Ποιος σας πρόσταξε να οικοδομείτε αυτόν τον οίκο, και να ανεγείρετε αυτόν τον τοίχο;
10 Ακόμα, ρωτήσαμε και τα ονόματά τους, για να σου φανερώσουμε, και να σου γράψουμε τα ονόματα των ανδρών, που είναι επικεφαλής τους.
11 Και μας αποκρίθηκαν με τα εξής λόγια: Εμείς είμαστε οι δούλοι τού Θεού τού ουρανού και της γης, και οικοδομούμε τον οίκο, που οικοδομήθηκε ήδη πριν πολλά χρόνια, τον οποίο οικοδόμησε ένας μεγάλος βασιλιάς τού Ισραήλ, και τον ανέγειρε·
12 αφού, όμως, οι πατέρες μας παρόργισαν τον Θεό τού ουρανού, τους παρέδωσε στο χέρι τού Ναβουχοδονόσορα, του βασιλιά τής Βαβυλώνας, του Χαλδαίου, και κατέστρεψε αυτόν τον οίκο, και μετοίκησε τον λαό στη Βαβυλώνα.
13 Όμως, στον πρώτο χρόνο τού Κύρου, του βασιλιά τής Βαβυλώνας, ο βασιλιάς Κύρος έδωσε προσταγή να οικοδομηθεί αυτός ο οίκος τού Θεού.
14 Κι ακόμα, τα χρυσά και ασημένια σκεύη τού οίκου τού Θεού, που ο Ναβουχοδονόσορας είχε πάρει από τον ναό, που ήταν στην Ιερουσαλήμ, και τα έφερε στον ναό τής Βαβυλώνας, αυτά ο βασιλιάς Κύρος τα σήκωσε από τον ναό τής Βαβυλώνας, και παραδόθηκαν σ' εκείνον που ονομαζόταν Σασαβασσάρ, που τον είχε κάνει έπαρχο·
15 και του είπε: Πάρε αυτά τα σκεύη, πήγαινε, και φέρ' τα στον ναό, που είναι στην Ιερουσαλήμ, και ας οικοδομηθεί ο οίκος τού Θεού στον τόπο του.
16 Τότε, όταν αυτός ο Σασαβασσάρ ήρθε, έβαλε τα θεμέλια του οίκου τού Θεού, που ήταν στην Ιερουσαλήμ· από εκείνο τον χρόνο και μέχρι σήμερα οικοδομείται, και δεν τελείωσε.
17 Τώρα, λοιπόν, αν φαίνεται αρεστό στον βασιλιά, ας γίνει έρευνα στο θησαυροφυλάκιο του βασιλιά, που είναι στη Βαβυλώνα, αν είναι αλήθεια ότι εκδόθηκε διαταγή από τον Κύρο, τον βασιλιά, να οικοδομηθεί αυτός ο οίκος τού Θεού στην Ιερουσαλήμ· και ας μας στείλει ο βασιλιάς τη θέλησή του γύρω απ' αυτό το θέμα.




Κεφάλαιο 6

1 ΤΟΤΕ, ο Δαρείος, ο βασιλιάς, έβγαλε διαταγή, και ερεύνησαν στα αρχεία, όπου βρίσκονται οι θησαυροί στη Βαβυλώνα.
2 Και βρέθηκε στην Αχμεθά, στο παλάτι, που είναι στην επαρχία των Μήδων, ένας τόμος, και σ' αυτόν ήταν γραμμένο ένα υπόμνημα ως εξής:
3 «Στον πρώτο χρόνο τού Κύρου, του βασιλιά, ο βασιλιάς Κύρος έβγαλε διαταγή για τον οίκο τού Θεού, που είναι στην Ιερουσαλήμ: Ας οικοδομηθεί ο οίκος, ο τόπος στον οποίο προσφέρονται οι θυσίες, και ας μπουν τα θεμέλιά του δυνατά· το ύψος του να είναι 60 πήχες, και το πλάτος του 60 πήχες·
4 τρεις σειρές από μεγάλες πέτρες, και μια σειρά από καινούργια ξύλα· και τα έξοδα ας δοθούν από τον οίκο τού βασιλιά·
5 τα χρυσά σκεύη, του οίκου τού Θεού, ακόμα και τα ασημένια, που ο Ναβουχοδονόσορας πήρε από τον ναό, που είναι στην Ιερουσαλήμ, και τα έφερε στη Βαβυλώνα, ας αποδοθούν και ας επανέλθουν στον ναό, που είναι στην Ιερουσαλήμ, κάθε ένα στον τόπο του, και ας μπουν στον οίκο τού Θεού».
6 Τώρα, λοιπόν, Ταθναϊ, έπαρχε των περιοχών πέρα από τον ποταμό, Σεθάρ-βοσναϊ, και οι συνέταιροί σας, οι Αφαρσαχαίοι, που είναι πέρα από τον ποταμό, απομακρυνθείτε από εκεί·
7 αφήστε το έργο αυτού τού οίκου τού Θεού· ο έπαρχος των Ιουδαίων, και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων, ας ανοικοδομήσουν αυτόν τον οίκο τού Θεού, στην τοποθεσία του.
