Εσθήρ

Κεφάλαιο: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10


-Reset+

Κεφάλαιο 1

1 ΚΑΙ κατά τις ημέρες τού Ασσουήρη, (αυτός είναι ο Ασσουήρης, που βασίλευε από την Ινδία μέχρι την Αιθιοπία, σε 127 επαρχίες)·
2 εκείνες τις ημέρες, όταν ο βασιλιάς Ασσουήρης κάθησε στον θρόνο τής βασιλείας του, στα Σούσα, στη βασιλική πόλη,
3 στον τρίτο χρόνο τής βασιλείας του, έκανε συμπόσιο σε όλους τους άρχοντές του και στους δούλους του· και ήταν μπροστά του η δύναμη της Περσίας και της Μηδίας, οι ευγενείς και οι άρχοντες των επαρχιών,
4 όταν έδειχνε τα πλούτη τής ένδοξης βασιλείας του, και τη λαμπρότητα της έξοχης μεγαλειότητάς του, πολλές ημέρες, 180 ημέρες.
5 Και αφού συμπληρώθηκαν αυτές οι ημέρες, ο βασιλιάς έκανε συμπόσιο σε ολόκληρο τον λαό, που βρέθηκε στα Σούσα, στη βασιλική πόλη, από τον μεγάλο μέχρι τον μικρό, επτά ημέρες, στην αυλή τού κήπου τού βασιλικού παλατιού·
6 όπου υπήρχαν λευκά παραπετάσματα, πράσινα, και γαλάζια, που κρέμονταν με σχοινιά από εκλεκτό λινό και πορφύρα, διαμέσου ασημένιων κρίκων σε στύλους από μάρμαρο· κρεβάτια χρυσά και ασημένια ήσαν επάνω σε λιθόστρωτο από μάρμαρο πορφυρίτη, και γαλάζιο και άσπρο και μαύρο.
7 Και κερνούσαν σε χρυσά σκεύη (τα σκεύη μάλιστα τα άλλαζαν διαδοχικά), και υπήρχε βασιλικό κρασί σε αφθονία, σύμφωνα με τη μεγαλοπρέπεια του βασιλιά.
8 Και η οινοποσία ήταν κανονισμένη· κανένας δεν βίαζε· επειδή, έτσι είχε προστάξει ο βασιλιάς σε όλους τους οικονόμους του παλατιού του, να κάνουν σύμφωνα με την ευχαρίστηση του καθενός.
9 Κι ακόμα, η βασίλισσα Αστίν έκανε συμπόσιο στις γυναίκες στον βασιλικό οίκο τού βασιλιά Ασσουήρη.
10 Και την έβδομη ημέρα, όταν η καρδιά τού βασιλιά ήταν εύθυμη από το κρασί, πρόσταξε τον Μεουμάν, τον Βηζαθά, τον Αρβωνά, τον Βηγθά, και τον Αβαγθά, τον Ζεθάρ, και τον Χαρκάς, τους επτά ευνούχους, που υπηρετούσαν μπροστά στον βασιλιά Ασσουήρη,
11 να φέρουν την Αστίν, τη βασίλισσα, μπροστά στον βασιλιά, μαζί με το βασιλικό διάδημα, για να δείξει την ομορφιά της στους λαούς και στους άρχοντες· επειδή, ήταν ωραία στην όψη.
12 Η βασίλισσα Αστίν, όμως, αρνήθηκε νάρθει, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά, η οποία διαβιβάστηκε διαμέσου των ευνούχων. Γι' αυτό, ο βασιλιάς θύμωσε υπερβολικά, και η οργή του άναψε μέσα του.
13 Τότε, ο βασιλιάς είπε στους σοφούς, που γνώριζαν τους καιρούς, (επειδή, αυτή ήταν η συνήθεια του βασιλιά σε όλους όσους γνώριζαν τον νόμο και την κρίση·
14 και κοντά του ήταν ο Καρσένα, ο Σεθάρ, ο Αδμαθά, ο Θαρσείς, ο Μερές, ο Μαρσενά, και ο Μεμουκάν, οι επτά άρχοντες της Περσίας, και της Μηδίας, που έβλεπαν το πρόσωπο του βασιλιά, και είχαν την προεδρία στο βασίλειο).
15 Τι αρμόζει να κάνουμε στη βασίλισσα Αστίν σύμφωνα με τον νόμο, επειδή δεν εκτέλεσε την προσταγή τού βασιλιά Ασσουήρη, που διαβιβάστηκε διαμέσου των ευνούχων;
16 Και ο Μεμουκάν αποκρίθηκε μπροστά στον βασιλιά και στους άρχοντες: Η βασίλισσα Αστίν δεν αμάρτησε μόνον στον βασιλιά, αλλά και σε όλους τούς άρχοντες, και σε όλους τούς λαούς, που είναι σε όλες τις επαρχίες τού βασιλιά Ασσουήρη·
17 επειδή, η πράξη τής βασίλισσας θα διαδοθεί σε όλες τις γυναίκες, ώστε θα καταφρονούν τούς άνδρες τους μπροστά στα μάτια τους, όταν ειπωθεί ότι, ο βασιλιάς Ασσουήρης πρόσταξε τη βασίλισσα Αστίν να φερθεί μπροστά του, και δεν ήρθε·
18 κι αυτή την ημέρα οι κυρίες τής Περσίας και της Μηδίας, όσες άκουσαν για την πράξη τής βασίλισσας θα μιλήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους τούς άρχοντες του βασιλιά· και απ' αυτό θα προξενηθεί μεγάλη περιφρόνηση και οργή·
19 αν, λοιπόν, είναι αρεστόν στον βασιλιά, ας βγει απ' αυτόν βασιλική διαταγή, και ας γραφτεί ανάμεσα στους νόμους των Περσών και των Μήδων, για να είναι αμετάθετη: Να μη έρθει πλέον η Αστίν μπροστά στον βασιλιά Ασσουήρη· και ο βασιλιάς ας δώσει τη βασιλική της αξία σε άλλη, καλύτερή της·
20 και όταν το πρόσταγμα του βασιλιά, που θα κάνει, θα δημοσιευθεί μέσα σε όλο το βασίλειό του, (επειδή, είναι μεγάλο), όλες οι γυναίκες θα αποδίδουν τιμή στους άνδρες τους, από τον μεγάλο μέχρι τον μικρό.
21 Και ο λόγος άρεσε στον βασιλιά και στους άρχοντες· και ο βασιλιάς έκανε σύμφωνα με τον λόγο τού Μεμουκάν·
22 και έστειλε επιστολές σε όλες τις επαρχίες τού βασιλιά, σε κάθε επαρχία σύμφωνα με τη γραφή της, και σε κάθε λαό σύμφωνα με τη γλώσσα του, για να είναι κάθε άνδρας κύριος στο σπίτι του, και να μιλάει σύμφωνα με τη γλώσσα τού λαού του.




Κεφάλαιο 2

1 ΥΣΤΕΡΑ από τα πράγματα αυτά, αφού καταπραϋνθηκε ο θυμός τού βασιλιά Ασσουήρη, θυμήθηκε την Αστίν, και τι αυτή είχε κάνει, και τι είχε αποφασιστεί εναντίον της.
2 Και οι δούλοι τού βασιλιά, που τον υπηρετούσαν, είπαν: Ας ζητηθούν για τον βασιλιά νέες παρθένες, ωραίες στην όψη·
3 και ας διορίσει ο βασιλιάς εφόρους σε όλες τις επαρχίες τού βασιλείου του, και να συνάξουν στα Σούσα, στη βασιλική πόλη, όλες τις νέες παρθένους, τις ωραίες στην όψη, στον γυναικώνα, κάτω από την επιτήρηση του Ηγαϊ, του ευνούχου τού βασιλιά, του φύλακα των γυναικών· και ας δοθούν σ' αυτές τα αναγκαία για τον καθαρισμό τους·
4 και η νέα που θα αρέσει στον βασιλιά, ας γίνει βασίλισσα αντί τής Αστίν. Και το πράγμα άρεσε στον βασιλιά, και έκανε έτσι.
5 Και στα Σούσα, στη βασιλική πόλη, ήταν ένας άνθρωπος Ιουδαίος, που ονομαζόταν Μαροδοχαίος, γιος τού Ιαείρ, γιου τού Σιμεϊ, γιου τού Κεις, Βενιαμίτης·
6 που είχε μετοικιστεί από την Ιερουσαλήμ, μαζί με τους αιχμαλώτους, που μετοικίστηκαν μαζί με τον Ιεχονία, τον βασιλιά τού Ιούδα, τους οποίους μετοίκησε ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, ο Ναβουχοδονόσορας.
7 Κι αυτός ανέτρεφε την Αδασσά, που είναι η Εσθήρ, τη θυγατέρα τού θείου του· επειδή, δεν είχε ούτε πατέρα ούτε μητέρα· και το κορίτσι ήταν όμορφο και ωραίο· το οποίο ο Μαροδοχαίος, όταν πέθαναν ο πατέρας της και η μητέρα της, το είχε αναλάβει ως θυγατέρα του.
8 Και όταν ακούστηκε το πρόσταγμα του βασιλιά και η διαταγή του, και ότι συγκεντρώθηκαν πολλά κορίτσια στα Σούσα, στη βασιλική πόλη, κάτω από την επιτήρηση του Ηγαϊ, φέρθηκε και η Εσθήρ στον οίκο τού βασιλιά, κάτω από την επιτήρηση του Ηγαϊ, του φύλακα των γυναικών.
9 Και το κορίτσι τού άρεσε, και βρήκε χάρη μπροστά του, ώστε έσπευσε να της δώσει τα αναγκαία για τον καθαρισμό της, και τη μερίδα της· και της έδωσε και τα επτά κορίτσια, που ήσαν διορισμένα από τον οίκο τού βασιλιά· και τη μετέφερε, αυτή και τα κορίτσια της, στο καλύτερο μέρος τού γυναικωνίτη.
10 Η Εσθήρ δεν φανέρωσε τον λαό της ούτε τη συγγένειά της· επειδή, ο Μαραδοχαίος την είχε προστάξει να μη τα φανερώσει.
11 Και ο Μαροδοχαίος περπατούσε καθημερινά μπροστά από την αυλή τού γυναικώνα, για να μαθαίνει πώς είχε η Εσθήρ, και τι έγινε σ' αυτή.
12 Και όταν έφτανε η σειρά κάθε κοριτσιού, να μπει στον βασιλιά Ασσουήρη, αφού θα παρέμενε για 12 μήνες σύμφωνα με το έθιμο των γυναικών, (επειδή, έτσι συμπληρώνονταν οι ημέρες τού καθαρισμού τους, έξι μήνες περιαλείφονταν με λάδι σμύρνινο, και έξι μήνες με αρώματα, και με άλλα καθαριστικά των γυναικών)·
13 και έτσι έμπαινε το κορίτσι στον βασιλιά· κάθε τι που έλεγε, της το έδιναν, για να το πάρει μαζί της από τον γυναικώνα στον οίκο τού βασιλιά.
14 Την εσπέρα έμπαινε, και το πρωί γύριζε στον δεύτερο γυναικώνα, κάτω από την επιτήρηση του Σαασγάζ, του ευνούχου τού βασιλιά, που φύλαττε τις παλλακίδες· δεν έμπαινε πλέον στον βασιλιά, εκτός και αν την ήθελε ο βασιλιάς, και την καλούσε ονομαστικά.
15 Όταν, λοιπόν, έφτασε η σειρά για να μπει στον βασιλιά η Εσθήρ, η θυγατέρα τού Αβιχαίλ, θείου τού Μαροδοχαίου, που την είχε πάρει ως θυγατέρα του, δεν ζήτησε τίποτε άλλο, παρά ό,τι διόρισε ο Ηγαϊ ο ευνούχος τού βασιλιά, ο φύλακας των γυναικών. Και η Εσθήρ έβρισκε χάρη μπροστά σε όλους όσους την έβλεπαν.
16 Η Εσθήρ, λοιπόν, οδηγήθηκε στον βασιλιά Ασσουήρη, στον βασιλικό του οίκο, τον δέκατο μήνα, αυτός είναι ο μήνας Τεβέθ, στον έβδομο χρόνο τής βασιλείας του.
17 Και ο βασιλιάς αγάπησε την Εσθήρ περισσότερο από όλες τις γυναίκες, και βρήκε χάρη και έλεος μπροστά του περισσότερο από όλες τις παρθένες· και έβαλε το βασιλικό διάδημα επάνω στο κεφάλι της, και την έκανε βασίλισσα αντί τής Αστίν.
18 Τότε, ο βασιλιάς έκανε μεγάλο συμπόσιο σε όλους τους άρχοντές του και τους δούλους του, το συμπόσιο της Εσθήρ· και έκανε άφεση στις επαρχίες, και έδωσε δώρα, σύμφωνα με τη βασιλική μεγαλοπρέπεια.
19 Και όταν οι παρθένες συγκεντρώθηκαν για δεύτερη φορά, τότε κάθησε ο Μαροδοχαίος στη βασιλική πύλη.
20 Η Εσθήρ δεν φανέρωσε τη συγγένειά της ούτε τον λαό της, καθώς την είχε προστάξει ο Μαροδοχαίος· επειδή, η Εσθήρ εκτελούσε την προσταγή τού Μαροδοχαίου, καθώς όταν ανατρεφόταν κοντά του.
21 Τις ημέρες εκείνες, ενώ ο Μαροδοχαίος καθόταν στη βασιλική πύλη, δύο από τους ευνούχους τού βασιλιά, ο Βιχθάν και ο Θερές, απ' αυτούς που φύλαγαν την είσοδο, οργίστηκαν, και ζητούσαν να βάλουν χέρι επάνω στον βασιλιά Ασσουήρη.
22 Και το πράγμα έγινε γνωστό στον Μαροδοχαίο, και το ανήγγειλε στην Εσθήρ, τη βασίλισσα· και η Εσθήρ το είπε στον βασιλιά από μέρους τού Μαροδοχαίου.
23 Και όταν έγινε εξέταση του πράγματος, βρέθηκε ότι ήταν έτσι· γι' αυτό κρεμάστηκαν και οι δύο σε ξύλο· και γράφτηκε στο βιβλίο των χρονικών μπροστά στον βασιλιά.