8 Εκδόθηκε ακόμα από μένα διαταγή, τι θα κάνετε στους πρεσβύτερους αυτών των Ιουδαίων, για την οικοδόμηση αυτού του οίκου τού Θεού· από τα υπάρχοντα του βασιλιά, από τον φόρο των κατοίκων πέρα από τον ποταμό, θα δοθούν αμέσως τα έξοδα σ' αυτούς τους ανθρώπους, για να μη εμποδιστούν.
9 Και όποιο πράγμα έχουν ανάγκη, και μοσχάρια, και κριάρια, και πρόβατα, για τα ολοκαυτώματα του Θεού τού ουρανού, σιτάρι, αλάτι, κρασί και λάδι, σύμφωνα με το αίτημα των ιερέων, που είναι στην Ιερουσαλήμ, ας δίνονται σ' αυτούς καθημερινά, χωρίς έλλειψη,
10 για να προσφέρουν θυσίες σε οσμή ευωδίας στον Θεό τού ουρανού, και να προσεύχονται για τη ζωή τού βασιλιά και των γιων του.
11 Ακόμα, εκδόθηκε διαταγή από μένα για κάθε άνθρωπο, όποιος παραλλάξει αυτό τον λόγο, να αποσπαστεί από το σπίτι του ένα ξύλο, και να στηθεί, και να τον κρεμάσουν επάνω σ' αυτό· και το σπίτι του ας γίνει γι' αυτό τον λόγο κοπρώνας.
12 Και ο Θεός, που κατοίκισε εκεί το όνομά του ας εξολοθρεύσει κάθε βασιλιά και λαό, που θα απλώσει τα χέρια του για να παραλλάξει κάτι, ώστε να καταστρέψει αυτόν τον οίκον τού Θεού, που είναι στην Ιερουσαλήμ. Εγώ ο Δαρείος έβγαλα τη διαταγή· ας εκτελεστεί γρήγορα.
13 Τότε, ο Ταθναϊ, ο έπαρχος των περιοχών από την εδώ πλευρά τού ποταμού, ο Σεθάρ-βοσναϊ, και οι συνέταιροί τους, σύμφωνα με όσα πρόσταξε ο βασιλιάς Δαρείος, έτσι και έκαναν γρήγορα.
14 Και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων οικοδομούσαν, και ευοδώνονταν, σύμφωνα με την προφητεία τού προφήτη Αγγαίου, και του Ζαχαρία, γιου τού Ιδδώ. Και οικοδόμησαν, και τελείωσαν, σύμφωνα με την προσταγή τού Θεού τού Ισραήλ, και σύμφωνα με την προσταγή τού Κύρου, και του Δαρείου, και του Αρταξέρξη βασιλιά τής Περσίας.
15 Και συντελέστηκε ο οίκος αυτός την τρίτη ημέρα τού μήνα Αδάρ, στον έκτο χρόνο τής βασιλείας τού βασιλιά Δαρείου.
16 Και οι γιοι τού Ισραήλ, οι ιερείς και οι Λευίτες, και οι υπόλοιποι από τους γιους τής αιχμαλωσίας, εγκαινίασαν με ευφροσύνη αυτόν τον οίκο τού Θεού·
17 και πρόσφεραν στον εγκαινιασμό αυτού τού οίκου τού Θεού 100 μοσχάρια, 200 κριάρια, 400 αρνιά· και για προσφορά περί αμαρτίας για ολόκληρο τον Ισραήλ, 12 τράγους, σύμφωνα με τον αριθμό των φυλών τού Ισραήλ.
18 Και έβαλαν τους ιερείς στις διαιρέσεις τους, και τους Λευίτες στα υπουργήματά τους, για την υπηρεσία τού Θεού, που γίνεται στην Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το γραμμένο στο βιβλίο τού Μωυσή.
19 Και οι γιοι τής αιχμαλωσίας έκαναν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού πρώτου μήνα·
20 επειδή, οι ιερείς και οι Λευίτες καθαρίστηκαν μαζί· όλοι ήσαν καθαρισμένοι, και έσφαξαν το Πάσχα σε όλους τούς γιους τής αιχμαλωσίας, και στους αδελφούς τους τούς ιερείς, και στον εαυτό τους.
21 Και οι γιοι τού Ισραήλ έφαγαν, αυτοί που γύρισαν από την αιχμαλωσία, και όλοι αυτοί που χωρίστηκαν σ' αυτούς από την ακαθαρσία των εθνών τής γης, για να εκζητήσουν τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.
22 Και έκαναν τη γιορτή των αζύμων επτά ημέρες, με ευφροσύνη· επειδή, ο Κύριος τους εύφρανε, και έστρεψε σ' αυτούς την καρδιά τού βασιλιά τής Ασσυρίας, για να ενισχύσει τα χέρια τους στο έργο τού οίκου τού Θεού, του Θεού τού Ισραήλ.