Κεφάλαιο 3

1 ΥΣΤΕΡΑ από τα πράγματα αυτά, ο βασιλιάς Ασσουήρης μεγάλυνε τον Αμάν, τον γιο τού Αμμεδαθά, του Αγαγίτη, και τον ύψωσε, και έβαλε τον θρόνο του πιο πάνω από όλους τους άρχοντες, που ήσαν γύρω απ' αυτόν.
2 Και οι δούλοι τού βασιλιά, που ήσαν στη βασιλική πύλη, έσκυβαν και προσκυνούσαν τον Αμάν· επειδή, έτσι πρόσταξε ο βασιλιάς γι' αυτόν. Ο Μαροδοχαίος, όμως, δεν έσκυβε, και δεν τον προσκυνούσε.
3 Και οι δούλοι τού βασιλιά, που ήσαν στη βασιλική πύλη, είπαν στον Μαροδοχαίο: Γιατί εσύ παραβαίνεις την προσταγή τού βασιλιά;
4 Και αφού κάθε ημέρα τού το έλεγαν, κι εκείνος δεν υπάκουε σ' αυτούς, το ανήγγειλαν στον Αμάν, για να δουν αν τα λόγια τού Μαροδοχαίου ήσαν στερεά· επειδή, τους είχε φανερώσει ότι ήταν Ιουδαίος.
5 Και όταν ο Αμάν είδε ότι ο Μαροδοχαίος δεν έσκυβε, και δεν τον προσκυνούσε, ο Αμάν γέμισε από θυμό.
6 Και στοχάστηκε ταπεινό να βάλει χέρι μονάχα επάνω στον Μαροδοχαίο· επειδή, του είχαν φανερώσει τον λαό τού Μαροδοχαίου· γι' αυτό, ο Αμάν ζητούσε να αφανίσει όλους τούς Ιουδαίους, που βρίσκονταν σε ολόκληρο το βασίλειο του Ασσουήρη, τον λαό τού Μαροδοχαίου.
7 Και τον πρώτο μήνα, αυτός είναι ο μήνας Νισάν, τον 12ο χρόνο τού βασιλιά Ασσουήρη, έρριξαν φουρ, δηλαδή κλήρο, μπροστά στον Αμάν, από ημέρα σε ημέρα, και από μήνα σε μήνα, μέχρι τον 12ο μήνα, αυτός είναι ο μήνας Αδάρ.
8 Και ο Αμάν είπε στον βασιλιά Ασσουήρη: Υπάρχει κάποιος λαός διεσπαρμένος και διαχωρισμένος ανάμεσα στους λαούς, σε όλες τις επαρχίες τού βασιλείου σου· και οι νόμοι τους είναι διαφορετικοί από τους νόμους όλων των λαών, και δεν τηρούν τούς νόμους τού βασιλιά· γι' αυτό, δεν αρμόζει στον βασιλιά να τους υποφέρει·
9 αν είναι αρεστό στον βασιλιά, ας γραφτεί διάταγμα να εξολοθρευτούν· κι εγώ θα μετρήσω 10.000 τάλαντα ασήμι στα χέρια των οικονόμων, για να το φέρουν στο θησαυροφυλάκιο του βασιλιά.
10 Και ο βασιλιάς, βγάζοντας το δακτυλίδι του από το χέρι του, το έδωσε στον Αμάν, τον γιο τού Αμμεδαθά, του Αγαγίτη, τον εχθρό των Ιουδαίων.
11 Και ο βασιλιάς είπε στον Αμάν: Το ασήμι δίνεται σε σένα, και ο λαός, για να κάνεις σ' αυτόν όπως σου αρέσει.
12 Και προσκλήθηκαν οι γραμματείς τού βασιλιά τη 13η ημέρα τού πρώτου μήνα, και γράφτηκε σύμφωνα με όλα όσα πρόσταξε ο Αμάν, στους σατράπες τού βασιλιά, και στους διοικητές, που ήσαν σε κάθε επαρχία, και στους άρχοντες κάθε λαού και κάθε επαρχίας, σύμφωνα με τη γραφή τους, και σε κάθε λαό σύμφωνα με τη γλώσσα τους· στο όνομα του βασιλιά Ασσουήρη γράφτηκε και σφραγίστηκε με το δακτυλίδι τού βασιλιά.
13 Και οι επιστολές στάλθηκαν διαμέσου ταχυδρόμων σε όλες τις επαρχίες τού βασιλιά, για να αφανίσουν, να φονεύσουν, και να εξολοθρεύσουν όλους τους Ιουδαίους, νέους και γέροντες, νήπια και γυναίκες, σε μία ημέρα, τη 13η ημέρα τού 12ου μήνα, αυτός είναι ο μήνας Αδάρ, και να αρπάξουν τα υπάρχοντά τους.
14 Το αντίγραφο της επιστολής, που ήταν για διάδοση του προστάγματος σε κάθε επαρχία, δημοσιεύθηκε προς όλους τούς λαούς για να είναι έτοιμοι εκείνη την ημέρα.
15 Οι ταχυδρόμοι βγήκαν, σπεύδοντας για την προσταγή τού βασιλιά, και η διαταγή εκδόθηκε στα Σούσα, τη βασιλική πόλη. Και ο βασιλιάς, και ο Αμάν κάθησαν να συμποσιάσουν· και η πόλη Σούσα ήταν σε αμηχανία.