Κεφάλαιο 7

1 ΚΑΙ ύστερα από τα πράγματα αυτά, στην εποχή τής βασιλείας τού Αρταξέρξη, βασιλιά τής Περσίας, ο Έσδρας, ο γιος τού Σεραϊα, γιου τού Αζαρία, γιου τού Χελκία,
2 γιου τού Σαλλούμ, γιου τού Σαδώκ, γιου τού Αχιτώβ,
3 γιου τού Αμαρία, γιου τού Αζαρία, γιου τού Μεραϊώθ,
4 γιου τού Ζεραϊα, γιου τού Οζί, γιου τού Βουκκί,
5 γιου τού Αβισσουά, γιου τού Φινεές, γιου τού Ελεάζαρ, γιου τού Ααρών, του πρώτου ιερέα,
6 αυτός ο Έσδρας ανέβηκε από τη Βαβυλώνα, ο οποίος ήταν γραμματέας έμπειρος στον νόμο τού Μωυσή, που έδωσε ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ· και ο βασιλιάς τού χάρισε όλα τα αιτήματά του, σύμφωνα με το χέρι τού Κυρίου τού Θεού του, που ήταν επάνω του.
7 Και ανέβηκαν μερικοί από τους γιους Ισραήλ, και από τους ιερείς, και οι Λευίτες, και οι ψαλμωδοί, και οι πυλωροί, και οι Νεθινείμ, στην Ιερουσαλήμ, στον έβδομο χρόνο τού βασιλιά Αρταξέρξη.
8 Και ήρθαν στην Ιερουσαλήμ τον πέμπτο μήνα, του έβδομου χρόνου τού βασιλιά.
9 Επειδή, την πρώτη ημέρα τού πρώτου μήνα, αυτός άρχισε να ανεβαίνει από τη Βαβυλώνα, και την πρώτη ημέρα τού πέμπτου μήνα ήρθε στην Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το αγαθό χέρι τού Θεού του, που ήταν επάνω του.
10 Επειδή, ο Έσδρας είχε ετοιμάσει την καρδιά του στο να εκζητεί τον νόμο τού Κυρίου, και να εκτελεί και να διδάσκει στον Ισραήλ τα διατάγματα και τις κρίσεις.
11 Και τούτο είναι το αντίγραφο της επιστολής, που ο βασιλιάς Αρταξέρξης έδωσε στον Έσδρα, τον ιερέα, τον γραμματέα, γραμματέα των λόγων των εντολών τού Κυρίου, και των διαταγμάτων του προς τον Ισραήλ:
12 Ο Αρταξέρξης, ο βασιλιάς των βασιλιάδων, στον Έσδρα τον ιερέα, τον γραμματέα τού νόμου τού Θεού τού ουρανού, τον τέλειο, και τα λοιπά.
13 Εκδόθηκε από μένα διαταγή, ώστε όλοι όσοι είναι από τον λαό τού Ισραήλ, και τους ιερείς του, και τους Λευίτες, που είναι στο βασίλειό μου, όσοι θέλουν να ανέβουν αυτοπροαίρετα στην Ιερουσαλήμ, νάρθουν μαζί σου.
14 Επειδή, στέλνεσαι από τον βασιλιά, και τους επτά συμβούλους του, για να επισκεφθείς την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με τον νόμο τού Θεού σου, που είναι στο χέρι σου·
15 και να φέρεις το ασήμι, και το χρυσάφι, που ο βασιλιάς και οι σύμβουλοί του πρόσφεραν αυτοπροαίρετα στον Θεό τού Ισραήλ, το κατοικητήριο του οποίου βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ,
16 και ολόκληρο το ασήμι και το χρυσάφι, όσο συγκεντρώσεις σε ολόκληρη την επαρχία τής Βαβυλώνας, μαζί με τις προαιρετικές προσφορές τού λαού, και των ιερέων, που προσφέρουν αυτοπροαίρετα για τον οίκο τού Θεού τους, που είναι στην Ιερουσαλήμ·
17 για να αγοράσεις γρήγορα, με το ασήμι αυτό, μοσχάρια, κριάρια, αρνιά, τις προσφορές τους από άλφιτα, και τις σπονδές τους, και να τα προσφέρεις επάνω στο θυσιαστήριο του οίκου τού Θεού σας, που είναι στην Ιερουσαλήμ·
18 και κάθε τι που θα φανεί αρεστό σε σένα και στους αδελφούς σου να κάνετε με το υπόλοιπο ασήμι και το χρυσάφι, αυτό να κάνετε, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού σας.
19 Και τα σκεύη, που σου δόθηκαν για την υπηρεσία τού οίκου τού Θεού σου, να τα παραδώσεις μπροστά στον Θεό τής Ιερουσαλήμ.
20 Και ό,τι επιπλέον χρειαστεί για τον οίκο τού Θεού σου, ό,τι συμβεί να ξοδέψεις, ξόδευε από το βασιλικό θησαυροφυλάκιο.
21 Και από μένα, από μένα τον Αρταξέρξη, τον βασιλιά, εκδόθηκε διαταγή σε όλους τους θησαυροφύλακες, που είναι πέρα από τον ποταμό, κάθε τι που θα ζητήσει από σας ο Έσδρας, ο ιερέας, ο γραμματέας τού νόμου τού Θεού τού ουρανού, να γίνεται αμέσως,
22 μέχρι 100 τάλαντα ασήμι, και μέχρι 100 κόρους σιτάρι, και μέχρι 100 βαθ λάδι, και αλάτι απροσδιόριστο.
23 Κάθε τι που είναι προσταγμένο από τον Θεό τού ουρανού, ας γίνει με βιασύνη, για τον οίκο τού Θεού τού ουρανού· για να μη έρθει οργή επάνω στη βασιλεία τού βασιλιά και των γιων του.
24 Ακόμα, γνωστοποιείται σε σας ότι, σε κανέναν από τους ιερείς και τους Λευίτες, τους ψαλτωδούς, θυρωρούς, Νεθινείμ, και τους υπηρέτες αυτού τού οίκου τού Θεού, δεν θα είναι νόμιμο να επιβληθεί φόρος, δασμός ή διόδιο επάνω σ' αυτούς.
25 Κι εσύ, Έσδρα, σύμφωνα με τη σοφία τού Θεού σου, που είναι σε σένα, κατάστησε κριτές και δικαστές, για να κρίνουν ολόκληρο τον λαό, που είναι πέρα από τον ποταμό, όλους εκείνους που γνωρίζουν τους νόμους τού Θεού σου· και διδάσκετε εκείνους που δεν γνωρίζουν.
26 Και καθένας που δεν εκτελεί τον νόμο τού Θεού σου, και τον νόμο τού βασιλιά, ας εκτελείται γρήγορα επάνω του κρίση, είτε θάνατος είτε εξορία είτε δήμευση των υπαρχόντων είτε φυλακή.
27 Ευλογητός να είναι ο Κύριος, ο Θεός των πατέρων μας, που έδωσε τέτοια πράγματα στην καρδιά τού βασιλιά, για να φέρει δόξα στον οίκο τού Κυρίου, που είναι στην Ιερουσαλήμ·
28 και έκανε να βρω έλεος μπροστά στον βασιλιά και τους συμβούλους του, και όλους τούς άρχοντες του βασιλιά, τους δυνατούς! Κι εγώ ενισχύθηκα, σύμφωνα με το χέρι τού Κυρίου τού Θεού μου, που ήταν επάνω μου, και συγκέντρωσα από τον Ισραήλ άρχοντες για να ανέβουν μαζί μου.




Κεφάλαιο 8

1 ΚΙ αυτοί είναι οι αρχηγοί των πατριών τους, και η γενεαλογία, εκείνων που ανέβηκαν μαζί μου από τη Βαβυλώνα, κατά την εποχή τής βασιλείας τού βασιλιά Αρταξέρξη.
2 Από τους γιους τού Φινεές, ο Γηρσώμ· από τους γιους τού Ιθάμαρ, ο Δανιήλ· από τους γιους τού Δαβίδ, ο Χαττούς.
3 Από τους γιους τού Σεχανία, που ήσαν από τους γιους τού Φαρώς, ο Ζαχαρίας· και μαζί του αριθμήθηκαν γενεαλογικά τα αρσενικά 150.
4 Από τους γιους τού Φαάθ-μωάβ, ο Ελιωηνάι, ο γιος τού Ζεραϊα, και μαζί του τα αρσενικά 200.
5 Από τους γιους τού Σεχανία, ο γιος τού Ιααζιήλ, και μαζί του τα αρσενικά 300.
6 Και από τους γιους τού Αδίν, ο Εβέδ, ο γιος τού Ιωνάθαν, και μαζί του τα αρσενικά 50.
7 Και από τους γιους τού Ελάμ, ο Ιεσαϊας, ο γιος τού Γοθολία, και μαζί του 70.
8 Και από τους γιους τού Σεφατία, ο Ζεβαδίας, ο γιος τού Μιχαήλ, και μαζί του τα αρσενικά 80.
9 Από τους γιους τού Ιωάβ, ο Οβαδία, ο γιος τού Ιεχιήλ, και μαζί του τα αρσενικά 218.
10 Και από τους γιους τού Σελωμείθ, ο γιος τού Ιωσιφία, και μαζί του τα αρσενικά 160.
11 Και από τους γιους τού Βηβαϊ, ο Ζαχαρίας, ο γιος τού Βηβαϊ, και μαζί του τα αρσενικά 28.
12 Και από τους γιους τού Αζγάδ, ο Ιωανάν, ο γιος τού Ακκατάν, και μαζί του τα αρσενικά 110.
13 Και από τους γιους τού Αδωνικάμ, οι τελευταίοι, κι αυτά είναι τα ονόματά τους: Ο Ελιφελέτ, ο Ιεϊήλ, και ο Σεμαϊας, και μαζί τους τα αρσενικά 60.
14 Και από τους γιους τού Βιγουαί, ο Γουθαϊ, και ο Ζαββούδ, και μαζί τους τα αρσενικά 70.
15 Και τους συγκέντρωσα κοντά στον ποταμό, που ρέει προς την Ααβά, και εκεί κατασκηνώσαμε τρεις ημέρες· και παρατήρησα ανάμεσα στον λαό, και στους ιερείς, και δεν βρήκα εκεί κανέναν από τους γιους τού Λευί.
16 Τότε, έστειλα στον Ελιέζερ, τον Αριήλ, τον Σεμαϊα, και τον Ελνάθαν, και τον Ιαρείβ, και τον Ελνάθαν, και τον Νάθαν, και τον Ζαχαρία, και τον Μεσουλλάμ, τους άρχοντες· και τον Ιωιαρίβ, και τον Ελνάθαν, τους συνετούς.