Κεφάλαιο 4

1 ΚΑΙ όταν ο Μαροδοχαίος έμαθε όλα τα συμβάντα, διέσχισε τα ιμάτιά του, και ντύθηκε σάκο με στάχτη, και βγήκε στο μέσον της πόλης, και βοούσε με μεγάλη και πικρή φωνή·
2 και ήρθε μέχρι μπροστά στη βασιλική πύλη· επειδή, κανένας δεν μπορούσε να μπει στη βασιλική πύλη ντυμένος με σάκο. (
3 Και σε κάθε επαρχία, όπου έφτασε η προσταγή τού βασιλιά και το διάταγμά του, ήταν μεγάλο πένθος ανάμεσα στους Ιουδαίους, και νηστεία, και θρήνος, και ολολυγμός· πολλοί κείτονταν με σάκο και στάχτη).
4 Και μπήκαν οι υπηρέτριες της Εσθήρ και οι ευνούχοι της, και της το ανήγγειλαν. Και η βασίλισσα ταράχτηκε υπερβολικά· και έστειλε ιμάτια για να ντύσουν τον Μαροδοχαίο, και να βγάλουν από επάνω του τον σάκο του· και δεν δέχθηκε.
5 Τότε, η Εσθήρ κάλεσε τον Αθάχ, έναν από τους ευνούχους τού βασιλιά, που είχε διορίσει στην υπηρεσία της, και τον πρόσταξε για τον Μαροδοχαίο, για να μάθει τι ήταν αυτό, και γιατί γινόταν αυτό.
6 Και ο Αθάχ βγήκε προς τον Μαροδοχαίο στην πλατεία της πόλης, που ήταν απέναντι από τη βασιλική πύλη.
7 Και ο Μαροδοχαίος τού φανέρωσε όλο το γεγονός, και το ποσόν από το ασήμι που ο Αμάν υποσχέθηκε να μετρήσει στα θησαυροφυλάκια του βασιλιά για τους Ιουδαίους, για να τους αφανίσει.
8 Και του έδωσε αντίγραφο της επιστολής τής διαταγής, που εκδόθηκε στα Σούσα, για να τους αφανίσουν, για να το δείξει στην Εσθήρ, και να της αναγγείλει, και να της παραγγείλει να μπει στον βασιλιά, να τον παρακαλέσει, και να κάνει αίτηση σ' αυτόν για τον λαό της.
9 Και ο Αθάχ ήρθε και ανήγγειλε στην Εσθήρ τα λόγια τού Μαροδοχαίου.
10 Και η Εσθήρ μίλησε στον Αθάχ, και του έδωσε προσταγή για τον Μαροδοχαίο:
11 Όλοι οι δούλοι τού βασιλιά, και ο λαός των επαρχιών τού βασιλιά, ξέρουν ότι οποιοσδήποτε, άνδρας ή γυναίκα, μπει μέσα στον βασιλιά, στην ενδότερη αυλή, απρόσκλητος, ένας νόμος του υπάρχει: Να θανατώνεται, εκτός εκείνου στον οποίον ο βασιλιάς απλώσει το χρυσό σκήπτρο για να ζήσει· αλλ' εγώ δεν προσκλήθηκα να μπω μέσα στον βασιλιά, 30 ημέρες τώρα.
12 Και ανήγγειλαν στον Μαροδοχαίο τα λόγια τής Εσθήρ.
13 Τότε, ο Μαροδοχαίος παρήγγειλε να αποκριθούν στην Εσθήρ: Μη στοχάζεσαι μέσα σου ότι εσύ, από όλους τούς Ιουδαίους, θα σωθείς στον οίκο τού βασιλιά·
14 επειδή, αν ολοκληρωτικά σιωπήσεις σ' αυτό τον καιρό, από αλλού θάρθει αναψυχή και σωτηρία στους Ιουδαίους, εσύ όμως και η οικογένεια του πατέρα σου θα απολεστείτε· και ποιος ξέρει αν εσύ ήρθες στη βασιλεία για έναν τέτοιον καιρό, που είναι τούτος.
15 Τότε η Εσθήρ πρόσταξε να αποκριθούν στον Μαροδοχαίο:
16 Πήγαινε, συγκέντρωσε όλους τους Ιουδαίους, που βρίσκονται στα Σούσα, και νηστέψτε για μένα, και μη φάτε και μη πιείτε τρεις ημέρες, νύχτα και ημέρα· κι εγώ και οι υπηρέτριές μου θα νηστέψουμε το ίδιο· και έτσι θα μπω μέσα στον βασιλιά, που δεν γίνεται σύμφωνα με τον νόμο· και αν χαθώ, ας χαθώ.
17 Και φεύγοντας ο Μαροδοχαίος έκανε σύμφωνα με όλα όσα τον πρόσταξε η Εσθήρ.