17 Και τους έδωσα παραγγελία για τον Ιδδώ, τον άρχοντα, στην τοποθεσία Κασιφία· και έβαλα στο στόμα τους λόγια για να μιλήσουν στον Ιδδώ, και στους αδελφούς του, τους Νεθινείμ, στην τοποθεσία Κασιφία, για να μας στείλουν λειτουργούς για τον οίκο τού Θεού μας.
18 Και, σύμφωνα με το αγαθό χέρι τού Θεού μας επάνω μας, μας έφεραν έναν συνετό άνδρα, από τους γιους τού Μααλί, γιου τού Λευί, γιου τού Ισραήλ· και τον Σερεβία, μαζί με τους γιους του, και τους αδελφούς του, 18·
19 και τον Ασαβία, και μαζί του τον Ιεσαϊα από τους γιους τού Μεραρί, τους αδελφούς του, και τους γιους τους, 20·
20 και από τους Νεθινείμ, που ο Δαβίδ και οι άρχοντες διόρισαν για την υπηρεσία των Λευιτών, 220 Νεθινείμ· όλοι αυτοί ήσαν σημειωμένοι ονομαστικά.
21 Τότε, κήρυξα εκεί νηστεία, κοντά στον ποταμό Ααβά, ώστε αφού ταπεινωθούμε μπροστά στον Θεό μας, να ζητήσουμε απ' αυτόν έναν ίσιο δρόμο, για μας και για τα παιδιά μας, και για όλα τα υπάρχοντά μας.
22 Επειδή, ντράπηκα να ζητήσω από τον βασιλιά δύναμη και καβαλάρηδες, για να μας βοηθήσουν ενάντια σε εχθρό στον δρόμο· επειδή, είχαμε πει στον βασιλιά τα εξής: Το χέρι τού Θεού μας είναι προς αγαθό επάνω σε όλους όσους τον ζητούν· και η κυριαρχική του δύναμη και η οργή του επάνω σε όλους όσους τον εγκαταλείπουν.
23 Νηστεύσαμε, λοιπόν, και ικετεύσαμε τον Θεό μας γι' αυτό· και έγινε ελεήμονας σε μας.
24 Τότε, χώρισα 12 από τους άρχοντες των ιερέων, τον Σερεβία, τον Ασαβία, και μαζί τους 10 από τους αδελφούς τους.
25 Και τους ζύγισα το ασήμι, και το χρυσάφι, και τα σκεύη, την προσφορά τού οίκου τού Θεού μας, που είχαν προσφέρει ο βασιλιάς και οι σύμβουλοί του, και οι άρχοντές του, και ολόκληρος ο Ισραήλ, που παραβρέθηκε·
26 ζύγισα, λοιπόν, και παρέδωσα στο χέρι τους 650 τάλαντα ασήμι, και ασημένια σκεύη 100 ταλάντων, και 100 τάλαντα χρυσάφι·
27 και 20 χρυσές φιάλες, 1.000 δραχμών, και δύο σκεύη από καλό χαλκό, που λαμποκοπούσε σαν χρυσάφι.
28 Και τους είπα: Εσείς είστε άγιοι στον Κύριο, και τα σκεύη είναι άγια· και το ασήμι και το χρυσάφι είναι αυτοπροαίρετη προσφορά στον Κύριο, τον Θεό των πατέρων σας.
29 Προσέχετε και φυλάγετέ τα, μέχρις ότου τα ζυγίσετε μπροστά στους άρχοντες των ιερέων και των Λευιτών, και των αρχόντων των πατριών τού Ισραήλ, στην Ιερουσαλήμ, μέσα στα οικήματα του οίκου τού Κυρίου.
30 Και οι ιερείς και οι Λευίτες παρέλαβαν το βάρος από το ασήμι, και από το χρυσάφι, και τα σκεύη, για να τα φέρουν στην Ιερουσαλήμ, στον οίκο τού Θεού μας.
31 Και σηκωθήκαμε από τον ποταμό Ααβά τη 12η ημέρα τού πρώτου μήνα, για να πάμε στην Ιερουσαλήμ· και το χέρι τού Θεού μας ήταν επάνω μας, και μας ελευθέρωσε από χέρι εχθρού, και από ενεδρευτή στον δρόμο.
32 Και ήρθαμε στην Ιερουσαλήμ· και καθήσαμε εκεί τρεις ημέρες.
33 Και την τέταρτη ημέρα ζυγίστηκε το ασήμι και το χρυσάφι, και τα σκεύη, στον οίκο τού Θεού μας, και παραδόθηκε διαμέσου τού Μερημώθ, γιου τού Ουρία, του ιερέα· και μαζί του ήταν ο Ελεάζαρ, ο γιος τού Φινεές· και μαζί τους ο Ιωζαβάδ, ο γιος τού Ιησού, και ο Νωαδίας, ο γιος τού Βιννουϊ, οι Λευίτες·
34 και αριθμητικά, και με ζύγισμα του βάρους, τα πάντα· και ολόκληρο το βάρος γράφτηκε εκείνη την ώρα.
35 Οι γιοι τής μετοικεσίας, αυτοί που ήρθαν από την αιχμαλωσία, πρόσφεραν ολοκαυτώματα στον Θεό τού Ισραήλ, 12 μοσχάρια για ολόκληρο τον Ισραήλ, 96 κριάρια, 77 αρνιά, 12 τράγους περί αμαρτίας, όλα αυτά ως ολοκαύτωμα στον Κύριο.