Κεφάλαιο 5

1 ΚΑΙ την τρίτη ημέρα, η Εσθήρ, αφού ντύθηκε τη βασιλική στολή, στάθηκε στην εσωτερική αυλή τού βασιλικού οίκου, απέναντι από τον οίκο τού βασιλιά· και ο βασιλιάς καθόταν επάνω στον βασιλικό θρόνο του, στον βασιλικό οίκο, απέναντι από την πύλη τού οίκου.
2 Και ο βασιλιάς καθώς είδε τη βασίλισσα Εσθήρ να στέκεται στην αυλή, βρήκε χάρη μπροστά του· και άπλωσε ο βασιλιάς προς την Εσθήρ το χρυσό σκήπτρο, που ήταν στο χέρι του· και η Εσθήρ πλησίασε και άγγιξε την άκρη τού σκήπτρου.
3 Και ο βασιλιάς τής είπε: Τι θέλεις, βασίλισσα Εσθήρ; Και ποιο είναι το αίτημά σου; Και μέχρι του μισού τής βασιλείας, θα σου δοθεί.
4 Και η Εσθήρ αποκρίθηκε: Αν είναι αρεστό στον βασιλιά, ας έρθει ο βασιλιάς και ο Αμάν, σήμερα στο συμπόσιο, που ετοίμασα γι' αυτόν.
5 Και ο βασιλιάς είπε: Κάντε να σπεύσει ο Αμάν, για να κάνει τον λόγο τής Εσθήρ. Και ήρθαν ο βασιλιάς και ο Αμάν στο συμπόσιο, που έκανε η Εσθήρ.
6 Και είπε ο βασιλιάς στην Εσθήρ στο συμπόσιο του κρασιού: Ποιο είναι το ζήτημά σου; Και θα δοθεί σε σένα· και ποιο είναι το αίτημά σου; Και μέχρι του μισού τής βασιλείας αν ζητήσεις, θα γίνει.
7 Τότε, απαντώντας η Εσθήρ είπε: Το ζήτημά μου και το αίτημά μου είναι:
8 Αν βρήκα χάρη μπροστά στον βασιλιά, και αν είναι αρεστό στον βασιλιά να εκτελέσει το ζήτημά μου, και να κάνει το αίτημά μου, ας έρθει ο βασιλιάς και ο Αμάν στο συμπόσιο που θα ετοιμάσω γι' αυτούς· και αύριο θα κάνω σύμφωνα με τον λόγο τού βασιλιά.
9 Τότε ο Αμάν βγήκε εκείνη την ημέρα καταχαρούμενος και εύθυμος στην καρδιά· αλλ' όταν ο Αμάν είδε τον Μαροδοχαίο στην πύλη τού βασιλιά, ότι δεν σηκώθηκε ούτε κινήθηκε γι' αυτόν, ο Αμάν γέμισε από θυμό ενάντια στον Μαροδοχαίο.
10 Αλλ' ο Αμάν συγκράτησε τον εαυτό του· και μπαίνοντας στο σπίτι του, έστειλε και κάλεσε τους φίλους του, και τη γυναίκα του, τη Ζερές,
11 και τους διηγήθηκε ο Αμάν για τη δόξα τού πλούτου του, και για το πλήθος των παιδιών του, και πόσο τον μεγάλυνε ο βασιλιάς, και με ποιον τρόπο τον ύψωσε πιο πάνω από τους άρχοντες και τους δούλους τού βασιλιά.
12 Και είπε ο Αμάν: Μάλιστα, η βασίλισσα Εσθήρ δεν προσκάλεσε στο συμπόσιο που έκανε, παρά εμένα, μαζί με τον βασιλιά· και αύριο πάλι είμαι προσκαλεσμένος σ' αυτή μαζί με τον βασιλιά·
13 εντούτοις, όλα αυτά δεν με ωφελούν, όσο βλέπω τον Μαροδοχαίο, τον Ιουδαίο, να κάθεται στην πύλη τού βασιλιά.
14 Και του είπε η γυναίκα του, η Ζερές, και όλοι οι φίλοι του: Ας κατασκευαστεί ένα ξύλο ύψους 50 πήχες, και το πρωί πες στον βασιλιά να κρεμαστεί ο Μαροδοχαίος επάνω σ' αυτό· τότε, πήγαινε υπερχαρούμενος μαζί με τον βασιλιά στο συμπόσιο. Και το πράγμα άρεσε στον Αμάν, και πρόσταξε να ετοιμαστεί το ξύλο.




Κεφάλαιο 6

1 Εκείνη τη νύχτα ο ύπνος έφυγε από τον βασιλιά· και πρόσταξε να του φέρουν το βιβλίο των υπομνημάτων των χρονικών· και τα διάβαζαν μπροστά στον βασιλιά.
2 Και βρέθηκε γραμμένο ότι, ο Μαροδοχαίος είχε αναγγείλει για τον Βιχθάν και τον Θερές, δύο από τους ευνούχους τού βασιλιά, που ήσαν θυρωροί, οι οποίοι είχαν ζητήσει να βάλουν χέρι επάνω στον βασιλιά Ασσουήρη.
3 Και ο βασιλιάς είπε: Ποια τιμή και αξιοπρέπεια έγινε στον Μαροδοχαίο για το πράγμα αυτό; Και οι δούλοι τού βασιλιά, που τον υπηρετούσαν, είπαν: Τίποτε δεν έγινε σ' αυτόν.
4 Και ο βασιλιάς είπε: Ποιος είναι στην αυλή; Είχε, τότε, έρθει ο Αμάν στην εξωτερική αυλή τού βασιλικού οίκου, για να πει στον βασιλιά να κρεμάσει τον Μαροδοχαίο στο ξύλο που είχε ετοιμάσει γι' αυτόν.
5 Και είπαν σ' αυτόν οι δούλοι τού βασιλιά: Να, ο Αμάν στέκεται στην αυλή. Και ο βασιλιάς είπε: Ας έρθει μέσα.
6 Και όταν ο Αμάν μπήκε μέσα, ο βασιλιάς είπε σ' αυτόν: Τι πρέπει να γίνει στον άνθρωπο, που ο βασιλιάς ευχαριστιέται να τιμήσει; Και ο Αμάν στοχάστηκε στην καρδιά του: Σε ποιον άλλον επρόκειτο ο βασιλιάς να ευαρεστηθεί να κάνει τιμή, παρά σε μένα;
7 Αποκρίθηκε, λοιπόν, ο Αμάν στον βασιλιά: Για τον άνθρωπο, που ο βασιλιάς ευαρεστείται να τιμήσει,
8 ας φέρουν τη βασιλική στολή, που ντύνεται ο βασιλιάς, και το άλογο που ιππεύει ο βασιλιάς, και να τοποθετηθεί το βασιλικό διάδημα επάνω στο κεφάλι του·
9 κι αυτή η στολή και το άλογο να δοθούν στο χέρι κάποιου από τους μεγαλύτερους άρχοντες του βασιλιά, για να στολίσει τον άνθρωπο, τον οποίο ευαρεστείται ο βασιλιάς να τιμήσει· και φέρνοντάς τον έφιππον μέσα από τους δρόμους τής πόλης, ας κηρύττει μπροστά του: Έτσι θα γίνεται στον άνθρωπο που ο βασιλιάς ευαρεστείται να τιμήσει.
10 Και ο βασιλιάς είπε στον Αμάν: Κάνε γρήγορα, πάρε τη στολή και το άλογο, καθώς είπες, και κάνε έτσι στον Μαροδοχαίο τον Ιουδαίο, που κάθεται στη βασιλική πύλη· ας μη λείψει τίποτε από όλα όσα είπες.
11 Και ο Αμάν πήρε τη στολή και το άλογο, και στόλισε τον Μαροδοχαίο, και τον έφερε έφιππο μέσα από τους δρόμους τής πόλης, κηρύττοντας μπροστά του: Έτσι θα γίνεται στον άνθρωπο, τον οποίο ο βασιλιάς ευαρεστείται να τιμήσει.
12 Και ο Μαροδοχαίος γύρισε στην πύλη τού βασιλιά· και ο Αμάν έσπευσε στο σπίτι του καταλυπημένος, και έχοντας σκεπασμένο το κεφάλι του.
13 Και ο Αμάν διηγήθηκε στη γυναίκα του, τη Ζερές, και σε όλους τους φίλους του, όλα όσα του συνέβησαν. Και οι σοφοί του, και η γυναίκα του, η Ζερές, είπαν σ' αυτόν: Αν ο Μαροδοχαίος, μπροστά στον οποίο άρχισες να ξεπέφτεις, είναι από το σπέρμα των Ιουδαίων, δεν θα υπερισχύσεις εναντίον του, αλλ' εξάπαντος θα πέσεις μπροστά του.
14 Ενώ ακόμα μιλούσαν μαζί του, έφτασαν οι ευνούχοι τού βασιλιά, και έσπευσαν να φέρουν τον Αμάν στο συμπόσιο, που ετοίμασε η Εσθήρ.