36 Και παρέδωσαν τα προστάγματα του βασιλιά στους σατράπες τού βασιλιά, και στους έπαρχους, που ήσαν πέρα από τον ποταμό· κι αυτοί βοήθησαν τον λαό, και τον οίκο τού Θεού.




Κεφάλαιο 9

1 ΚΑΙ αφού αυτά τελείωσαν, ήρθαν σε μένα οι άρχοντες, λέγοντας: Ο λαός τού Ισραήλ, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, δεν χωρίστηκαν από τον λαό αυτών των τόπων, και κάνουν σύμφωνα με τα βδελύγματά τους, αυτά των Χαναναίων, των Χετταίων, των Φερεζαίων, των Ιεβουσαίων, των Αμμωνιτών, των Μωαβιτών, των Αιγυπτίων, και των Αμορραίων·
2 επειδή, πήραν από τις θυγατέρες τους για τον εαυτό τους, και για τους γιους τους· ώστε, το άγιο σπέρμα ανακατεύτηκε μαζί με τον λαό αυτών των τόπων· και το χέρι των αρχόντων και των προεστώτων ήταν πρώτο σ' αυτή την παράβαση.
3 Και καθώς άκουσα αυτό το πράγμα, ξέσχισα το ιμάτιό μου, και το επανωφόρι μου, και τράβηξα τις τρίχες από το κεφάλι μου και από το πηγούνι μου, και καθόμουν εκστατικός.
4 Τότε, συγκεντρώθηκαν κοντά μου όλοι αυτοί που έτρεμαν στα λόγια τού Θεού τού Ισραήλ, εξαιτίας τής παράβασης αυτών που μετοικίστηκαν· και καθόμουν εκστατικός μέχρι την εσπερινή προσφορά.
5 Και στην εσπερινή προσφορά σηκώθηκα από την ταπείνωσή μου, και ξεσχίζοντας το ιμάτιό μου και το επανωφόρι μου, έκλινα επάνω στα γόνατά μου, και άπλωσα τα χέρια μου προς τον Κύριο, τον Θεό μου,
6 και είπα: Θεέ μου, ντρέπομαι, και κοκκινίζω να σηκώσω το πρόσωπό μου σε σένα, Θεέ μου· επειδή, οι ανομίες μας αυξήθηκαν πιο πάνω από το κεφάλι, και οι παραβάσεις μας μεγάλωσαν μέχρι τους ουρανούς.
7 Από τις ημέρες των πατέρων μας ήμασταν σε μεγάλη παράβαση μέχρι τη σημερινή ημέρα· και εξαιτίας των ανομιών μας παραδοθήκαμε, εμείς, οι βασιλιάδες μας, οι ιερείς μας, στο χέρι των βασιλιάδων των τόπων, σε μάχαιρα, σε αιχμαλωσία, και σε διαρπαγή, και σε ντροπή τού προσώπου, όπως είναι τη σημερινή ημέρα.
8 Και τώρα, καθώς σε μια στιγμή έγινε έλεος από τον Κύριο τον Θεό μας, ώστε να διασωθεί σε μας ένα υπόλοιπο, και να μας δοθεί στέριωμα στον άγιο αυτόν τόπο, για να φωτίζει τα μάτια μας ο Θεός μας, και να μας δώσει μικρή αναψυχή στη δουλεία μας.
9 Επειδή, δούλοι ήμασταν· και στη δουλεία μας ο Θεός μας δεν μας εγκατέλειψε, αλλ' ευδόκησε να βρούμε έλεος μπροστά στον βασιλιά τής Περσίας, ώστε να μας δώσει αναψυχή, για να ανεγείρουμε τον οίκο τού Θεού μας, και να ανορθώσουμε τις ερημώσεις του, και να μας δώσει περιτείχισμα στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ.
10 Αλλά, τώρα, Θεέ μας, τι θα πούμε ύστερα απ' αυτά; Επειδή, εγκαταλείψαμε τα προστάγματά σου,
11 που πρόσταξες διαμέσου των δούλων σου των προφητών, λέγοντας: Η γη, μέσα στην οποία μπαίνετε για να την κληρονομήσετε, είναι γη μολυσμένη με τον μολυσμό των λαών των τόπων, με τα βδελύγματά τους, που τη γέμισαν από άκρου σε άκρο από τις ακαθαρσίες τους.
12 Τώρα, λοιπόν, μη δίνετε τις θυγατέρες σας στους γιους τους, και τις θυγατέρες τους μη παίρνετε στους γιους σας, και μη ζητάτε ποτέ την ειρήνη τους ή την ευτυχία τους, για να στερεωθείτε με δύναμη, και να τρώτε τα αγαθά τής γης, και να την αφήσετε κληρονομιά στους γιους σας, παντοτινά.
13 Και ύστερα από όλα όσα ήρθαν επάνω μας, εξαιτίας των πονηρών μας πράξεων, και της μεγάλης μας παράβασης, αφού εσύ, Θεέ μας, κρατήθηκες κάτω από την αξία των ανομιών μας, και μας έδωσες τέτοια διάσωση,
14 πρέπει εμείς να αθετήσουμε ξανά τα προστάγματά σου, και να συμπεθερέψουμε με τον λαό αυτών των βδελυγμάτων; Δεν θα οργιζόσουν εναντίον μας, μέχρις ότου μας συντελέσεις, ώστε να μη μείνει υπόλοιπο ή διασωσμένο;
15 Κύριε, Θεέ τού Ισραήλ, είσαι δίκαιος· επειδή, μείναμε διασωσμένοι, μέχρι τη σημερινή ημέρα· δες, μπροστά σου είμαστε με τις παραβάσεις μας! Επειδή, δεν ήταν δυνατόν εξαιτίας τους να σταθούμε μπροστά σου.




Κεφάλαιο 10

1 ΚΑΙ ενώ ο Έσδρας προσευχόταν, και εξομολογιόταν, κλαίγοντας, και πεσμένος μπροστά στον οίκο τού Θεού, συγκεντρώθηκε κοντά του από τον Ισραήλ μια υπερβολικά μεγάλη σύναξη, άνδρες και γυναίκες και παιδιά· επειδή, ο λαός έκλαιγε με μεγάλο κλάμα.
2 Και ο Σεχανίας, ο γιος τού Ιεχιήλ, από τους γιους τού Ελάμ, αποκρίθηκε και είπε στον Έσδρα: Εμείς ανομήσαμε στον Θεό μας, και πήραμε ξένες γυναίκες από τους λαούς τής γης· όμως, τώρα υπάρχει ελπίδα στον Ισραήλ για το πράγμα αυτό·
3 γι' αυτό, ας κάνουμε τώρα συνθήκη με τον Θεό μας, να αποβάλουμε όλες τις γυναίκες, και τα παιδιά που γεννήθηκαν, απ' αυτές, σύμφωνα με τη συμβουλή τού κυρίου μου, κι αυτών που τρέμουν στην εντολή τού Θεού μας· και ας γίνει σύμφωνα με τον νόμο·
4 σήκω· επειδή, το πράγμα ανήκει σε σένα· και εμείς είμαστε μαζί σου· γίνε ανδρείος, και πράττε.
5 Τότε, αφού ο Έσδρας σηκώθηκε, όρκισε τους άρχοντες των ιερέων, των Λευιτών, και ολόκληρου του Ισραήλ, ότι θα πράξουν σύμφωνα μ' αυτό τον λόγο. Και ορκίστηκαν.
6 Και καθώς ο Έσδρας σηκώθηκε μπροστά από τον οίκο τού Θεού, πήγε στο οίκημα του Ιωανάν, του γιου τού Ελιασείβ· και όταν ήρθε εκεί, ψωμί δεν έφαγε, και νερό δεν ήπιε· επειδή, υπήρχε πένθος για την παράβαση αυτών που μετοικίστηκαν.
7 Και διακήρυξαν στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ σε όλους τους γιους τής μετοικεσίας, να συγκεντρωθούν στην Ιερουσαλήμ·
8 και καθένας που δεν έρθει μέσα σε τρεις ημέρες, σύμφωνα με την εντολή των αρχόντων και των πρεσβυτέρων, θα γίνει ανάθεμα ολόκληρη η περιουσία του, και αυτός θα εξοστρακιστεί από τη σύναξη αυτών που μετοικίστηκαν.
9 Και όλοι οι άνδρες τού Ιούδα και του Βενιαμίν συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ, μέσα σε τρεις ημέρες. Ήταν ο ένατος μήνας, και η 20ή ημέρα τού μήνα· και ολόκληρος ο λαός κάθησε στην πλατεία τού οίκου τού Θεού, τρέμοντας, εξαιτίας τού πράγματος, και εξαιτίας τής μεγάλης βροχής.
10 Και αφού ο Έσδρας, ο ιερέας, σηκώθηκε, τους είπε: Εσείς ανομήσατε, και πήρατε ξένες γυναίκες για να προσθέσετε και άλλα στην παράβαση του Ισραήλ·
11 τώρα, λοιπόν, εξομολογηθείτε στον Κύριο, τον Θεό των πατέρων σας, και κάντε το θέλημά του· χωριστείτε από τους λαούς τής γης, και από τις ξένες γυναίκες.
12 Και ολόκληρη η σύναξη αποκρίθηκε και είπαν με δυνατή φωνή: Καθώς μίλησες σε μας, έτσι θα κάνουμε·
13 ο λαός, όμως, είναι πολύς, και ο καιρός πολύ βροχερός, και δεν μπορούμε να στεκόμαστε έξω, και το έργο δεν είναι μιας ημέρας ούτε δύο· επειδή, είμαστε πολλοί που αμαρτήσαμε σ' αυτό το πράγμα·
14 ας διοριστούν τώρα άρχοντές μας σε όλη τη σύναξη, κσι ας έρθουν σε ορισμένους καιρούς όλοι αυτοί που πήραν ξένες γυναίκες στις πόλεις μας, και μαζί τους οι πρεσβύτεροι κάθε πόλης, και οι κριτές της, μέχρις ότου η φλογερή οργή τού Θεού μας για το πράγμα αυτό αποστραφεί από μας.
15 Διορίστηκαν, λοιπόν, γι' αυτό ο Ιωνάθαν, ο γιος τού Ασαήλ, και ο Ιααζίας, ο γιος τού Τικβά· και ο Μεσουλλάμ και ο Σαββεθαϊ, οι Λευίτες ήσαν βοηθοί τους.