Κεφάλαιο 7

1 Ήρθαν, λοιπόν, ο βασιλιάς και ο Αμάν να συμποσιάσουν μαζί με την Εσθήρ, τη βασίλισσα.
2 Και ο βασιλιάς είπε πάλι στην Εσθήρ, τη δεύτερη ημέρα, στο συμπόσιο του κρασιού: Ποιο είναι το ζήτημά σου, βασίλισσα Εσθήρ; Και θα σου δοθεί· και ποιο είναι το αίτημά σου; Και μέχρι του μισού τής βασιλείας αν ζητήσεις, θα γίνει.
3 Τότε, η βασίλισσα Εσθήρ αποκρίθηκε και είπε: Αν βρήκα χάρη μπροστά σου, βασιλιά, και αν είναι αρεστό στον βασιλιά, η ζωή μου ας μου δοθεί στο ζήτημά μου, και ο λαός μου, στο αίτημά μου·
4 επειδή, πουληθήκαμε, εγώ και ο λαός μου, σε απώλεια, σε σφαγή, και σε όλεθρο· και αν επρόκειτο να πουληθούμε ως δούλοι και δούλες, θα σιωπούσα, αν και ο εχθρός δεν μπορούσε να αναπληρώσει τη ζημιά τού βασιλιά.
5 Τότε, ο βασιλιάς Ασσουήρης αποκρίθηκε και είπε στη βασίλισσα Εσθήρ: Ποιος είναι αυτός, και πού είναι εκείνος, που τόλμησε να κάνει τέτοια πράγματα;
6 Και η Εσθήρ είπε: Ο ενάντιος και εχθρός είναι αυτός ο αχρείος Αμάν. Τότε, ταράχτηκε ο Αμάν μπροστά στον βασιλιά και στη βασίλισσα.
7 Και αφού σηκώθηκε ο βασιλιάς από το συμπόσιο του κρασιού οργισμένος, πήγε στον κήπο τού παλατιού· και ο Αμάν στάθηκε για να ζητήσει τη ζωή του από τη βασίλισσα Εσθήρ· επειδή, είδε ότι κακό ήταν αποφασισμένο εναντίον του από τον βασιλιά.
8 Και ο βασιλιάς γύρισε από τον κήπο τού παλατιού, στον οίκο τού συμποσίου τού κρασιού· και ο Αμάν ήταν πεσμένος επάνω στο κρεβάτι, επάνω στο οποίο ήταν η Εσθήρ. Και ο βασιλιάς είπε: Θέλει ακόμα και τη βασίλισσα να βιάσει μπροστά μου, μέσα στο παλάτι; Ο λόγος βγήκε από το στόμα τού βασιλιά, και σκέπασαν το πρόσωπο του Αμάν.
9 Και ο Αρβωνά, ένας από τους ευνούχους, μπροστά στον βασιλιά, είπε: Να, και το ξύλο, 50 πήχες το ύψος, που ο Αμάν έκανε για τον Μαροδοχαίο, ο οποίος μίλησε για το καλό του βασιλιά, στέκεται στο σπίτι τού Αμάν. Και ο βασιλιάς είπε: Κρεμάστε τον επάνω σ' αυτό.
10 Και κρέμασαν τον Αμάν επάνω στο ξύλο, που είχε ετοιμάσει για τον Μαροδοχαίο. Και σταμάτησε ο θυμός τού βασιλιά.