16 Και έκαναν πραγματικά έτσι οι γιοι τής μετοικεσίας. Και ο Έσδρας, ο ιερέας, και μερικοί άρχοντες των πατριών, σύμφωνα με τις πατρικές οικογένειές τους, και όλοι αυτοί ονομαστικά, χωρίστηκαν, και κάθησαν την πρώτη ημέρα τού δέκατου μήνα, για να εξετάσουν την υπόθεση.
17 Και τελείωσαν με όλους τούς άνδρες, που είχαν πάρει ξένες γυναίκες, μέχρι την πρώτη ημέρα τού πρώτου μήνα.
18 Και ανάμεσα στους γιους τών ιερέων βρέθηκαν ότι πήραν ξένες γυναίκες, από τους γιους τού Ιησού, του γιου τού Ιωσεδέκ, και των αδελφών του, ο Μαασίας, και ο Ελιέζερ, και ο Ιαρείβ, και ο Γεδαλίας.
19 Και έδωσαν τα χέρια τους, ότι θα αποβάλουν τις γυναίκες τους· και ως ένοχοι, πρόσφεραν ένα κριάρι από το κοπάδι για την ανομία τους.
20 Και από τους γιους τού Ιμμήρ, ο Ανανί, και ο Ζεβαδίας.
21 Και από τους γιους τού Χαρήμ, ο Μαασίας, και ο Ηλίας, και ο Σεμαϊας, και ο Ιεχιήλ, και ο Οζίας.
22 Και από τους γιους τού Πασχώρ, ο Ελιωηνάι, ο Μαασίας, ο Ισμαήλ, ο Ναθαναήλ, ο Ιωζαβάδ, και ο Ελασά.
23 Και από τους Λευίτες, ο Ιωζαβάδ, και ο Σιμεϊ, και ο Κελαϊας, (αυτός είναι ο Κελιτά), ο Πεθαϊα, ο Ιούδας, ο Ελιέζερ.
24 Και από τους ψαλτωδούς, ο Ελιασείβ· και από τους θυρωρούς, ο Σαλλούμ, και ο Τελέμ, και ο Ουρεί.
25 Και από τον Ισραήλ, από τους γιους τού Φαρώς, ο Ραμίας, και ο Ιεζίας, και ο Μαλχίας, και ο Μιαμείν, και ο Ελεάζαρ, και ο Μαλχίας, και ο Βεναϊας.
26 Και από τους γιους τού Ελάμ, ο Ματθανίας, ο Ζαχαρίας, και ο Ιεχιήλ, και ο Αβδί, και ο Ιερεμώθ, και ο Ηλιά.
27 Και από τους γιους τού Ζατθού, ο Ελιωηνάι, ο Ελιασείβ, ο Ματθανίας, και ο Ιερεμώθ, και ο Ζαβάδ, και ο Αζιζά.
28 Και από τους γιους του Βηβαϊ, ο Ιωανάν, ο Ανανίας, ο Ζαββαϊ, και ο Αθλαϊ.
29 Και από τους γιους τού Βανί, ο Μεσουλλάμ, ο Μαλλούχ, και ο Αδαϊας, ο Ιασούβ, και ο Σεάλ και ο Ραμώθ.
30 Και από τους γιους τού Φαάθ-μωάβ, ο Αδνά, και ο Χελάλ, ο Βεναϊας, ο Μαασίας, ο Ματθανίας, ο Βεζελεήλ, και ο Βιννουϊ, και ο Μανασσής.
31 Και από τους γιους τού Χαρήμ, ο Ελιέζερ, ο Ιεσίας, ο Μαλχίας, ο Σεμαϊας, και ο Συμεών,
32 ο Βενιαμίν, ο Μαλλούχ, και ο Σεμαρίας.
33 Από τους γιους τού Ασούμ, ο Ματθεναϊ, ο Ματταθά, ο Ζαβάδ, ο Ελιφελέτ, ο Ιερεμαϊ, ο Μανασσής, και ο Σιμεϊ.
34 Από τους γιους τού Βανί, ο Μααδαϊας, ο Αμράμ, και ο Ουήλ,
35 ο Βεναϊας, ο Βεδεϊας, ο Χελλού,
36 ο Βανίας, Μερημώθ, ο Ελιασείβ,
37 ο Ματθανίας, ο Ματθεναϊ, και ο Ιαασώ,
38 και ο Βανί, και ο Βιννουϊ, ο Σιμεϊ,
39 και ο Σελεμίας, και ο Νάθαν, και ο Αδαϊας,
40 ο Μαχναδεβαϊ, ο Σασαϊ, ο Σαραϊ,
41 ο Αζαρεήλ, και ο Σελεμίας, ο Σεμαρίας,
42 ο Σαλλούμ, ο Αμαρίας, και ο Ιωσήφ.
43 Από τους γιους τού Νεβώ, ο Ιεϊήλ, ο Ματταθίας, ο Ζαβάδ, ο Ζεβινά, ο Ιαδαύ, και ο Ιωήλ, και ο Βεναϊας.
44 Όλοι αυτοί είχαν πάρει ξένες γυναίκες· και μερικοί απ' αυτούς είχαν πάρει γυναίκες, από τις οποίες είχαν τεκνοποιήσει.