Κεφάλαιο 8

1 Εκείνη την ημέρα ο βασιλιάς Ασσουήρης έδωσε στη βασίλισσα Εσθήρ το σπίτι τού Αμάν, του εχθρού των Ιουδαίων. Και ο Μαροδοχαίος ήρθε μπροστά στον βασιλιά· επειδή, η Εσθήρ φανέρωσε τι της ήταν.
2 Και βγάζοντας ο βασιλιάς το δαχτυλίδι του, που αφαίρεσε από τον Αμάν, το έδωσε στον Μαροδοχαίο. Και η Εσθήρ έκανε τον Μαροδοχαίο επιτηρητή στο σπίτι τού Αμάν.
3 ΚΑΙ η Εσθήρ μίλησε ξανά μπροστά στον βασιλιά, και έπεσε μπροστά στα πόδια του, και τον ικέτευσε με δάκρυα να ακυρώσει την κακία τού Αμάν, του Αγαγίτη, και τη σκευωρία του, που σκευώρησε ενάντια στους Ιουδαίους.
4 Και ο βασιλιάς άπλωσε το χρυσό σκήπτρο προς την Εσθήρ. Τότε, καθώς η Εσθήρ σηκώθηκε, στάθηκε μπροστά στον βασιλιά,
5 και είπε: Αν είναι αρεστό στον βασιλιά, και αν βρήκα χάρη μπροστά του, και το πράγμα φαίνεται ορθό στον βασιλιά, και αρέσκεται σε μένα, ας γραφτεί διάταγμα να ανακληθούν οι επιστολές που σκευωρήθηκαν από τον Αμάν, τον γιο τού Αμμεδαθά, του Αγαγίτη, που έγραψε για να απολεστούν οι Ιουδαίοι, που βρίσκονται σε όλες τις επαρχίες τού βασιλιά·
6 επειδή, πώς μπορώ να υποφέρω να δω το κακό, που θα βρει τον λαό μου; Ή, πώς μπορώ να υποφέρω να δω τον αφανισμό της συγγένειάς μου;
7 Τότε, ο βασιλιάς Ασσουήρης είπε στη βασίλισσα Εσθήρ, και στον Μαροδοχαίο, τον Ιουδαίο: Δέστε, έδωσα στην Εσθήρ το σπίτι τού Αμάν, κι αυτόν τον κρέμασαν επάνω στο ξύλο, επειδή άπλωσε το χέρι του ενάντια στους Ιουδαίους·
8 εσείς, λοιπόν, γράψτε υπέρ των Ιουδαίων, όπως σας φαίνεται καλό, και στο όνομα του βασιλιά, και σφραγίστε το με το βασιλικό δαχτυλίδι· επειδή, η επιστολή, που είναι γραμμένη στο όνομα του βασιλιά, και σφραγισμένη με το βασιλικό δαχτυλίδι, είναι αμετάτρεπτη.
9 Και προσκλήθηκαν οι γραμματείς του βασιλιά εκείνο τον καιρό, τον τρίτο μήνα, αυτός είναι ο μήνας Σιβάν, την 23η ημέρα του· και γράφτηκε σύμφωνα με όλα όσα πρόσταξε ο Μαροδοχαίος στους Ιουδαίους, και στους σατράπες, και διοικητές και άρχοντες των επαρχιών, που ήσαν από την Ινδία μέχρι την Αιθιοπία, 127 επαρχίες, σε κάθε επαρχία σύμφωνα με τη γραφή της, και σε κάθε λαό σύμφωνα με τη γλώσσα του, και στους Ιουδαίους σύμφωνα με τη γραφή τους και σύμφωνα με τη γλώσσα τους.
10 Και έγραψε στο όνομα του βασιλιά Ασσουήρη, και το σφράγισε με το βασιλικό δαχτυλίδι, και έστειλε τις επιστολές μέσω έφιππων ταχυδρόμων, που ίππευαν επάνω σε ταχύποδα και γενναία μουλάρια·
11 ο βασιλιάς επέτρεπε μ' αυτές στους Ιουδαίους, που ήσαν σε κάθε πόλη, να συγκεντρωθούν και να σταθούν υπέρ της ζωής τους, να απολέσουν, να φονεύσουν, και να αφανίσουν ολόκληρη τη δύναμη του λαού και της επαρχίας εκείνων που τους καταθλίβουν, παιδιά και γυναίκες, και τα λάφυρά τους να τα αρπάξουν,
12 σε μία ημέρα, σε όλες τις επαρχίες τού βασιλιά Ασσουήρη, τη 13η ημέρα του 12ου μήνα, κι αυτός είναι ο μήνας Αδάρ.
13 Το αντίγραφο της επιστολής, που προοριζόταν για διάδοση του διατάγματος σε κάθε επαρχία, δημοσιεύθηκε σε όλους τους λαούς, για να είναι οι Ιουδαίοι έτοιμοι εκείνη την ημέρα, να εκδικηθούν ενάντια στους εχθρούς τους.
14 Και οι ταχυδρόμοι βγήκαν, ιππεύοντας επάνω στα ταχύποδα μουλάρια, σπεύδοντας και κατεπειγόμενοι από την προσταγή τού βασιλιά. Και η διαταγή εκδόθηκε στα Σούσα, τη βασιλική πόλη.
15 Και ο Μαροδοχαίος βγήκε μπροστά από τον βασιλιά με βασιλική στολή, γαλάζια και άσπρη, και φορώντας ένα μεγάλο χρυσό στεφάνι, και ένα επανωφόρι από εκλεκτό λινό και πορφύρα· και η πόλη Σούσα χαιρόταν και ευφραινόταν.
16 Στους Ιουδαίους ήταν φως, και αγαλλίαση, και χαρά και δόξα.
17 Και σε κάθε επαρχία, και σε κάθε πόλη, όπου ήρθε το διάταγμα του βασιλιά και η διαταγή, έγινε στους Ιουδαίους χαρά και αγαλλίαση, ευωχία και ημέρα αγαθή. Και πολλοί από τους λαούς τής γης έγιναν Ιουδαίοι· επειδή, ο φόβος των Ιουδαίων έπεσε επάνω τους.




Κεφάλαιο 9

1 ΚΑΙ τον 12ο μήνα, αυτός είναι ο μήνας Αδάρ, τη 13η ημέρα του ίδιου μήνα, όταν το διάταγμα του βασιλιά και η διαταγή του πλησίαζε να εκτελεστεί, την ημέρα κατά την οποία οι εχθροί των Ιουδαίων έλπιζαν να τους εξουσιάσουν, (αν και στράφηκε προς το αντίθετο, επειδή οι Ιουδαίοι εξουσίασαν επάνω σ' αυτούς, που τους μισούσαν),
2 συγκεντρώθηκαν οι Ιουδαίοι στις πόλεις τους, σε όλες τις επαρχίες του βασιλιά Ασσουήρη, για να βάλουν χέρι επάνω σ' αυτούς που ζητούσαν το κακό τους· και κανένας δεν μπόρεσε να τους αντισταθεί, επειδή ο φόβος τους έπεσε επάνω σε όλους τούς λαούς.
3 Και όλοι οι άρχοντες των επαρχιών, και οι σατράπες, και οι διοικητές, και οι οικονόμοι τού βασιλιά, βοηθούσαν τους Ιουδαίους· επειδή, ο φόβος τού Μαροδοχαίου έπεσε επάνω τους·
4 για τον λόγο ότι, ο Μαροδοχαίος ήταν μεγάλος μέσα στον οίκο τού βασιλιά, και η φήμη του διαδόθηκε σε όλες τις επαρχίες· επειδή, ο άνθρωπος ο Μαροδοχαίος γινόταν όλο και ισχυρότερος.
5 Και οι Ιουδαίοι χτύπησαν όλους τους εχθρούς τους, με χτύπημα ρομφαίας, και σφαγή, και όλεθρο, και έκαναν σ' αυτούς που τους μισούσαν, όπως ήθελαν.
6 Και στα Σούσα, τη βασιλική πόλη, οι Ιουδαίοι φόνευσαν και εξολόθρευσαν 500 άνδρες.
7 Και τον Φαρσανδαθά, και τον Δαλφών, και τον Ασπαθά,
8 και τον Ποραθά,και τον Αδαλία, και τον Αριδαθά,
9 και τον Φαρμαστά, και τον Αρισαϊ, και τον Αριδαϊ και τον Βαϊεζαθά,
10 τους δέκα γιους τού Αμάν, γιου τού Αμμεδαθά, του εχθρού των Ιουδαίων, τους φόνευσαν· επάνω σε λάφυρα, όμως, δεν έβαλαν το χέρι τους.
11 Εκείνη την ημέρα, ο αριθμός αυτών που φονεύθηκαν στα Σούσα, στη βασιλική πόλη, φέρθηκε μπροστά στον βασιλιά.
12 Και ο βασιλιάς είπε στη βασίλισσα Εσθήρ: Στα Σούσα, τη βασιλική πόλη, οι Ιουδαίοι φόνευσαν και εξολόθρευσαν 500 άνδρες, και τους δέκα γιους τού Αμάν· στις υπόλοιπες επαρχίες τού βασιλιά τι έκαναν; Τώρα, ποιο είναι το ζήτημά σου; Και θα σου δοθεί· και ποιο είναι ακόμα το αίτημά σου; Και θα γίνει.
13 Και η Εσθήρ είπε: Αν είναι αρεστό στον βασιλιά, ας δοθεί στους Ιουδαίους, που βρίσκονται, στα Σούσα, να κάνουν και αύριο σύμφωνα με τη διαταγή αυτής της ημέρας· και τους δέκα γιους τού Αμάν να τους κρεμάσουν επάνω σε ξύλα.
14 Και ο βασιλιάς πρόσταξε να γίνει έτσι· και εκδόθηκε διαταγή στα Σούσα· και κρέμασαν τους δέκα γιους τού Αμάν.
15 Και οι Ιουδαίοι, που ήσαν στα Σούσα, συγκεντρώθηκαν, και τη 14η ημέρα του μήνα Αδάρ, και φόνευσαν 300 άνδρες στα Σούσα· στα λάφυρα, όμως, δεν έβαλαν το χέρι τους.
16 Και οι άλλοι Ιουδαίοι, που ήσαν στις επαρχίες τού βασιλιά, συγκεντρώθηκαν και στάθηκαν υπέρ της ζωής τους, και πήραν ανάπαυση από τους εχθρούς τους, και φόνευσαν απ' αυτούς που τους μισούσαν 75.000· σε λάφυρα, όμως, δεν έβαλαν το χέρι τους·
17 τη 13η ημέρα τού μήνα Αδάρ· και τη 14η ημέρα του ίδιου μήνα αναπαύθηκαν, και την έκαναν ημέρα συμποσίου και ευφροσύνης.
18 Και οι Ιουδαίοι που ήσαν στα Σούσα συγκεντρώθηκαν τη 13η ημέρα του, και τη 14η ημέρα του· και τη 15η ημέρα του ίδιου μήνα αναπαύθηκαν, και την έκαναν ημέρα συμποσίου και ευφροσύνης.
19 Γι' αυτό, οι Ιουδαίοι, οι χωρικοί, που κατοικούσαν στις ατείχιστες πόλεις, έκαναν τη 14η ημέρα του μήνα Αδάρ ημέρα ευφροσύνης και συμποσίου, και ημέρα αγαθή, και έστελναν μερίδες ο ένας στον άλλον.
20 ΚΑΙ ο Μαροδοχαίος έγραψε αυτά τα πράγματα, και έστειλε επιστολές σε όλους τούς Ιουδαίους, που ήσαν σε όλες τις επαρχίες τού βασιλιά Ασσουήρη, σ' αυτούς που ήσαν κοντά και σ' αυτούς που ήσαν μακριά,
21 προσδιορίζοντάς τους να τηρούν τη 14η ημέρα τού μήνα Αδάρ, και τη 15η του ίδιου μήνα, κάθε χρόνο,
22 σαν τις ημέρες που οι Ιουδαίοι αναπαύθηκαν από τους εχθρούς τους, και τον μήνα κατά τον οποίο η λύπη τους μετατράπηκε γι' αυτούς σε χαρά, και το πένθος σε ημέρα αγαθή· ώστε να τις κάνουν ημέρες συμποσίου και ευφροσύνης, και να στέλνουν μερίδες ο ένας στον άλλον, και δώρα στους φτωχούς.
23 Και οι Ιουδαίοι δέχθηκαν εκείνο που άρχισαν να κάνουν, κι εκείνο που τους έγραψε ο Μαροδοχαίος·
24 επειδή, ο Αμάν, ο γιος τού Αμμεδαθά, ο Αγαγίτης, ο εχθρός όλων των Ιουδαίων, σκευώρησε ενάντια στους Ιουδαίους να τους αφανίσει, και έρριξε Φουρ, δηλαδή κλήρο, για να τους εξολοθρεύσει, και να τους αφανίσει·
25 όταν, όμως, ήρθε αυτή, η Εσθήρ, μπροστά στον βασιλιά, πρόσταξε με επιστολές, να στραφεί ενάντια στο κεφάλι του η κακή του σκευωρία, που σκευώρησε ενάντια στους Ιουδαίους, και τον κρέμασαν επάνω στο ξύλο, αυτόν και τους γιους του.
26 Γι' αυτό, ονόμασαν τις ημέρες αυτές Φουρείμ, από το όνομα Φουρ. Ως εκ τούτου, και για όλους τους λόγους αυτής της επιστολής, και για εκείνο που είδαν για το πράγμα αυτό, και που συνέβηκε σ' αυτούς,
27 οι Ιουδαίοι διέταξαν, και δέχθηκαν επάνω τους, κι επάνω στους απογόνους τους, κι επάνω σ' αυτούς που ενώθηκαν μαζί τους, να μη παραλείψουν ποτέ από το να τηρούν τις δύο αυτές ημέρες, σύμφωνα με το γραμμένο γι' αυτές, και στον καιρό τους κάθε χρόνο·
28 και οι ημέρες αυτές να αναφέρονται και να τηρούνται σε κάθε γενεά, κάθε συγγένεια, κάθε επαρχία, και κάθε πόλη· και οι ημέρες αυτές των Φουρείμ να μη εκλείψουν μέσα από τους Ιουδαίους, και να μη σταματήσει η θύμησή τους από τους απογόνους τους.
29 Τότε, η βασίλισσα Εσθήρ, η θυγατέρα τού Αβιχαίλ, και ο Μαροδοχαίος, ο Ιουδαίος, έγραψαν για δεύτερη φορά, με όλο το κύρος, για να τα στερεώσουν, τα γραμμένα για τα Φουρείμ.
30 Και έστειλαν επιστολές σε όλους τους Ιουδαίους, στις 127 επαρχίες τού βασιλείου τού Ασσουήρη, με λόγια ειρήνης και αλήθειας,
31 για να στερεώσει τις ημέρες αυτές των Φουρείμ στους καιρούς τους, όπως τους προσδιόρισαν ο Μαροδοχαίος, ο Ιουδαίος, και η βασίλισσα Εσθήρ, και όπως καθόρισαν γι' αυτούς και για τους απογόνους τους, την υπόθεση των νηστειών και της κραυγής τους.
32 Και με διαταγή τής Εσθήρ επικυρώθηκε η υπόθεση αυτή των Φουρείμ· και γράφτηκε σε βιβλίο.




Κεφάλαιο 10

1 ΚΑΙ ο βασιλιάς Ασσουήρης επέβαλε φόρο στη γη και στα νησιά τής θάλασσας.
2 Και όλες οι πράξεις τής δύναμής του και της ισχύος του, και η περιγραφή τής μεγαλειότητας του Μαροδοχαίου, στην οποία ο βασιλιάς τον είχε προβιβάσει, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τής Μηδίας και της Περσίας;
3 Επειδή, ο Μαροδοχαίος, ο Ιουδαίος, στάθηκε δεύτερος μετά τον βασιλιά Ασσουήρη, και μεγάλος ανάμεσα στους Ιουδαίους, και αγαπητός από το πλήθος των αδελφών του, ζητώντας το καλό του λαού του, και μιλώντας ειρήνη για όλους τους απογόνους του.